//
you're reading...
σχολιασμοί

Ηλιοτρόπια

img_4908-32.jpg

Ταξιδεύοντας από την Θεσσαλονίκη στην Αθήνα με τρένο, κάποιος μπορεί να βιώσει περίεργα συναισθήματα. Τα χρονοβόρα ταξίδια, κυρίως όταν δεν οδηγείς εσύ και σου απομένει απελπιστικός χρόνος με τον εαυτό σου, είναι ιδιαίτερες εμπειρίες. Το ταξίδι, το οποίο μας μετακινεί σε μεγάλες αποστάσεις, αλλά παραμένει χρονοβόρο, έχει μια μαγική ιδιότητα: αποσυνδέει ριζικά το χρόνο από τον χώρο. Ξαφνικά λοιπόν, στο τρένο, έχεις χρόνο, χρόνο για εσένα, και ταυτόχρονα κανένας χώρος δεν σε ορίζει: δεν είσαι πρακτικά πουθενά.

Η ιδιαίτερη αυτή παρενέργεια του βιομηχανικού κατασκευάσματος που λέγεται τρένο, είναι μοναδική και δεν θα πρέπει να συνδέεται με παλαιότερες μορφές ταξιδιού, όπως η άμαξα. Η άμαξα ήταν ένα κουραστικό ταξίδι, οι άνθρωποι μέσα της είχαν ουσιαστικά μικρή άνεση, ενώ η ταχύτητα της ήταν σχετικά αργή για να δημιουργήσει μια ρήξη μεταξύ χώρου και χρόνου. Το τρένο από την άλλη δεν πάει ούτε πολύ γρήγορα-ώστε να μηδενίσει τον χρόνο-ούτε όμως πολύ αργά ώστε να διατηρεί την ενότητα της αίσθησης του τόπου και της στιγμής. Στο τρένο λοιπόν-όπως και στο πλοίο- αν οι αισθήσεις είναι αρκούντως τεντωμένες, μπορεί να βιωθεί μια ιδιαίτερη έκσταση, μια ιδιαίτερη hic stans-ο χρόνος και ο χώρος μπορούν να καταβροχθιστούν από τον άνθρωπο, ο άνθρωπος μπορεί να στοχαστεί πάνω στο χρόνο και το χώρο σταματώντας τους. Γιατί εκεί, στο ταξίδι, φαίνεται κάθε στιγμή-πέρα από την αναχώρηση και την άφιξη-να μην έχει κάποιο εξωτερικό από αυτή  σκοπό. Είναι απλά χώρος και χρόνος ασύνδετοι μεταξύ τους, χωρίς αιτιότητες.

Όταν αυτός ο χρόνος και ο χώρος έχουν αποσυνδεθεί μεταξύ τους, ο τρόπος με τον οποίο οποιαδήποτε εικόνα λαμβάνεται από το μάτι τροποποιείται. Κάποια, δεν μπορεί να μην προσέξει τέτοια εποχή, κάπου εκεί στη μέση της διαδρομής, τα ολανθισμένα ηλιοτρόπια. Αρχικά, τα ηλιοτρόπια εμπίπτουν στη ματιά ως σοκ, ως ξάφνιασμα καθώς το έντονο και ζωντανό, ομοιογενές κίτρινο χρώμα τους διαφέρει από το πρασινοκαφέ τυπικό συνεχές επαρχιακό τοπίο. Παρόλα αυτά το ξάφνιασμα τούτο, έχει κάτι το ιδιαίτερο, το μοναδικό, καθώς η στιγμή του είναι διπλά περιορισμένη: δεν εμφανίζεται στο αντίκρισμα μας μόνο ξαφνικά και απροσδόκητα, αλλά εξίσου απροσδόκητα φεύγει: η ταχύτητα του τρένου, και το κάδρο του παραθύρου, γρήγορα περιορίζουν και κατευθύνουν το βλέμμα σε ένα νέο τοπίο, το πρασινοκαφέ επανέρχεται.

Στην φευγαλέα ματιά του ηλιοτρόπιου διαρρηγνύεται η παγιωμένη αίσθηση της καθημερινότητας του καπιταλιστικού κόσμου, είτε αυτή είναι η γνώριμη ρουτίνα ή το μεταμοντέρνο περιστρεφόμενο ντελίριο. Και αυτό γιατί η φευγαλέα ματιά στο ηλιοτρόπιο αποτελεί ένα ξάφνιασμα ομορφιάς, το οποίο είναι τόσο παροδικό, τόσο μοναδικό, που περικλείεται από την “χαμένη αύρα” της μοναδικότητας του έργου τέχνης, που χάθηκε-υποτίθεται-στην εποχή της βιομηχανικής αναπαραγωγής. Ετούτα τα ηλιοτρόπια δεν θα ιδωθούν κατά αυτό ακριβώς τον τρόπο, παρά μονάχα μια φορά, μία στιγμή, μια έκλαμψη. Και αυτό όχι γιατί δεν θα ξαναπεράσουμε με το τρένο από εκεί, ούτε (μόνο) γιατί οι συνθήκες, το φως ο άνεμος, η οπτική γωνία δεν είναι ποτέ ακριβώς τα ιδία, αλλά γιατί το ίδιο το βίωμα της στιγμής δεν θα μπορούσε να είναι το ίδιο καθώς ο αποσυνδεδεμένος χρόνος του τρένου, ακριβώς λόγω της απουσίας κάποιου σκοπού εξωτερικού της στιγμής, βιώνεται αυστηρά προσωπικά, μοναδικά. Δεν είναι το αντικείμενο του βλέμματος που αποκτά μαγεία, αλλά το ίδιο το βλέμμα και ο χρόνος του γίνονται μοναδικές-στιγμές-εντός-του-ίδιου-του-χρόνου. Το φευγαλέο ηλιοτρόπιο από το παράθυρο είναι η απόλυτη διαλεκτική εικόνα, έμφορτη με τις αντιφάσεις του σήμερα: μια εικόνα στιγμιαία και μοναδική, η οποία όμως αφήνει αποτύπωμα στο χρόνο, σαν σφραγίδα, καθώς στη προσωπική τούτη χρονικότητα υπάρχει η δυνατότητα να στοχαζόμαστε το αντικείμενο επ άπειρον και να σέρνεται η παρουσία του στη σκέψη πέρα από την ύπαρξη του. Δεν είναι μια φευγαλέα εικόνα που περνά καθώς πάμε στη δουλειά μας, που προσπερνάται αδιάφορα πνιγμένη στην αναγκαιότητα. Είναι μια εικόνα τόσο μοναδική που αναπαράγεται μετά διαρκώς δια της απουσίας της, δια της μοναδικότητας της σαν ανάμνηση, και όχι διά της αντιγραφής. Η ύστατη διαλεκτική αντίφαση, που προκαλεί την ανακούφιση στη κενότητα της εποχής είναι τούτη: η χαμένη μαγεία στον βιομηχανικό, υπερταχύ κόσμο, ανακτάται ειρωνικά μέσω της μοναδικότητας που προκαλεί στην εμπειρία ένα κατασκεύασμα του, το τρένο που διασχίζει τα τοπία.

Υπό αυτή την έννοια μας προκαλεί μια μελαγχολία η φευγαλέα σαγήνη, τούτη η μοναδικότητα που έρχεται και χάνεται στιγμιαία. Αυτή η λύπη είναι η κατάφαση, η υπόκωφη παραδοχή ότι η χαμένη μαγεία και γλύκα είναι στο σημερινό κόσμο η απόλυτη νοσταλγία και ο απόλυτος πόθος. Κάποιοι μπρος στο τρόμο τούτης της απώλειας παραδίδονται στον χαρωπό κυνισμό: τίποτα δεν υπάρχει! τίποτα δεν έχει νόημα! Άλλες όμως στην ματαιότητα: η ματαιότητα και η λύπη της, είναι ο μοναδικός τρόπος να διατηρηθεί η ελπίδα ύστερα από την παραδεκτή ματαίωση της. Γιατί η μελαγχολία της ματαιότητας, της παραδοχής ότι «το ωραίο, το μοναδικό χάθηκε στο σύγχρονο κόσμο» εξακολουθεί να ψιθυρίζει υπόκωφα τη μελωδία της χαράς, και τελικά κρατά άσβεστο το βίωμα του μοναδικού ως έλλειψη. Είναι μια μορφή αντίστασης. Τούτη η μελαγχολία, η λύπη συντηρεί κάθε όνειρο του παρελθόντος, καθώς αποτελεί μια ακόμα στιγμή, σε μια μακρά σειρά επαναστάσεων και ελπίδων. Είναι δικαίωση του παρελθόντος επί του παρόντος, όχι όμως ως αναπόληση γεγονότων αλλά ως νόστος για πλήρωση: η πρόοδος επέφερε απώλεια.

Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι το φευγαλέο τούτο χωράφι από ηλιοτρόπια είναι μια βαθιά αντικαπιταλιστική εικόνα, καθώς ερεθίζει μέσα μας τούτο το συναίσθημα έμμεσης αποστροφής του αστικού κόσμου. Όμως είναι βαθιά διαλεκτική καθώς η ίδια η εικόνα καθίσταται δυνατή λόγω του βιομηχανικού τρένου και της απονέκρωσης του χώρου που αυτό επιφέρει. Συνεπώς, οφείλουμε να παραδεχτούμε πέρα από κάθε αμφιβολία φίλοι μου, ότι το να κοιτάμε από τα παράθυρα του τρένου σκεπτόμενες, αποτελεί ένα ύψιστο είδος τέχνης, βαθιά μάλιστα κομμουνιστικής, καθώς προκαλεί ρήξεις στο οικείο, αλλά μπορεί να το κάνει και η καθεμία, αρκεί να μη κοιτά το ρολόι της.

Και άμα έχεις κόψει και μικρότερο εισιτήριο, εκεί να δεις κομμουνισμό, μπορεί ακόμα καλύτερα να χαμογελάς υπόκωφα κάθε φορά που περνά ο ελεγκτής φωνάζοντας : Παλαιοφάρσαλα, από Παλαιοφάρσαλα!

1/2 -07-2016

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: