//
you're reading...
Αναλύσεις

Για τις αγάπες που φεύγουν

1. Για την αγάπη ως κυριαρχία

Μεγάλος έρωτας είναι αυτός, που μετά το τέλος του, υπαγορεύει το πως θα αγαπηθούν οι επόμενοι. Είναι αυτός που ορίζει τον κανόνα του τρόπου της αγάπης, σαν απαράβατος μύθος. Όσο μαγευτικές και αν είναι οι αγάπες τούτες, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι είναι και κυριαρχικές. Πνίγουν τον κάθε έρωτα ως παροντικό γεγονός, συγκρίνοντας τον με κάτι μυθικό και χαμένο. Μια τέτοια αγάπη ήταν πάντα για την πολιτική θεωρία το προλεταριάτο ακόμα και μετά την ιστορική του αποτυχία σαν επαναστατική τάξη. Είτε από κριτική σκοπιά είτε από τη σκοπιά της απόλυτης και άνευ όρων λατρείας, η μαγεία της προλεταριακής επανάστασης, ειδικά της γερμανικής και της “αμερικανικής” εκδοχής, ήταν πάντα το υπόρρητο πρότυπο κάθε θεωρίας. Με το πάθος εκείνης της λατρείας μυθοποιήθηκαν οι πρωταγωνίστριες και οι πρωταγωνιστές της, με το πάθος εκείνο αναδείχτηκε η έννοα αυτή ως κεντρική, και ακόμα και όταν εγκαταλείφθηκε, όσοι εψάξαν ένα καινούριο “επαναστατικό υποκείμενο” είναι η αλήθεια πως έψαχναν —ακόμα και αν δεν το μαρτυρούσαν—κάτι που να μοιάζει σε πάθος με εκείνο το παλιό επαναστατικό και επαναστατημένο σώμα. Και αυτός ο μύθος καθόρισε τόσο πολύ την θεωρία και την κριτική, την βασάνισε τόσο πολύ που όπως όλες οι παλιές και βασανιστικές αγάπες οδήγησε σε δύο αντιτιθέμενα αλλά συσχετιζόμενα άκρα: ή την παθολογική προσκόλληση ή την αντεστραμμένη άρνηση η οποία όμως πάντα κρύβει μέσα της την παλιά λατρεία, και την προβάλλει πλέον σε κάθε τι καινούριο. Και έτσι ο φαύλος κύκλος ξεκινά, να αγαπά κάθε φορά με τρελό πάθος κάθε τι καινούριο, αλλά να το βαριέται γρήγορα, καθώς βρίσκει μπροστά του αυτό που αρνήθηκε. Στο πρώτο μας άκρο φυσικά αντιστοιχούν αυτοί που αρνούνται τα κίτρινα γιλέκα στο όνομα ενός καθαρού προλεταριάτου. Στη δεύτερη αυτοί που τα λατρεύουν άκριτα, αν και βαθιά μέσα τους ξέρουν ότι κάτι πάει στραβά, ότι πρέπει να κάνουν τα στραβά μάτια σε πολλά για να αγαπήσουν. Οι πρώτοι, διαφόρων ειδών σταλινικοί ή αμετανόητοι εργατιστές του σοβιετικού ή/και του αναρχοσυνδικαλιστικού προτύπου, οι δεύτεροι εργατιστές και ακτιβιστές του οπτιμισμού, που έχοντας χάσει την πίστη ότι “κάτι μεγάλο μπορεί να συμβεί ξανά” είναι έτοιμοι να βαφτίσουν επαναστατικό ή ελπιδοφόρο κάθε τι που συμβαίνει, ακόμα και αν τα κακώς κείμενα είναι πολλά. Η κομμουνιστική κριτική, και η ουτοπική σκέψη εν γένει έχει σκοπό να υπερκεράσει αυτά τα δύο άκρα: δεν είναι ούτε οπτιμιστική, ούτε προσκολλημένη στο μύθο. Θέλει να ανοίξει περάσματα για το Νέο. Κομμουνιστικοποίηση είναι η έρευνα για να ξαναερωτευτείς την επανάσταση χωρίς να παραδοθείς στους μύθους που κουβαλάει. Δεν εκθειάζει ούτε το προλεταριάτο, ούτε τα κινήματα ως ιερότητες.

2.Για την αγάπη ως κριτική

Σε τι αποσκοπεί συνεπώς η κριτική; Τι είναι αυτό που επιθυμούν όσοι ασκούν κριτική από κομμουνιστική πλευρά; Αρθρώνεται συνήθως η αντίρρηση ότι αυτές και αυτοί που ασκούν κριτική λειτουργούν διαλυτικά, καταγγελτικά και αποτρεπτικά, ειδικά όταν αυτό αφορά τα κινήματα. Ενώ αυτή η αντίρρηση είναι δίκαιη, βασίζεται μάλλον σε μια παρεξηγημένη και μανιχαϊστική αντίληψη της κριτικής, ένα δίπολο μεταξύ υπέρ ή κατά: μπερδεύουν έτσι την κριτική με την πολεμική. Η πολεμική, ως καταγγελία θέλει να σβήσει το αντικείμενο της, η κριτική πρώτα και κύρια το λατρεύει, θαμπώνεται από αυτό και θέλει να το καταλάβει. Του αφιερώνει χρόνο και το θέτει απέναντι της ως άξιο προσοχής. Η κριτική αντλεί η ίδια την αξία της από τα αντικείμενα που επιλέγει, γιαυτό και λέμε ότι κάποια σκέψη είναι ανάξια ή όχι, ανάλογα με το αντικείμενο της προσοχής της. Η κριτική θέλει όντως υπό μια έννοια τον θάνατο του αντικειμένου της, όπως υπό μια έννοια εμείς θέλουμε τη διάλυση των κίτρινων γιλέκων. Την διάλυση υπό την έννοια της άρνησης του πως είναι τώρα τα γιλέκα, πως γεννήθηκαν και πως εξελίσσονται, την διάλυση τους και το μετασχηματισμό σε κάτι καλύτερο. Η κριτική συνεπώς επιθυμεί το ξεπέρασμα, δεν είναι ούτε υπέρ ούτε κατά. Και μέσα σε αυτό το στοχασμό λειτουργεί διασπαστικά στο αντικείμενο της για να το κάνει καλύτερο, πιο ριζοσπαστικό, πιο ζωογόνο. Υπό αυτή την έννοια η θεωρητική κριτική μοιάζει—χωρίς να ταυτίζεται– με την πρακτική διαλυτική κριτική. Η διαφορά τους έγκειται στην ένταση και τα μέσα, αλλά όχι στην ουσία. Όπως η θεωρία εισχωρεί στο αντικείμενο, θέλοντας να βρει μέσα του τις ξεχωριστές ποιότητες που θα το ριζοσπαστικοποιήσουν, που θα το οδηγήσουν στο να ξεπεράσει τον εαυτό του, έτσι και η πρακτική συμμετοχή συντροφισσών/συντρόφων λειτουργεί διαλυτικά στο αρχικό σχήμα, το απομαζικοποιεί, το σκοτώνει, το τεμαχίζει, οδηγώντας το σε κάτι άλλο. Αυτό είναι που ονομάζουμε πρακτική κριτική. Έτσι η κριτική ομοιάζει περισσότερο στο έργο των γάλλων antifa,[1] και με αυτούς τάσσεται πρακτικά σε κάποιο βαθμό, που προσπαθούν να σπάσουν το κίνημα των κίτρινων γιλέκων σε δεξιές και “αριστερές” τάσεις, καθώς υπό μια έννοια και αυτοί, από τη μία το θεωρούν άξιο λόγου, άξιο προσοχής, από την άλλη στην παρούσα κατάσταση του το αρνούνται. Και σωστά έχουν αναγνώσει ότι σήμερα, σε μια εποχή παγκόσμιων εργατικών πολυεθνικών ροών, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ “προοδευτικού και αντιδραστικού” δεν χαράζεται από το ζήτημα των οικονομικών διεκδικήσεων της τάξης των εργαζομένων (μη επαρκής συνθήκης) αλλά από το ζήτημα της θέσης των αγωνιζόμενων επί του μεταναστευτικού και της φυλής γενικότερα (ως αναγκαία συνθήκη). Κανείς απ όσους καταγγέλλουν την κριτική για αποτρεπτισμό δεν θα τολμούσε να πει ότι το κίνημα των γιλέκων έτσι όπως είναι τώρα στη συνολική του εικόνα είναι πραγματικά αυτό που επιθυμεί. Όλοι είτε το ομολογούν είτε όχι, θέλουν να το δουν ως κάτι άλλο και απλά κάνουν υπομονή. Είναι ήδη συνεπώς στη πλευρά της κριτικής χωρίς να το ξέρουν. Απλά η κριτική δεν κάνει υπομονή περιμένοντας να πάει το πράγμα καλά, αλλά -ειδικά στην πρακτική της μορφή- θέλει να επισπεύσει τα πράγματα.

3.Για το χρώμα της άνοιξης

Κανένα γεγονός δεν είναι κλειστό και τετελεσμένο. Ειδικά στο καιρό του χάους, της συνεχούς κρίσης και αποσταθεροποίησης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Το ερώτημα σήμερα είναι το εξής: όχι αν είμαστε ενάντια στο καπιταλισμό ή όχι στην παρούσα του, νεοφιλελεύθερη μορφή, αλλά από ποια σκοπιά. Αυτό διαχωρίζει τα κινήματα και αυτό τους υπαγορεύει και την σχέση τους με την φυλή και την μετανάστευση. Μια έφοδος προς τα μπρος σημαίνει την διάλυση του κράτους κι την συνολική κριτική του καπιταλισμού, μια αναδίπλωση προς τα πίσω σημαίνει την επιστροφή σε έναν εθνο-κεντρικό κεϋνσιανισμό, μια ατζέντα που αγκαλιάζεται ως αντίβαρο στην “παγκοσμιοποίηση” από όλο και πιο ακροδεξιές τάσεις. Εδώ αρθρώνεται συνήθως, ειδικά από τους πιο κοντινούς συντρόφους μια ακόμα αντίρρηση: πότε τα κινήματα και οι πολιτικές ατζέντες εμφανίστηκαν ξεκάθαρα στην ιστορία; Και ειδικότερα για τα κίτρινα γιλέκα μας ρωτούν: σε τι βαθμό η δεξιά έχει την ηγεμονία αυτού του κινήματος; Αυτές φυσικά είναι δύο ξεχωριστές ερωτήσεις οι οποίες επαναλαμβάνονται συχνά, κυρίως γιατί είναι αντιρρήσεις σε μεγάλο βαθμό  σωστές. Θα μπορούσαμε στην παρούσα στιγμή να απαντήσουμε το εξής μονάχα, σχηματικά και με λίγη σιγουριά: α) Σωστά τα κινήματα δεν εμφανίστηκαν ποτέ καθαρά. Το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι η καθαρή ή όχι εμφάνιση των κινημάτων αλλά ο βαθμός στον οποίο φαίνεται τα προοδευτικά και θετικά τους χαρακτηριστικά να εμφανίζονται αδιαίρετα (ως πολιτικές ατζέντες και αντικειμενικές σχέσεις) με χαρακτηριστικά ανοιχτά αντιδραστικά. Αυτό είναι που παλαιότερα δεν υπήρχε, αυτή η τεράστια αντικειμενική δυσκολία να διαχωριστούν αυτά τα δύο. Ειδικά στην περίπτωση μας ο γόρδιος δεσμός έχει τρεις διαστάσεις: την ασυμβίβαστη διάσταση των οικονομικών αιτημάτων σε επίπεδο εθνικής οικονομίας με την αναπαραγωγή της αιτηματικής σχέσης με το κράτος, και την επακόλουθη προβληματική με το ζήτημα της μετανάστευσης. β)Ειδικά το τελευταίο δεν είναι κάτι που πηγάζει από την επιρροή των ακροδεξιών στο κίνημα αλλά αντίθετα φαίνεται, ακόμα και σε μετριοπαθείς τόνους να αποτελεί σχετικά γενικό κλίμα, το οποίο επακόλουθα επιτρέπει στους ακροδεξιούς, όσοι και αν είναι αυτοί, να κινούνται εντός των γιλέκων.[2] Αυτή θα μπορούσε να είναι μια συνδυαστική απάντηση σε αυτές τις δύο λογικές ενστάσεις. Το αν εντός του κινήματος των κίτρινων γιλέκων θα λυθεί αυτός ο γόρδιος δεσμός είναι κάτι που αντικειμενικά δεν μπορεί να προβλεφθεί —είναι αντικειμενικά ζήτημα όχι απλά πάλης, με όρους συσχετισμών, αλλά και επινόησης, επιθυμίας, φαντασίας και επινοητικότητας λύσεων στα πρακτικά, κινηματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πραγματικοί άνθρωποι που βρίσκονται στο δρόμο. Μπορεί σε αυτά που γράψαμε, η πρακτική κριτική, να δώσει λύσεις που η θεωρία δεν μπορεί καν να φανταστεί: η θεωρία δεν μπορεί ποτέ να τα προβλέψει όλα, δεν έχει σκοπό να δώσει λύσεις, μπορεί απλά να καταδείξει τις αστοχίες του παρόντος και του παρελθόντος για να κάνει χώρο στο Νέο. Εκεί περιορίζεται ο ρόλος της.[3] Έτσι το χρώμα της άνοιξης είναι πάντα διάφανο γιατί σκοπός της είναι να θέτει προβλήματα, όχι να κολακεύει την πραγματικότητα. Κάνει ορατό αυτό που εμφανίζεται τη στιγμή του προβλήματος πίσω από τις άπειρες παραστάσεις. Στην άνοιξη ανήκουν οι οριακές, αυτοκριτικές στιγμές των κινημάτων και όσες και όσοι δεν αρκούνται στις εύκολες απαντήσεις που  τους παρέχουν οι θεωρίες. Αυτές οι στιγμές  σπέρνουν το έδαφος του καλύτερου μέλλοντος.[4]

4.Για το φθινόπωρο

Τα παραπάνω, δεν μας αποστερούν από τη δυνατότητα να κάνουμε εκτιμήσεις. Αντιθέτως οι εκτιμήσεις και η δριμεία κριτική– τόσο η θεωρητική όσο και η πρακτική αν αυτό είναι γεωγραφικώς δυνατό– είναι αναγκαίες για να δούμε τι, πως και που ανοίγονται περάσματα. Δεν θα θέλαμε να προσθέσουμε τίποτα ιδιαίτερο στα αντικειμενικά αίτια του αγώνα και των αντιφάσεων του πέρα από ότι έχει γραφτεί. Αρκεί να τονίσουμε κάτι, ο αγώνας εμφανίζει μια βαθιά αντίφαση τόσο αντικειμενικά όσο και στην ερμηνεία του: όσο συνεχίζει, τόσο πιθανότερο είναι να ριζοσπαστικοποιηθεί ο κόσμος, τα σπασίματα, οι απαλλοτριώσεις, ο γενικευμένος μη σεβασμός της ιδιοκτησίας, να πληθύνει σαν συμπεριφορά, οι έκνομες συμπεριφορές να λειτουργήσουν σαν αλυσιδωτή αντίδραση. Από την άλλη όσο συνεχίζει το κίνημα τόσο δυσκολότερο γίνεται να αλλάξει κάτι, καθώς εμφανίζεται μια “εξάρτηση πορείας”, τα πράγματα προοικονομούν το ένα το άλλο, αποκτούν παρελθόν και σταθερότητα ακόμα και μέσα στην εξεγερτική διαδικασία, ο κόσμος κουράζεται, οι μέρες βαραίνουν και ο ορίζοντας των αιτημάτων φαίνεται θελκτικός. Μέσα σε κάθε διαδικασία αυτές οι δύο αντίρροπες τάσεις οδηγούν τις αντιφάσεις στο σημείο έκρηξης. Το ερώτημα είναι: μπορεί το κίνημα των κίτρινων γιλέκων να φτάσει σε τέτοιο βαθμό εσωτερικού κορεσμού που να διαρραγεί η τωρινή μορφή του; Το γεγονός ότι το ποσοστό συμπαράστασης των κίτρινων γιλέκων από τον “γαλλικό λαό” πέφτει, δείχνει την πορεία αυτής της αντίφασης, και μάλλον κατά παράδοξο τρόπο είναι θετικό φαινόμενο (χωρίς αυτό να εγγυάται κάτι βέβαια). Αυτό που θα απομείνει από τα γιλέκα θα δείξει ποιος ήταν ο ουσιαστικός τους πυρήνας, και αν είχαν όντως ριζοσπαστικές δυνατότητες ή όχι όπως ακριβώς το φθινόπωρο τα φύλλα πέφτουν και αποκαλύπτουν τον κορμό στο πραγματικό του μέγεθος.

5.Για αυτές που έχουν ήδη νικήσει

Είναι αστείο το ότι όλες και όλοι επιθυμούν την νίκη των κινημάτων αλλά αφενός πολλές φορές δεν προβληματίζονται για το τι είδους κινήματα είναι αυτά αφετέρου δεν προβληματίζονται ποτέ για το τι συνιστά “μια νίκη”. Άλλοι σίγουρα θα ορίσουν ως νίκη την ικανοποίηση των αιτημάτων-ένας τέτοιος ορισμός δεν μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά επαναστατικός, ούτε να δει πέρα από τον ορίζοντα της διαμεσολάβησης, άλλοι θα ορίσουν ως νίκη την άνοδο ίσως μια πιο φιλικής κυβέρνησης—αυτούς τους έχει φτύσει η ιστορία η ίδια, και ειδικά στη Γαλλία, μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού δεν πιστεύει στην αντιπροσώπευση κανενός είδους. Ακόμα και αυτοί που υπερασπίζονται φανατικά την εξέγερση των γιλέκων ή παρόμοιες καταστάσεις, σπάνια προβληματίζονται για το τι θα ήταν “μια νίκη;” Φυσικά εδώ δεν ψάχνουμε ορισμό, αλλά μια αλλαγή οπτικής. Μέσα σε κάθε διαδικασία, υπάρχουν χιλιάδες άλλες ριζωματικές διαδικασίες, μοριακές, αρθρώσεις επιθυμιών και ονείρων που καθώς έρχονται σε σύγκρουση ή επαφή, φτιάχνουν μια ιστορία όχι με την μορφή καταιγιστικών γεγονότων αλλά μακράς ιστορίας. Αυτοί που βλέπουν, μένουν και περιμένουν μόνο τα τρέχοντα γεγονότα να καταλήξουν κάπου, που τάσσονται υπέρ ή κατά, έχουν σαγηνευτεί από τον χρόνο της διαφήμισης, και περιμένουν να δουν στο τέλος του spot το νόημα όλων αυτών. Αντιλαμβάνονται τα κινήματα ως αλληλουχία εικόνων που λένε μια ιστορία όμως ο κομμουνισμός είναι διαδικασία που ελλοχεύει σε όλους τους χρόνους. Στο πλαίσιο της αναταραχής των γιλέκων, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: πόσες ώρες μαθημάτων έχουν χαθεί, πόσοι βρήκαν το θάρρος ή την ευκαιρία να σπάσουν το μαγαζί που παλιά δούλευαν, πόσα κορίτσια και αγόρια εναντιώθηκαν στους γονείς τους για να βγουν στο δρόμο “για να δουν τι γίνεται”. Αυτές οι εμπειρίες, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν εμφανίζονται ποτέ καθαρές.  Και ο μόνος τρόπος για να δούμε “που θα πέσει η μπίλια, αν αυτός ο κόσμος θα στραφεί προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση”, είναι αρχικά να συναντηθεί με όλο το εύρος ων αντιφάσεων. Ανοίχτηκε μια ρωγμή, και φτιάχτηκε μια ανάμνηση χαράς ή μίσους. Τα κινήματα αυτά νικάνε την στιγμή της ήττας, τους. Στα μετωπικά σχήματα των γιλέκων, όταν θα πάψουν, θα προδοθούν, θα διασπαστούν και θα φτάσουν σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή ή συνέχεια, σε κάποιες και κάποιους—αδύνατον το να ξέρουμε σε ποίους πόσοι, και ακριβώς για ποιο λόγο– θα γεννηθεί ο προβληματισμός: ίσως την επόμενη φορά να παλέψουμε μαζί με αυτούς που “όλοι αποκαλούν ξένους”, “ίσως έτσι να είναι καλύτερα να δοκιμάσουμε αλλιώς”. Τούτη είναι η διαλεκτική της ιστορίας. Στον ανέλπιδο κόσμο, το να υπάρχει ελπίδα ότι μέσα από τις αστοχίες της ιστορικής κίνησης θα γεννηθεί κάτι καινούριο με όλη την έννοια της λέξης, είναι μια νίκη ήδη. Το αν είναι αρκετή, θα το δείξει η ιστορία. Μάλλον δεν είναι, αλλά δεν πειράζει….

6.Για τους φίλους μας

Ελπίζουμε να είστε καλά.

Σημειώσεις

[1] Υπάρχει μια δεσπόζουσα είναι η αλήθεια στα κίτρινα γιλέκα, την οποία η κριτική πρέπει να διαπεράσει: αυτή η δεσπόζουσα είναι δεξιά-συντηρητική μέχρι στιγμής, καθώς οι δράσεις των antifa φαίνεται να ερμηνεύτηκαν ως «συνεργασία με την αστυνομία, λόγω του ότι ξυλοκόπησαν μέρος των διαδηλωτών των γιλέκων» πχ σε φόρουμ εδώ http://boards.4chan.org/pol/thread/196145552/is-antifa-working-with-the-french-police-during και αυτό το ψεύτικο βίντεο https://www.youtube.com/watch?v=pAycd1OANPg, το οποίο έχει ως σκοπό σαφώς να διαχωρίσει τα κίτρινα γιλέκα από τους antifa, δείχνοντας τουλάχιστον ότι σε ένα κομμάτι τον γιλέκων μια τέτοια πληροφορία θα μπορούσε να γίνει πιστευτή. Ακόμα και τα πιο καλά «αισιόδοξα» κείμενα, όπως των crimethnc  δεν μπορούν να αρνηθούν αυτή την πλευρά των γεγονότων και την ουσιαστική-και ουσιώδη-απουσία μεταναστών από τον αγώνα https://crimethinc.com/2018/12/07/contribution-to-the-rupture-in-progress-a-translation-from-france-on-the-yellow-vest-movement. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι και σημαίες της Λαϊκής δημοκρατίας του Ντόνετσκ από γνωστούς ακροδεξιούς γάλλους https://liveuamap.com/en/2018/8-december-yellow-vests-with-dnr-group–flag-in-paris. (ανήκουν σε αυτή την οργάνωση https://fr.wikipedia.org/wiki/Dies_Irae_(organisation_politique). Αυτό θα πρέπει να προβληματίσει τους υποστηρικτές των γιλέκων όχι για τους αριθμούς των ακροδεξιών αλλά για το ποιοτικό αντικειμενικό πλαίσιο, που τους επιτρέπει να εισχωρήσουν σε αυτό. Έτσι μπορούμε να πούμε απλά, ΄ότι είμαστε με αυτές και αυτούς που μετέχουν στα γιλέκα μόνο και μόνο για να τα διασπάσουν.

[2]βασίζομαι εδώ στη γενικότερη ανάλυση του https://www.versobooks.com/blogs/4161-the-roundabout-riots?fbclid=IwAR3v6BZOoaK1rm0Tcsj8wG74YfJhjCNCn_MEjRuFEMjWGaunjILHPMl5ZyA. Το κείμενο είναι εν γένει θετικό προς το κίνημα. Το ενδιαφέρον του είναι ότι θέτει τα κίτρινα γιλέκα στο πλαίσιο μιας αναδυόμενης αντιφατικής ατζέντας μεταξύ εργατισμού, οικολογικού ζητήματος και κράτους, υπό την έννοια της κατανομής από το κράτος του «κόστους της οικολογίας». Ακόμα και εδώ όμως έστω και δειλά γίνεται η παραδοχή ότι δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς πιθανές ακροδεξιές κινηματικές εκφάνσεις αυτής της αντίφασης.

[3] δες για σχετικές θέσεις πιο κριτικών στάσεων περί των αντικειμενικών αιτίων της κρίσης αλλά και ετιμήσεων για το μέλλον το https://ediciones-ineditos.com/2018/12/11/moral-economy-power-and-the-yellow-vests/?fbclid=IwAR3bb_ME3tdvYopRrfEoxEBdLJ0ZNsYGbDhQlVZCgBJhEH64y25NsR6cD8Y όπως και το δικό μας Το κίτρινο δεν είναι το χρώμα της άνοιξης

[4] Έτσι δεν θεωρούμε ότι η θεωρία υπαγορεύει κάτι, δεν διεκδικούμε το ρόλο του ηγέτη. Αντιθέτως αυτές οι θεωρητικές προσεγγίσεις που κολακεύουν την πραγματικότητα, αν και φαίνονται πιο φιλικές σε αυτή είναι τελικά οι πιο εχθρικές ως προς τα κινήματα. Γιατί ακριβώς έχουν παραιτηθεί από το όραμα ενός καλύτερου κόσμου ως οδηγό, και διαρκώς το στριμώχνουν στους τακτικισμούς τους με ορίζοντα την «επόμενη στροφή». Τούτη η βαθιά αισιοδοξία κάποιων κρύβει μέσα της τον πιο μαύρο μηδενισμό, την πιο σκληρή παραίτηση.

Advertisements

Συζήτηση

Trackbacks/Pingbacks

  1. Παράθεμα: Συζήτηση για τα «Κίτρινα Γιλέκα» – Alerta Comunista - Δεκέμβριος 12, 2018

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: