//
you're reading...
Αναλύσεις, μεταφράσεις

Σημειώσεις πάνω στην έννοια της Τάξης – Richard Gunn

A series of election posters produced by the British Labour Party. (Photo by Topical Press Agency/Getty Images)

Εισαγωγή

Μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε ένα παλαιότερο κείμενο του μαρξιστή Richard Gunn πάνω στην μαρξική σύλληψη της τάξης. Το κείμενο αν και σύντομο προσπαθεί να ανοίξει μια ιδιαίτερα χρήσιμη βεντάλια ερωτημάτων. Καταρχάς ασκεί μια κριτική στη κλασική κοινωνιολογική σύλληψη της τάξης και της ταξικής πάλης δηλαδή την υποστασιοποίηση τους σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Αντίθετα ο Gunn επιχειρηματολογεί υπέρ μιας σύλληψης της τάξης ως αυτοκατάργησης: η ταξική πάλη είναι πάλη ενάντια στις κοινωνικές σχέσεις που συγκροτούν το ίδιο το ταξικό υποκείμενο, υπό αυτή την έννοια δεν μπορούν να υπάρξουν «ταξικές συμμαχίες». Το υποκείμενο παλεύει πρώτα και κύρια ενάντια στις ίδιες τις αντιφάσεις και τα όρια του, που συνιστούν το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων που το αναπαράγουν εντός του καπιταλισμού. Η ταξική πάλη με αυτή τη σύλληψη γίνεται συνεπώς κάτι βαθιά ριζοσπαστικό αλλά από την άλλη και αρκετά διευρυμένο. Σε όλο το κύκλωμα του κεφαλαίου μπορούν ανά ιστορική εποχή και αναλόγως τους παραγωγικούς μετασχηματισμούς, να εκδηλωθούν αγώνες που έχουν χαρακτηριστικά παραβίασης της αστικής λογικής και έστω και παροδικά διαρρηγνύουν την ίδια τη συγκρότηση τους.

Από την άλλη η επιχειρηματολογία του Gunn φαίνεται να χάνει στο σημείο που καλείται να κάνει αυτό το σχήμα λίγο πιο συγκεκριμένο, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο όντως αυτή η διαδικασία αυτοκατάργησης σχηματίζει ομαδοποιήσεις βάσει κάποιων προ-υπάρχοντων κοινωνικών χαρακτηριστικών «ενάντια» στα οποία στρέφεται ακριβώς η διαδικασία της ταξικής πάλης . Έτσι κατά τη γνώμη μας η όλη επιχειρηματολογία-προσέγγιση του Αλτουσέρ και των ακολούθων του δεν είναι εντελώς χαμένη υπόθεση (το ζήτημα θίγεται στην παρ.13-14 κυρίως) κυρίως αν δεχτούμε αυτό που ισχυρίζεται ο ίδιος ο Gunn ότι ο προλετάριος δεν σχετίζεται μόνο με τα μέσα παραγωγής αλλά και με το τοπικό κλαμπ ή την τάδε λέσχη, ή τα τάδε άτομα κτλ. Υπάρχει δηλαδή ένα σύνολο παραγόντων που επενεργούν στην ίδια την διαδικασία της ταξικής πάλης ως συσσώρευση αντιφάσεων αυτού του κόσμου. Η αλήθεια είναι ότι ο «κοινωνιολογικός μαρξισμός» επιλύει το ερώτημα αυτό προσπαθώντας να καταλήξει σε μια «γενική αλλά καθορισμένη αλήθεια» με την περιβόητη φράση του «καθορισμού στη τελευταία στιγμή» η οποία αν και αποτελεί πρόοδο, ηχεί ακόμα μια κάποια αιτιοκρατία. Απ’την άλλη μια προσέγγιση σαν του Gunn προσπαθώντας να ανοίξει την έννοια της τάξης ως διαδικασίας, αδυνατεί να μπει σε περαιτέρω προσδιορισμούς-έστω διαλεκτικούς- για το πως αυτή η διαδικασία υποστασιοποιείται ανά ιστορική συνθήκη και περίπτωση (τουλάχιστον σε αυτό το κείμενο). Πίσω από την επιχειρηματολογία του εδώ, και όπως έχει υποστηρίξει και αλλού, ηχεί μια θετική επιθυμητική οντολογία του ατόμου, η οποία βρίσκεται σε αντιδιαστολή και σύγκρουση με την διαρκή διάψευση της από την καπιταλιστική κυκλοφορία.

Με βάση αυτή τη λογική, ο Gunn καταλήγει στο εξαιρετικά χρήσιμο συμπέρασμα ότι η ταξική πάλη είναι εμμενώς επαναστατική καθώς είναι ο όρος για την ύπαρξη της τάξης per se ως ανταγωνιστικής διαδικασίας (και όχι ομάδας) προς την αστική κοινωνία γενικά, ως προς αυτή την ολότητα ρόλων, κατηγοριών κτλ. Από αυτό συνεπάγεται και μια επέκταση των προβληματισμών, για έναν διαχωρισμό μεταξύ ταξικών και μη ταξικών αγώνων, όχι βάσει της «ταξικής σύνθεσης τους με όρους μέσων παραγωγής» αλλά με όρους ιστορικής συγκυρίας, δηλαδή σε μια καθορισμένη στιγμή, και έναν καθορισμένο χρόνο, ποιος αγώνας προκαλεί κρίση τόσο στην ολότητα στην οποία εντάσσεται αλλά και στον εαυτό του. 

εισαγωγή-μετάφραση a ruthless critique.

Σημειώσεις πάνω στην έννοια τη τάξης

1. Είναι πολύ ευκολότερο να ειπωθεί, σύμφωνα με το μαρξισμό, τι δεν είναι η Τάξη από το τι είναι. Η τάξη δεν είναι μια ομάδα ατόμων, που διευκρινίζεται από αυτό που που έχουν από κοινού (το εισόδημα-επίπεδό τους ή τρόπος ζωής, «η εισοδηματική πηγή τους» [1], σχέσης τους με τα μέσα της παραγωγής, κ.λπ.). Το προλεταριάτο, παραδείγματος χάριν, δεν πρέπει να οριστεί απλά ως μια ομάδα «σε σχέση με μια άλλη ομάδα του κεφάλαιου». [2] ούτε είναι μια τάξη μια δομικά και σχετικά καθορισμένη «θέση» στο κοινωνικό τοπίο (μια θέση που το άτομο μπορεί «να καταλάβει» ή στην οποία, ως άτομα, μπορούν «να περιληφθούν», [3] κ.λπ.). Η διαφορά μεταξύ «των εμπειρικών» και των «δομιστικών» μαρξισμών, που μεταχειρίζεται αντίστοιχα τις κατηγορίες ως ομάδες ατόμων ή ως «θέσεις», είναι εν προκειμένω τετριμμένη. Ελλείψει ενός καταλληλότερου όρου θα αναφερθώ στην άποψη που μεταχειρίζεται τις τάξεις είτε ως ομάδες ή όπως θέσεις σε μια δομή ως «κοινωνιολογική» σύλληψη της Τάξης.

2. Ο μαρξισμός θεωρεί την τάξη ως, όπως το κεφάλαιο το ίδιο (Marx 1965 σελ. 766), μια κοινωνική σχέση. Μια σχέση δεν μπορεί να είναι ομάδα ούτε καν μια σχετικά προσδιορισμένη ομάδα, ούτε μπορεί να είναι μια θέση (σχετικά διευκρινισμένη κοινωνική θέση) στην οποίο μια ομάδα μπορεί να συγκροτηθεί, ή μπορεί να «σταθεί». Θέτοντας κατά μέρος τέτοιες απόψεις, μπορούμε να πούμε ότι η Τάξη είναι η ίδια η σχέση (παραδείγματος χάριν, η σχέση κεφαλαίου-εργασίας) και, πιο συγκεκριμένα, μια σχέση της πάλης. Οι όροι «τάξη» και «ταξική-σχέση» είναι αμοιβαία αντικαταστήσιμοι, και «μία» τάξη είναι μια ταξική σχέση κάποιου ιδιαίτερου είδους.

3. Με άλλα λόγια: δεν είναι ότι τάξεις, ως κοινωνικά δεδομένες οντότητες, εισάγονται στην πάλη. Μάλλον η ταξική πάλη είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση της τάξης. Καλύτερα ακόμα: η ταξική πάλη είναι η ίδια τάξη. (Έτσι ο Marx εισάγει «την τάξη» στην αρχική πρόταση του κομμουνιστικού μανιφέστου.) Το ότι η «ταξική πάλη» είναι εγγενής «στην τάξη» είναι το βασικό επιχείρημα του Marx όταν τονίζει ότι η ύπαρξη «δι’ εαυτήν» – δηλ. η αντιπολιτευτική, αγωνιζόμενη ύπαρξη – είναι εγγενής στην ύπαρξη της Τάξης (Marx 1969 σελ. 173).

4. Θα αναφερθώ στη σύλληψη της τάξης ως σχέση (μια σχέση πάλης) ως «μαρξιστική» σύλληψη της τάξης: εδώ, κάτι περισσότερο από απλή ευκολία υπαγορεύει την επιλογή ορολογίας. Εμφανώς, η κοινωνιολογική σύλληψη της τάξης αντιμετωπίζει την αμηχανία ότι δεν μπορούν όλα τα άτομα στην αστική κοινωνία να ταξινομηθούν «αυστηρά», στις ομάδες που ονομάζει «κεφαλαιοκράτες» και «προλεταρίους». Αυτή η αμηχανία παράγεται από τη σύλληψη των κατηγοριών ως ομάδες ή θέσεις, και για να δραπετεύσει αυτήν την αμηχανία, ο κοινωνιολογικός μαρξισμός έχει προσφύγει στις κατηγορίες όπως «μεσαίες τάξεις», και «μέσα στρώματα», κ.λπ.: τέτοιες κατηγορίες είναι είτε «υπόλοιπα» ή catch-all ομάδες και, εν ολίγοις, θεωρητικά θραύσματα που παράγονται από ένα εννοιολογικό σχέδιο. Η μαρξιστική σύλληψη της τάξης, αντίθετα, δεν αντιμετωπίζει καμία τέτοια δυσκολία: θεωρεί την ταξική σχέση (πέστε, η σχέση κεφαλαίου-εργασίας) ως δόμηση των ζωών διαφορετικών ατόμων σε διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης. Η αντίθεση εν προκειμένω μεταξύ των μαρξιστικών και κοινωνιολογικών συλλήψεων της τάξης μπορεί να διευκρινιστεί, κατά προσέγγιση, ως εξής:

15215867_1633673683596647_607026903_o
Ειδικά, αυτή η απεικόνιση είναι απλοποιημένη επειδή η διαφορά στους τρόπους με τους οποίους η σχέση κεφαλαίου-εργασίας κτίζει τις ζωές των ατόμων στην αστική κοινωνία είναι τόσο πολύ ποιοτική όσο και ποσοτική: ένα διάγραμμα μπορεί μόνο να είναι «μη-διαλεκτικό», αφαιρώντας όχι μόνο από τις ποιοτικές διακρίσεις αλλά και από τη «καθαρή αταξία της ζωής» (Hegel 1977 σελ. 27) – η αταξία της πάλης – που χαρακτηρίζει μια ταξική σχέση σε οποιαδήποτε δεδομένη περίπτωση. (Το πρότυπο για τέτοια χωρικά διαγράμματα είναι του Joachim Fiore, τα οποία δεν είναι πλέον απαραίτητα μόλις η λογική που διεγείρουν μπει σε λειτουργία: βλ. Reeves 1976 σελ. 13.)


5. Ποιες ποιοτικές μορφές μπορεί να πάρει η δόμηση των ζωών από την σχέση κεφαλαίου-εργασίας (άλλη μια φορά να τονίσουμε, μια σχέση πάλης); Η μορφή στην οποία ο Marx δίνει έμφαση ειδικά είναι αυτή της εκμετάλλευσης/απαλλοτρίωσης. Άλλες μορφές περιλαμβάνουν το συνυπολογισμό/αποκλεισμό (Foucault), το σφετερισμό/δαπάνες και την ομοιογένεια/ετερογένεια (Bataille) και την ενσωμάτωση/άρνηση (Marcuse, Tronti): [4] ο κατάλογος είναι φαινομενολογικά πλούσιος, και απέραντος.


6. Μια διαφορά μεταξύ των μαρξιστικών και κοινωνιολογικών απόψεων, όπως διευκρινίζονται ανωτέρω, είναι ότι στη μαρξιστική άποψη ο «καθαρός» εργαζόμενος (που τοποθετείται στην ακραία αριστερή πλευρά), του οποίου η κοινωνική ύπαρξη δεν είναι διαιρεμένη (αντίθετα από όλες τις «ενδιάμεσες» φιγούρες ) σε καμία περίπτωση σε σχέση με τον εαυτό της, δεν είναι σε καμία περίπτωση μεθοδολογικά προνομιούχα θέση. Ούτε και ο «καθαρός» κεφαλαιοκράτης βρίσκεται σε προνομιούχα θέση. Και οι δύο πρέπει να ιδωθούν ως τα άκρα που ορίζουν τις περιπτώσεις και, ως τέτοια, γίνονται αντιληπτά μόνο όπως περιπτώσεις ένα ποικιλόμορφα δομημένο πλήθος περιπτώσεων. Η κοινωνιολογική άποψη, αφ’ ετέρου, μεταχειρίζεται τον «καθαρό» εργαζόμενο και τον «καθαρό» κεφαλαιοκράτη ως μεθοδολογικούς στυλοβάτες μεταξύ των οποίων ο Ιστός των άλλων ενδιάμεσων κοινωνικών κατηγοριών ξεδιπλώνεται.


7. Η διαφορά είναι σημαντική επειδή, σύμφωνα με τον Marx, ο «καθαρός» εργαζόμενος δεν υπάρχει. Αυτό δεν είναι καθόλου λόγω μιας σχετικής πτώσης στους αριθμούς της «παραδοσιακής εργατικής τάξης» (όπως και αν αυτή η θεωρητικά ύποπτη ομάδα καθορίζεται). Αντίθετα, είναι επειδή η ίδια η  μισθωτή σχέση είναι αστική και μυστικοποιητική μορφή (μέρος VI Marx 1965): όποιος ζει υπό τη σχέση αυτή – ακόμα και, και ειδικά, ο πλήρως-απασχολούμενος παραγωγός της υπεραξίας – ζει μια ζωή διαιρεμένη και αλλοτριωμένη σε σχέση με και ενάντια στη ζωή καθ’αυτή. Τα πόδια του/της παραμένουν χωμένα στην εκμετάλλευση ακόμη και αν το κεφάλι (που προσπαθεί να αναλύσει αυτήν την εκμετάλλευση από την άποψη «των χαμηλών μισθών», δηλ. στους όρους που είναι μυστικοποιημένοι) αναπνέει στα ιδεολογικά σύννεφα της αστικής κοινωνίας. [5] Συνεπώς, η διαχωριστική γραμμή της ταξικής πάλης περνά μέσα από το ατόμο από το οποίο η υπεραξία παράγεται (όπως, για παράδειγμα, με την φιγούρα που στέκεται δεύτερη-οπό-αριστερά στο διάγραμμα). Εδώ, πάλι, δεν υπάρχει καμία αμηχανία για τη μαρξιστική σύλληψη της Τάξης που ενδιαφέρεται με τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους οι σχέσεις κεφάλαιο-εργασία, ανταγωνιστικά, δομούν τις ιδιαίτερες ζωές. Αλλά η μη ύπαρξη και μόνο ενός προλεταριάτου σε όλη του την αγνότητά μπορεί να γκρεμίσει την κοινωνιολογική σύλληψη της κατηγορίας.

8.Μια περαιτέρω εμφανής διαφορά μεταξύ των δύο σχεδίων είναι ότι ο μαρξιστής μιλά για μια ενιαία κατηγορίασχέση (συγκεκριμένα, η σχέση κεφάλαιοεργασίας) όπως γενικεύεται στην υπάρχουσα κοινωνία ενώ το κοινωνιολογικό σχέδιο αναγνωρίζει τόσες τέτοιες σχέσεις όσες είναι οι πιθανές συνδέσεις μεταξύ των κοινωνικών θέσεων ή των ομάδων. Για το λόγο αυτό, οι «κοινωνιολόγοι» κατηγορούν τους «μαρξιστές» για αναγωγισμό. Στην πραγματικότητα, είναι ενάντια στους κοινωνιολόγους τους ίδιους που η κατηγορία του αναγωγισμού μπορεί να αποδοθεί. Οι κοινωνιολόγοι θέλουν να τοποθετήσουν κάθε άτομο, κατηγορηματικά και χωρίς κάποια υπενθύμιση (Στμ-εννοεί εδώ χωρίς κάποια επεξήγηση ότι αυτό είναι κάποια αναλυτική στρατηγική κτλ), στο πεδίο καθορισμένων ομάδων ή θέσεων: ένα «cross- categorial» άτομο δεν μπορεί να εμφανιστεί στην εικόνα που οι κοινωνιολόγοι παρουσιάζουν. Ο λόγος «πολλαπλασιασμού» των όρων «των μεσαίων τάξεων, των μέσων στρωμάτων, των νέων μικρόαστικών τάξεων, κ.λπ, είναι να βρουν κάποια κατηγορία στην οποία κάθε άτομο μπορεί να οριστεί κατηγορηματικά. Ως εκ τούτου ακριβώς οι τρόποι με τους οποίους, με ταξικούς όρους, τα άτομα διαιρούνται με και ενάντια στους ίδιους τους τους εαυτούς οι πολυάριθμοι και σύνθετοι τρόποι με τους οποίους η διαχωριστική γραμμή των ταξικών πρακτικών η οποία περνά μέσα και όχι ανάμεσα από τα άτομα εξαφανίζονται. Να ποιος είναι ακριβώς ο αναγωγισμός των κοινωνιολόγων. Η μαρξιστική σύλληψη της τάξης, σε αντίθεση, φέρνει τη βιωματική αφθονία του πλέγματος αυτής της αυτό-αντιφατικής ζωής στο πλήρες θεωρητικό και φαινομενολογικό φως. Η άποψη ότι ο μαρξισμός μειώνει τη βιωμένη εμπειρία της μεμονωμένης υποκειμενικότητας σε ένα παιχνίδι των απρόσωπων και «θολών» αντικειμενικών «ταξικών δυνάμεων» [6] είναι ο λιγότερος κίνδυνος όταν «γίνεται κατανοητή η τάξη» υπό την αυθεντικά μαρξική προσέγγιση της.

9. Ένα σχετικό σημείο είναι ότι η μαρξιστική σύλληψη, αντίθετα από αυτήν των κοινωνιολόγων, δεν αναλύει την τάξη από την οπτική γωνία του ενός ή του άλλου κοινωνικού ρόλου. Από το πρόωρο δοκίμιό του «Το εβραϊκό ζήτημα» και μετά, ο Marx στηλιτεύει, ως αλλοτριωμένη και αν-ελεύθερη, οποιαδήποτε κοινωνία όπου ρόλοικαθορισμοί (ή ένα «ένας κοινωνικός καταμερισμός εργασίας») εμφανίζεται. Μακριά από την χρήση των ρόλωνκατηγοριών ως μεθοδολογική αρχή, η μαρξική άποψη της τάξης απεικονίζει το άτομο ως πεδίο μιας πάλης της πάλης του/της που φέρνει όχι μόνο τις «καθολικές» (κοινωνικά ομογενοποιημένοι ρόλοι) αλλά και «ιδιαίτερες» (μοναδικές και κοινωνικά ετερογενής στην καθεμιά) διαστάσεις της προσωπικότητας στο παιχνίδι. Ούτε θεωρητικά ούτε στην πράξη ρόλοικαθορισμοί όπως «προλετάριος» ή «οι αστοί» (ή πράγματι «άνδρας» ή «γυναίκα» ή «πολίτης») αντιπροσωπεύουν λύση για τον Marx, αντίθετα σηματοδοτούν ένα μεταξύ των πολλών προβλημάτων που «η τάξη» στο μαρξιστικό προσδιορισμό της προορίζεται να επιλύσει..

10. Μεταξύ των μαρξιστικών και κοινωνιολογικών συλλήψεων της τάξης ακόμα ένας τομέας διαφοράς είναι, φυσικά, πολιτικός. Η κοινωνιολογική άποψη διαφημίζει μια πολιτική των συμμαχιών μεταξύ των τάξεων και των ταξικών φραξιών: επιπλέον αποδίδει στη «καθαρή» εργατική τάξη έναν προνομιούχο ηγεμονικός πολιτικό ρόλο. Κανένα θέμα τέτοιων συμμαχιών δεν προκύπτει στη μαρξιστική άποψη. Ούτε η «καθαρή» εργατική τάξη (οι εργαζόμενοι σε αντιδιαστολή με τους ανέργους, οι άμεσοι παραγωγοί υπεραξίας σε αντιδιαστολή με τους «έμμεσους» παραγωγούς, το προλεταριάτο σε αντιδιαστολή με το λούμπεν προλεταριάτο, εκείνοι η των οποίων εργασία όχι) έχει μια μεθοδολογικά προνομιακή θέση: καθώς μια τέτοια «θέση» δεν υπάρχει. Ούτε υπάρχει οποιοδήποτε θέμα για «τις αναδυόμενες» σε αντιδιαστολή με τις «μειούμενες» τάξεις ένα μονοπώλιο του επαναστατικού ενδιαφέροντος ή της δύναμης: τέτοιες προδιαγραφές έχουν μόνο νόημα όταν βλέπουμε τις κατηγορίες ως θέσεις ή ως ομάδες. Τέλος, ολόκληρη η έννοια ενός κόμματος εμπροσθοφυλακής (συν τις παραλλαγές του) ανατρέπεται δεδομένου ότι η διάκριση μεταξύ «προηγμένων» και «μη-προωθημένων» ταξικών στοιχείων εξαφανίζεται μαζί με την κοινωνιολογική σύλληψη της τάξης. Εν συντομία: αυτό που έχει περάσει παραδοσιακά ως «μαρξιστική» πολιτική ανάλυση είναι στην πραγματικότητα κοινωνιολογική, και αυθεντικά μαρξιστικά κομμάτια πλέον σχετίζονται με την αναρχική πολιτική δραστηριότητα.

11. Εάν οι τάξεις δεν είναι ομάδες ή θέσεις αλλά σχέσεις της πάλης, κατόπιν στο μέτρο που η επαναστατική σύγκρουση λαμβάνει τη μορφή μιας σύγκρουσης μεταξύ ομάδων (αλλά αυτό συντελείται ελλιπώς και «ακάθαρτα») αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης καθ’αυτής. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητό κοινωνιολογικά, παραδείγματος χάριν, ως μια επαν-εμφάνιση μιας ήδη υπάρχουσας τάξης –να τη επιτέλους! στην επίσης προκαθορισμένηθεωρητική και πολιτική«αλήθεια» της. Η ερώτηση ενώπιον του ατόμου δεν είναι σε ποιας τάξης την πλευρά ανήκει, αλλά μάλλον σε ποια πλευρά (της ταξικής σχέσης) στέκεται, και ακόμα αυτή η τελευταία ερώτηση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως επιλογή μεταξύ των κοινωνικά προϋπαρχόντων θέσεων ή των ρόλων. Όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, η ταξική πάλη παραμένει εγγενώς απρόβλεπτη. Η μαρξική σύλληψη της κατηγορίας εστιάζει αισθητά στο ζήτημα της επιλογής με το οποίο η ταξική πάλη μας φέρνει αντιμέτωπους διαρκώς και με αυτό τον τρόπο απαγορεύει την έκκληση και αναγωγή σε οποιοδήποτε ρόλο ή ομάδα στην οποία (σύμφωνα με την κοινωνιολογία) στεκόμαστε ήδη πριν από την οποιαδήποτε καθοριστική επιλογή επιλέγουμε να κάνουμε. Αυτό το αποκλείει ειδικά επειδή μας απεικονίζει ως διχασμένα υποκείμενα ως προς τον εαυτό μας από τη δύναμη της ταξικής πάλης στην οποία, σε μια ταξική κοινωνία, συμμετέχουμε πάνταήδη συνειδητά ή ασυναίσθητα.

12. Όποια/ος θέλει, μπορεί φυσικά να αντλήσει κοινωνιολογικά επιχειρήματα από τα κείμενα Marx. Ειδικά στα πολιτικά γραπτά του, ο Marx δεν ήταν πάντα μαρξιστής: παραδείγματος χάριν η σύλληψη των «δύο μεγάλων στρατόπεδων» της τάξης όπως εμφανίζεται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο(Κ.Μ) προέρχεται από την σύλληψη της μαρξιστικής κατηγορίας της τάξης ως μια σταθερής κοινωνιολογική έννοιας. Όμως ήταν ο Marx ο ίδιος που, πολύ πριν από τους κριτικούς και τους αναθεωρητές του, επισήμανε ότι καθώς ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής προοδεύει, οι αριθμοί των «μεσαίων τάξεων» μπορεί να αυξηθούν (Marx 1968 Σ. 562, 573) και όμως γράφει ένα βιβλίο, που τιτλοφορείται Κεφάλαιο, στο οποίο μια ενιαία ταξική σχέση (η σχέση κεφάλαιοεργασίας) είναι το θεωρητικό «αντικείμενο» που εξετάζεται. Αυτό το αίνιγμα μπορεί να επιλυθεί μόνο με την ερμηνεία της παρατήρησης του για τις μεσαίες τάξεις ως κοινωνιολογική, και με την ανάγνωση του κύριου επιχειρήματος του Κεφαλαίου ως μαρξική υπό την άνωθι προσδιορισμένη μορφή.

  13. Η κοινωνιολογική σύλληψη της τάξης, όποτε επιθυμεί να λάβει «μαρξιστικά πιστοποιητικά», γίνεται πάντα οικονομικά ντετερμινιστική. Αυτό συμβαίνει επειδή ο μόνος «δείκτης» για το «ταξικό ανήκειν» κάποιας/ου («η τάξη», εδώ, για ακόμα μια φορά γίνεται μια θέση σε μια προσδιορισμένη ομάδα) που τα γραπτά του Marx παρέχουν είναι αυτός μιας κοινής σχέσης με τα μέσα της παραγωγής. Εκτός από το συσχετισμό με τα μέσα της παραγωγής, εντούτοις, τα άτομα μέλη της τάξης (ή εσωτερικά ταξικά διχασμένα) βρίσκονται σχετιζόμενα με το κράτος και με «την ιδεολογία» για να μην μιλήσουμε για την τοπική εκκλησία ή την ομάδα ποδοσφαίρου τους ή το τοπικό μπαρ. Ως εκ τούτου, αμέσως, η κοινωνιολογική σύλληψη της τάξης παράγει ένα σχήμα ιδιαίτερων κοινωνικών «επιπέδων» ή «πρακτικών» ή «στιγμών» (Althusser) και πρέπει να εξετάσει το θέμα για το πώς αυτά τα επίπεδα συσχετίζονται. Η απάντηση είναι γνωστή: στην στiγμή «η οικονομική κίνησηεπικαθορίζει αναγκαία την διαδικασία». [7] Στην τελευταία περίπτωση, με άλλα λόγια, ο κοινωνιολογικός μαρξισμός ανέρχεται σε οικονομική αιτιοκρατία με-φυσικά- πολύ μακρές και σύνθετες αιτιοκρατικές συνεπαγωγές. Το να ισχυριστεί κάποιος, όπως ο Althusser, ότι μια τέτοια θεωρία (λόγω της πολυπλοκότητας της) δεν είναι πλέον οικονομίστικη είναι σαν τον ισχυρισμό ότι μια μηχανή δεν είναι πλέον μια μηχανή λόγω των πολλών γραναζιών που λειτουργούν στο εσωτερικό της.

14. Με τη μαρξιστική σύλληψη της τάξης, τα πράγματα είναι διαφορετικά είναι διαφορετικά. Η διάκριση του Marx μεταξύ της κατηγορίας «καθ’ αυτής» και «για τον εαυτό της » πρέπει να γίνει κατανοητή ως διαχωρισμός, όχι μεταξύ των κοινωνικών επιπέδων (βλ. υποσημείωση 5, ανωτέρω), αλλά μεταξύ των κοινωνιολογικών και μαρξιστικών συλλήψεων της τάξης της ίδιας: εάν μια τάξη εμφανίζεται μόνο ως τέτοια όταν είναι «για τον εαυτό της» η έπειτα πολιτική πάλη με όλες τις απρόβλεπτες διακλαδώσεις και τις εξελίξεις της και τις δαπάνες χτίζεται ήδη σε αυτά που ο κοινωνιολογικός μαρξισμός μεταχειρίζεται ως οικονομική «βάση». Εκτιμώντας ότι ο κοινωνιολογικός μαρξισμός προσπαθεί να ενώσει τα επίπεδα που υποθέτει ότι είναι διακριτά, και βάσει μιας τέτοιας αφετηρίας και προβλήματος μπορεί να το πραγματοποιήσει μόνο επάνω σε αιτιοκρατικές προσεγγίσεις και εξωτερικές σχέσεις[σε σχέση με την τάξη] οι οποίες όμως είναι δομικές (Althusser), ο μαρξιστικός μαρξισμός κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση και κάνει τις διακρίσεις μέσα σε ένα αντιφατικό σύνολο, δηλ. μέσα σε ένα εσωτερικά ανταγωνιστικό σύνολο: «Το συγκεκριμένο γενικό είναι συγκεκριμένο επειδή είναι η συγκέντρωση πολλών προσδιορισμών, και ως εκ τούτου η ενότητα των διαφορών του (Marx 1973 σελ. 101). Δεδομένου ότι το διάγραμμα στην παράγραφο 4 καθιστά σαφές, το σύνολο της ταξικήςσχέσης που είναι συγκεκριμένα , παραδείγματος χάριν, η αστική κοινωνία (η σχέση συνολική κεφαλαίουεργασίας) είναι παρούσα πλήρως παρούσα, εν τούτοις ποιοτικά με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε ένα από τα άτομα που αποτελούν στιγμές ή μέρος της αστικής κοινωνίας. Το πιο ουσιαστικό σημείο ειπώθηκε πολύ καιρό πριν, από το πρόωρο Lukács: «Δεν είναι η πρωτοκαθεδρία των οικονομικών κινήτρων στην ιστορική εξήγηση που αποτελεί την αποφασιστική διαφορά μεταξύ του μαρξισμού και της σκέψης αστών, αλλά η οπτική της ολότητας» (Lukács 1971 σελ. 27).

15. Μαζί με «οπτική της ολότητας», μια πλήρως νέα σύλληψη της πολιτικής της τάξης παρουσιάζεται στο παιχνίδι. Μόλις «η πολιτική γίνεται αντιληπτή» (όπως από τους κοινωνιολόγους) ως ξεχωριστό κοινωνικό επίπεδο η καθοριστική δοκιμασία για την ύπαρξη της τάξης «για τον εαυτό της» γίνεται ο σχηματισμός ενός πολιτικού κόμματος, λίγο-πολύ συμβατικού τύπου που σημαίνει: ενός αστικού τύπου. Συνεπώς γίνεται αντιληπτό ως, ένα κόμμα πρωτοπορεία μεταξύ μιας πληθώρας αστικών κομμάτων. Εντούτοις δεν είναι ο Marx, αλλά μάλλον η αστική κοινωνία, η οποία κάνει τον διαχωρισμό μεταξύ των επιπέδων του πολιτικού κράτους και της κοινωνίας των πολιτών βλ. «στο εβραϊκό ζήτημα» και ορίζει τo πρώτo ως χώρο όπου οι κοινωνικές ομαδοποιήσεις στην «ωριμότητά» τους (δηλαδή στη συμμόρφωσή τους με τους αστικούς ρόλους τους) μπορούν να ανταγωνιστούν. Η μαρξιστική σύλληψη της κατηγορίας, ή με άλλα λόγια «η οπτική της ολότητας», απορρίπτει ακριβώς τη στενότητα της σύλληψης της πολιτικής που η κοινωνιολογική σύλληψη της τάξης συνεπάγεται. Στη μαρξιστική άποψη, η πολιτική γίνεται τόσο ευρεία όσο οι μορφές που η ταξική πάλη (και με αυτόν τον τρόπο η ίδια η τάξη) απρόβλεπτα λαμβάνει. Όχι μόνο δεν είναι κανένα ζήτημα που αποκλείεται από τη πολιτική ατζέντα, η έννοια των πολιτικών ατζεντών αποκλείεται καθ αυτή, δεδομένου ότι οποιαδήποτε τέτοια ατζέντα αποκλείει και περιθωριοποιεί οποιοσδήποτε δεν εμπίπτει σε κάποια θεωρητικά καθιερωμένη εκ των προτέρων πολιτική λογική.

16. Οι ανωτέρω αξιώσεις ούτε στην ολότητα ούτε στα επιμέρους σημεία στοχεύουν σε μια υπεράσπιση της σύλληψης της τάξης που έχουν προσπαθήσει, σχηματικά, να επαναδιατυπώσουν. Μάλλον, ο στόχος τους ήταν να καταστήσει σαφές τι μια μαρξιστική κατανόηση της τάξης συνεπάγεται. Όσον αφορά στην αξιολόγηση αυτής της κατανόησης: η μόνη πρόταση που μπορεί να σκιαγραφεί μια πιθανή γραμμή εύφορης κριτικής επερώτησης, είναι αυτή που ρωτά εάν η σχέση κεφαλαίου εργασίας είναι η προϋπόθεση μέσα στην οποία διεξάγεται τη ταξική πάλη και συνεπώς χτίζει συνολικά τις ζωές μας σε όλη την πολυπλοκότητα τους. Και εδώ δεν μπορεί να υπάρξει κανένα θέμα που να αντικαθιστά τη μαρξιστική κριτική: άλλες τέτοιες σχέσεις (σεξουαλικές και φυλετικές σχέσεις, παραδείγματος χάριν) μεσολαβούνται μέσω της σχέσης κεφάλαιο ακριβώς όπως, από τη μεριά της η σχέση κεφάλαιο, υπάρχει διαμεσολαβούμενη από τις σχέσεις αυτές. Η διερεύνηση για το ποια τέτοια σχέση είναι «κυρίαρχη» παραμένει απλά μια σχολαστικότητα εκτός αν ενταχθεί σε συγκεκριμένα πολιτικά και ιστορικά πλαίσια εξέτασης (που συνεπάγεται μια φαινομενολογική προσέγγιση). Και πολιτικά και μεθοδολογικά, το μεγάλο πλεονέκτημα της μαρξιστικής από την κοινωνιολογική κριτική είναι ότι ελευθερώνει το μαρξισμό από κάθε κηλίδα ντετερμινισμού που ο Marx κατέταξε ως μεταξύ των πιο δολοφονικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής η τυραννία της «νεκρής» εργασίας πέρα στη «ζωντανή» εργασία, ή με άλλα λόγια η επιβολή του παρελθόντος (όπως σε όλα τα ντετερμινιστικά σχήματα) πέρα από το παρόν και το μέλλον και στην οποία από την αρχή έως το τέλος αντέταξε ανελέητα τις καλύτερες στιγμές της σκέψης του. Αυτό συμβαίνει καθώς το αντικείμενο ανάλυσης της μαρξιστικής σκέψης είναι ο συνεχής και αδιάκοπος ταξικός αγνώνας, ο οποίος αποτελεί για τον Μαρξ την ύπαρξη της τάξης per se.

υποσημειώσεις.

1. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα τουλάχιστον από το τελευταίο, μισοτελειωμένο κεφάλαιο, του τρίτου τόμου του κεφαλαίου. (Marx 1971 pp. 885-6).

2. Marx (1969) p. 173.

3. Cf. Althusser (1971) pp. 160-5.

4. See Foucault (1979) Part Four, ch. 2; Bataille (1985); Marcuse (1968); Tronti (1979).

5. Η άποψη που θέλει την «ιδεολογική» μυστικοποίηση της μισθωτής σχέσης να αφήνει τον εργάτη στην καθαρή του κοινωνική θέση ανεπηρέαστο βασίζεται στην μεταχείριση της ιδεολογίας και της παραγωγής ως διακριτές λογικά ή ξεχωριστές στιγμές. Το ίδιο κάνει και μια ανάγνωση του Μαρξ που βασίζεται στην διάκριση καθ’ αυτής και δι’ εαυτής τάξης η οποία σχολιάζεται στην παράγραφο 14, για την λογική των επιπέδων δες παράγραφο. 13. Εν συντομία αξίζει α σημειωθεί ότι η μεταχείριση της ιδεολογίας ως ξεχωριστού αλλά προσδιορισμένου επιπέδου, παραμένει εντελώς μυστήρια μόνο επειδή  και μια ιδέα της κοινωνικής ύπαρξης χωρίς κάποιο «υπόλοιπο» πχ το φύλο, την αρχιτεκτονική, την εργατική πειθαρχία, ή την επιστημονική γνώση, περιέχει η ίδια ιδεολογική φόρτηση.

6. Για μια συζήτηση αυτού δες Sartre (1963).

7. Engels σε J Bloch Σεπτέμβριος 21-22 1890 (Marx/Engels n.d. p. 498).Η διάκριση του Althusser μεταξύ καθοριστικών και κυρίαρχων στιγμών της δομής αποτελεί μια επαναδιαμόρφωση της ίδιας βασικής ιδέας.

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: