//
you're reading...
Αναλύσεις

Η Μολδαβία είναι ένα αιχμάλωτο κράτος

10268665_10110244678089874_4046961961052047099_n

Οι πορείες της Μολδαβίας και η μορφή τους, φέρνει ξανά και ξανά το ίδιο ερώτημα στο τραπέζι: Υπάρχει συμβιβαστική λύση; μπορεί να υπάρξει ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο»; και αν ναι, τότε μεταξύ ποιών θα είναι αυτό, τώρα που τα παραδοσιακά επαναστατικά υποκείμενα ασθμαίνουν να καταλάβουν το κόσμο γύρω τους;

1.Το γενικό πλαίσιο μιας συνεχούς κρίσης.

Η Μολδαβία, έχει μια σειρά από ενοχλητικές πρωτιές. Είναι η πιο φτωχή από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, με τη μεγαλύτερη ανεργία, τους λιγότερους φυσικούς πόρους, τις λιγότερες υποδομές, και το χαμηλότερο ΑΕΠ στην ευρωπαϊκή ήπειρο γενικά. Τα πράγματα με λίγα λόγια είναι δύσκολα. Από το 1991 και μετά η Μολδαβία είναι σε μια παρόμοια κατάσταση με το Μαυροβούνιο και τη Μακεδονία. Βρίσκεται σε μια συνεχή «μετάβαση» και σε αντίθεση με χώρες όπως η Βουλγαρία ή η Σερβία, φάνηκε ανίκανη να περάσει μεταρρυθμίσεις (δες πιο κάτω στο 3) που μεν θα υποτιμούσαν την εργασία, αλλά θα τις έδιναν την κατάλληλη «ρευστότητα» ώστε να είναι κερδοφόρες οι επενδύσεις και να πάρει ανοδικά ποσοστά η συσσώρευση. Σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες χώρες, η Μολδαβία έμεινε μια χώρα μετάβασης και όχι αναπτυσσόμενη. Το κεφάλαιο φάνηκε να μην μπορεί να «εγκατασταθεί» σε μια χώρα όπου δεν του παρέχονταν οι απαραίτητες συνθήκες αξιοποίησης, τόσο σε επίπεδο νομοθετικού/κρατικού πλαισίου, όσο και σε επίπεδο μηχανών/ατομικών κεφαλαίων. Παλιές καταπονημένες μηχανές, προσόντα άχρηστα για την αγορά.  Η απουσία κεφαλαίων σήμαινε τόσο την απουσία επενδύσεων, ρευστού, εργασίας, κτλ και από την άλλη αδυναμία εκσυγχρονισμού του κεφαλαίου ώστε να ανέβει η ανταγωνιστικότητα της αστικής κοινωνίας-ο οποίος εκσυγχρονισμός επίσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των θέσεων εργασίας τελικά. Η Μολδαβία είναι επίσης πολύ χαμηλά με όρους «ατομικού κεφαλαίου», αυτό που η «αγορά» αποκαλεί «προσόντα». Λίγοι απόφοιτοι πανεπιστημίων σε σχέση με άλλες σοβιετικές χώρες, πανεπιστήμια μη αναγνωρισμένα, χαμηλές τεχνικές γνώσεις και γνώσεις ξένων γλωσσών κτλ.

Η ιστορική διαμόρφωση και η γεωγραφική θέση του Μολδαβικού κράτους επίσης έπαιξε ρόλο στην διαμόρφωση του και την πορεία των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Η στενή του σχέση με τη Ρωσία και την ΕΣΣΔ από τη μια, τόσο γεωγραφικά όσο και οικονομικά, από την άλλη ο ιστορικός ρόλος της περιοχής στην εθνοποιητική διαδικασία διαμόρφωσης του Ρουμανικού κράτους και της ρουμανικής εθνικής ταυτότητας έπαιξε μα αντιθετικό ρόλο. Η Μολδαβία και η περιοχή που καταλαμβάνει σήμερα μετείχε ενεργά στη δημιουργία της Ρουμανίας, το εθνικό discourse είναι εν πολλοίς κοινό, η γλώσσα κοινή (δηλαδή η ρουμάνική, και με συντριπτική δεύτερη γλώσσα τα ρώσικα, σε επίπεδο 85%). Η Μολδαβική κοινωνία είναι πολυδιασπασμένη ανάμεσα σε διάφορα συμβολικά πεδία, διαφορετικές εθνικές  ιστορίες, σε διαφορετικά «doxa» θα μπορούσαμε να πούμε, τα οποία σε μια τόσο μικρή χώρα, με τόσο μικρό πληθυσμό μπορεί να καταστούν ιδιαίτερα εμφανή αλλά και κρίσιμα. Στην χώρα άλλος πιστεύει ότι είναι ρώσος, άλλος ότι είναι μολδαβός και άλλος ρουμάνος. Αυτό ενώ σε γενικές γραμμές μπορεί να μην παίζει ιδιαίτερο ρόλο, όταν η πολιτική και οικονομική κατάσταση πολώνεται από την «αφηρημένη οντότητα» του κεφαλαίου, όπου τίθεται επί τάπητος η πορεία που θα ακολουθηθεί για την υλική αναπαραγωγή της αστικής κοινωνίας, αυτές οι τόσο έντονες αναπαραστάσεις που κυκλοφορούν συνολικά στο κοινωνικό πεδίο, παίζουν ιδιαίτερα καταστατικό ρόλο. Η ιστορία, ως το ανομοιογενές σύνολο της διήγησης του παρελθόντος από το καπιταλιστικό παρόν, παίζει ρόλο στο σήμερα των υποκειμένων, στο πως αντιλαμβάνονται την υποκειμενικότητα τους τους.

2.Η έκφραση της αντίφασης με πολιτικό/οικονομικούς όρους: φορολογία και πλατείες.

Μια από τις βασικές δυσλειτουργίες που προκύπτει από την αντίφαση μεταξύ της αναπαραγωγής του κεφαλαίου και της αναπαραγωγής της ζωής, της αντίφασης δηλαδή μεταξύ της γενικής δυναμικής της αξίας και αξίας χρήσης, είναι το γεγονός ότι  διαρκώς το κεφάλαιο επεκτείνεται συρρικνώνοντας τη βάση του, την εργασία, και τα μη αποδοτικά κομμάτια της αστικής κοινωνίας. Έτσι ενώ η προλεταριακή συνθήκη επεκτείνεται με κοινωνιολογικούς όρους, το εργατικό υποκείμενο συρρικνώνεται ή απουσιάζει. Πλεονάζοντες πληθυσμοί, προερχόμενοι από τα μη αποδοτικά κομμάτια της εργατικής αλλά και της αστικής τάξης, οι οποίοι σχετίζονται με την αστική κοινωνία πλέον με ένα σχήμα “σχέσης-μη-ταύτισης” εμφανίζονται, και κάνουν το ζήτημα να μη μοιάζει πια να είναι μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαιοκρατών αλλά μεταξύ εκτός/εντός της αστικής κοινωνίας. Το κεφάλαιο προσπαθώντας να διαφύγει όσο το δυνατόν περισσότερο από την εργασία και τις αντιφάσεις της υλικής κοινωνικής ζωής που το ίδιο προκαλεί, γίνεται όλο και πιο αφηρημένο, μετακινείται γρήγορα στην υδρόγειο μέσω πρωτογενών, δευτερογενών και τριτογενών αγορών, εταιριών offshore κτλ και βαθαίνει την αντίφαση του περαιτέρω. Πλανάται, μετακινείται σαν πραγματική αφαίρεση πάνω από την υλικό κόσμο, σαν ένα “χέρι που χαρίζει ευτυχία και δυστυχία μαζί, όπου βρει τις συνθήκες αξιοποίησης του”. Οι αναγκαίες συνθήκες αξιοποίησης πλέον, στο βαθμό μάλιστα που η βάση συρρικνώνεται, είναι όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της όλο και συρρικνούμενης παραγόμενης αξίας, να διαμοιράζεται προς όφελος του κεφαλαίου.

Αυτό εμφανίζεται στις κοινωνίες-χωρίς να είναι μόνο αυτό- ως κρατικές πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται από τις κυβερνήσεις αναπόφευκτα αν δεν θέλουν να δουν το κεφάλαιο της χώρας τους να μην “πετάξει μακριά”. Το κεφάλαιο και το κράτος γίνονται αντιληπτά ως διαδοχικά διαφορετικές σχέσεις που αλληλεπιδρούν, οι οποίες είναι αμφότερες ουδέτερες και μπορούν να ελεγχθούν(από “σωστούς” και πραγματικούς αντιπροσώπους) προς όφελος όλων1. Το εργαλειακό σημείο συνάντησης των δύο αυτών υποτιθέμενων διαφορετικών σχέσεων προσωποποιείται στην κυβέρνηση, η οποία γίνεται το απόλυτο object petit a2 της αστικής κοινωνίας. Ένα αντικείμενο, σημείο, θεσμός, που είναι λάθος, ελλειμματικός σε σχέση με αυτό που επιθυμούμε, μας “πρόδωσε” και ακριβώς γιαυτό πρέπει να το πάρουμε στα χέρια μας, να το διορθώσουμε. Η κυβέρνηση γίνεται ο απόλυτος στόχος κριτικής και ταυτόχρονα τρόπαιο αυτών των κινημάτων. Ποτέ όμως η ιδανική οικουμενική κυβέρνηση δεν παρουσιάζεται γιατί είναι η ίδια η λογική του κεφαλαίου αντιφατική στον βαθύ πυρήνα της και διαλύει κάθε “ελπίδα” όταν τελικά φτάσει στον κυβερνητικό προορισμό της. Η επιθυμία, η απογοήτευση και ο πόθος για κυβέρνηση κάπου εδώ κάνουν το κύκλο τους, τελειώνουν και ξαναρχίζουν.

Ο κίνδυνος του να γίνει κάποιος πλεονάζον, το κοινωνικό παράδειγμα του αποκλεισμένου ή αυτού που έχει μηδενικό έλεγχο επί της ζωής του ακόμα και για τα αστικά πρότυπα, διαχέονται στην κοινωνία, και δια του αρνητικού παραδείγματος τους ενισχύουν την ανασφάλεια και την αναταραχή και ταυτόχρονα το κοινωνικό παράδειγμα και την ηθική της αστικής κοινωνίας, έτσι όπως αυτή μέχρι τώρα έχει βιωθεί. Το κεφάλαιο καθώς προχωρά και αναδιαρθρώνεται, ξεδιπλώνει την αντίφαση του και στο επίπεδο της παγιωμένης κοινωνικής εμπειρίας και αφήγησης (doxa) και της ηθικής στο εσωτερικό της αστικής κοινωνίας, καθώς δημιουργεί τα οικουμενικά κοινωνικά πρότυπα της αυταξίας, του ελεύθερου και αυτοκυρίαρχου υποκειμένου και των ίσων ευκαιριών, το οποίο μέσω της εργασίας και του μισθού θα έχει πρόσβαση στο κοινωνικό πλούτο. Ταυτόχρονα δημιουργεί συνθήκες όλο και περισσότερο εχθρικές προς την πλήρωση αυτού του κοινωνικού προτύπου. Ο Βίος εκπίπτει σε απλή ζωή, και η αναντιστοιχία μεταξύ τους όλο και μεγαλώνει. Το κεφάλαιο ξεδιπλώνοντας την αντίφαση του στο επίπεδο αυτών των παγιωμένων αφηγήσεων, δημιουργεί τις συνθήκες να δημιουργηθούν κινήματα κριτικής του. Από την άλλη η ίδια η αντίφαση και ο τρόπος με τον οποίο αυτή ξεδιπλώνεται-η επισφάλεια του αποκλεισμού, η παραδοχή πως “έξω” απο το κεφάλαιο δεν υπάρχει-ακόμα-τίποτα, δημιουργούν τις προϋποθέσεις η κριτική στο κεφάλαιο σε αυτή τη συγκυρία να είναι καθηλωμένη εντός της ίδιας της λογικής αντίφασης του κεφαλαίου: το κεφάλαιο αποβάλει, τα κινήματα παλεύουν για την παραμονή τους με κάθε τρόπο εντός του, τα κινήματα γίνονται μικρέ αντιγραφές του κράτους που επιθυμούν, μόνο στο βαθμό και μέχρι τη στιγμή που δεν εμπλέκονται με τις πραγματικές συνολικές αντιφάσεις του, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που αν νικήσουν μπαίνουν όντως στο κράτος. Τότε βλέπουν ότι ακόμα και η χαλαρή ενότητα των ετερόκλητων αστικών υποκειμένων των πλατειών είναι αδύνατη. Πότε δεν είχαμε τόσα κινήματα στο παρελθόν, που τόσο φανατικά να υπερασπίζονται μια μορφή κράτους και κεφαλαίου απέναντι σε μια άλλη. Έτσι καθώς τα κινήματα των πλατειών γίνονται κάτοπτρα αυτού που κρίνουν, του κράτους, μοιράζονται θανάσιμα, αν και με διαφορετικούς προσανατολισμούς, κοινούς όρους, ζητήματα και αντιλήψεις με αυτό, καθώς το εγκαλούν ως αναντίστοιχο πάνω στη βάση ενός μιας κοινής λογικής-της αναγκαίας και θετικής κρατικής οντότητας-η οποία όμως έχει παρεκκλίνει από το αποδεκτό κοινωνικό παράδειγμα του ρόλου της.

3. Οι πλατείες της Μολδαβίας και οι καταπονημένες μηχανές

α.Το 2009 και οι “αντικομμουνιστικές διαδηλώσεις”

Μια δυσαρέσκεια απλώθηκε στη χώρα ήδη από τα πρώτα χρόνια της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ καθώς οι φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις δεν απέδιδαν, το κεφάλαιο αγνοούσε τη Μολδαβία ως αναπτυξιακό πεδίο. Και αυτό έγινε γιατί οι μεταρρυθμίσεις ήταν μερικές, οι κεντρικοί πυλώνες του κράτους δεν ιδιωτικοποιήθηκαν ενώ όσες ιδιωτικοποιήσεις έγιναν ήταν μη αποδοτικές, η Μολδαβία ήταν μια παραγωγικά και τεχνολογικά παρωχημένη χώρα. Επίσης η κατάσταση ήταν ασταθής με έναν πόλεμο να μαίνεται στα βόρεια της χώρας (πόλεμος στηνΥπερδνειστερία) ο οποίος πρακτικά δεν τελείωσε ποτέ. Οι Μολδαβοί ήταν οι πρώτοι που με βάση την εμπειρία τους μέχρι τότε και την παραπάνω λογική, προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα της “λιτότητας” δια του κράτους. Αν το πρόβλημα είναι οι «αντι-λαϊκές δυνάμεις» στην κεφαλή του κράτους τότε πολύ απλά μπορούμε όχι να ψηφίσουμε μια «σοσιαλιστική κυβέρνηση» μα την παλιά σοσιαλιστική κυβέρνηση. Στη Μολδαβία το Κομμουνιστικό Κόμμα και το σοσιαλιστικό Κόμμα, ήταν στη κυβέρνηση το 2001 μέχρι το 2009, ενώ εξακολουθούν και τα δύο να κατέχουν περίπου το 50% του κοινοβουλίου. Παρόλα αυτά, η αρχικά προστατευτική πολιτική απλά επέτεινε την απουσία κεφαλαίων της αστάθειας των χρόνων των 90ς. Κατά την τελευταία της θητεία, η σιδηρά σοσιαλίστρια κυρία της Μολδαβίας αναγκάστηκε η ίδια να εισάγει κάποιες φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις σε συνεργασία με την ΕΕ οι οποίες όπως ήταν φυσικό ενέτειναν την κρίση στα μάτια της κοινωνίας, η τουλάχιστον θεωρήθηκαν υπαίτιες για την συνεχιζόμενη κρίση.

Αυτό οδήγησε στις πρώτες εκτεταμένες διαδηλώσεις τύπου πλατειών στη Μολδαβία το 2009 όπου διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους ενάντια την επανεκλογή του κομμουνιστικού κόμματος στις εκλογές του 2009. Για αυτό το λόγο έμειναν γνωστές ως αντικομμουνιστικές διαδηλώσεις. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι βασική αφορμή των διαδηλώσεων ήταν η οριακή νίκη του κομμουνιστικού κόμματος με 49% απέναντι όμως σαφώς μειοψηφικών φιλοευρωπαϊκών κομμάτων. Το ενδιαφέρον όμως ήταν στην επιχειρηματολογία των διαδηλωτών η οποία ήταν- όπως πάντα- ιδιαίτερα ετερογενής αλλά με κοινό γνώμονα την λογική της αστικής ισότητας και των ίσων ευκαιριών.

Οι διαδηλωτές ήταν δύο κατηγοριών. Αυτοί που καθαρά εγκαλούσαν το κομμουνιστικό κόμμα ότι δεν “ανοίγει την οικονομία”, ότι η καπιταλιστική μηχανή δεν “εξοροθολογίζεται”, και ότι το κομμουνιστικό κόμμα κρατά τη χώρα δέσμια ενός συστήματος που έχει αποτύχει -δηλαδή του “κομμουνισμού”. Αυτοί ήταν κυρίως νέοι φοιτητές. Από την άλλη υπήρχαν αυτοί που κατηγορούσαν το κομμουνιστικό κόμμα ότι δεν είναι αρκετά προστατευτικό, ότι δηλαδή σχετίζεται με ολιγάρχες, κρατά δέσμια την οικονομία στα χέρια της “πλουτοκρατίας”(sic) και ότι στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά “το ίδιο με τις κυβερνήσεις των 90s” που ρίχνουν συνολικά την κοινωνία στα “χέρια του μεγάλου” κεφαλαίου. Εδώ έχουμε συμπυκνωμένες τις αστικές επιχειρηματολογίες όλων των πλατειών σε όλες τις παραμορφώσεις τους που αντιστοιχούν στο πολιτικό φάσμα. Και οι δύο εκδοχές πηγάζουν από διαφορετικές προσλήψεις της αντίφασης της κεφαλαιακής σχέσης και του φετιχισμού της, ότι δηλαδή γίνεται αντιληπτή ως πράγμα, ως ουδέτερο ιστορικό πεδίο στο οποίο “ελεύθεροι δρώντες” παίζουν.

Η πρώτη εκδοχή αντιστοιχεί προφανώς σε μια ειδική συλλογική εμπειρία της ανατολικής Ευρώπης η οποία όμως δεν απέχει πολύ σε περιεχόμενο από την γενική κριτική που γίνεται στο προστατευτικό κράτος από την νεο-φιλελεύθερη σκοπιά και από αυτό το κομμάτι της αστικής κοινωνίας που νιώθει ότι έχει-ή θα ήθελε να έχει-προβάδισμα στον κοινωνικό ανταγωνισμό ως ατομικό κεφάλαιο/ειδικευμένος και εκσυγχρονισμένος εργάτης, επενδυτής, επιχειρηματίας κτλ Θεωρεί ότι ο προστατευτισμός του κράτους παραμορφώνει τον ανταγωνισμό και δίνει την δυνατότητα σε κάποιους “που δεν το αξίζουν” με αστικούς όρους, να βγουν μπροστά στην αγορά. Αυτοί είναι οι “ολιγάρχες” που δεν αφήνουν περιθώριο ανταγωνισμού. Εδώ έχουμε μια κριτική πιο μετα-μοντέρνων υποκειμένων: δεν θέλουμε ένα πατερναλιστικό κράτος το οποίο ξοδεύει για όσους δεν παράγουν, θέλουμε υγιή ανταγωνισμό, ο καθένας παίρνει αυτό που θα ‘καταφέρει’. Εδώ η αστική ισότητα γίνεται αντιληπτή ως ισότητα στο “μη προβάδισμα”(ρητορική τύπου Hayek). Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να επωφελείται με μηχανισμούς πέραν της ίδιας της αγοράς. Τα υποκείμενα αυτής της κατηγορίας εξίσου εχθρικά προς το μεγάλο κεφάλαιο αλλά και τους αποκλεισμένους, έρχονται αντιμέτωπα με αντιφατικό τρόπο, με την ίδια τη λογική που υπερασπίζονται. Την αποθέωση του κεφαλαιοκρατικού ανταγωνισμού και την αποτύπωση του συσχετισμού δύναμης του, εμμενώς στο αστικό κράτος. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι χάνουν σε αυτόν τον ανταγωνισμό, ότι τελικά αυτοί είναι οι “μη αρκούντως ικανοί να μεταχειριστούν όλα τα μέσα του ανταγωνισμού” τους κάνει να υποστηρίζουν ότι “κάτι στρεβλό υπάρχει στην αστική κοινωνία και την αγορά, καθώς θεωρούν ιδίους ότι θα έπρεπε να είναι η εμπροσθοφυλακή της παραγωγικότητας της αστικής κοινωνίας3.

Από την άλλη η δεύτερη κατηγορία είναι αυτή της αντίφασης μεταξύ της αναπαραγωγής της ζωής και της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Οι συνθήκες αναπαραγωγής του κεφαλαίου, οι εντατικοποιήσεις που απαιτεί αλλά και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να ενσωματώσει υποκείμενα στη κυκλοφορία του, δημιουργούν μια μάζα αποκλεισμένων εργατών και μκροεργοδοτών που θεωρούν το ακριβώς αντίθετο από τους προηγούμενους, δηλαδή ότι το ‘ολιγαρχικό κράτος” ή τα μέτρα λιτότητας του νέου μετα-σοσιαλιστικου κράτους, αποτελούν το απόλυτο καπιταλιστικό κράτος καθώς είναι έρμαιο-αιχμάλωτο- των καπιταλιστών οι οποίοι πάλι “παραμορφώνουν την αγορά, λόγω της απληστίας τους”. Εδώ η αστική ισότητα γίνεται αντιληπτή ως “ισότητα στις ευκαιρίες”. Το κράτος κατηγορείται για ανεπάρκεια και συνεπώς το αίτημα για επιστροφή σε ένα “ πατερναλιστικό κράτος που σκέφτεται τον λαό” αναδύεται. Εδώ προσελκύονται κυρίως τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, ενώ πολιτικά, η κρατικιστική αριστερά και η ακροδεξιά ηγεμονεύουν καθώς αμφότερες έχουν σαν κοινή βάση συγκρότησης τους το κράτος Και εδώ το κεφάλαιο θεωρείται πράγμα, το κράτος εργαλείο επί του πράγματος4. Η υπόθεση ότι η αστική κοινωνία είναι στρεβλή από την ιδεατή μορφή της, παρά τις διαφορές στον ορισμό του ιδεατού, αποτελεί τον χαλαρό συνδετικό κρίκο της συνάντησης των ετερόκλητων υποκειμένων σε όλες τις πλατείες, και εν προκειμένω στη μολδαβική περίπτωση.

Ιδεολογικά η αστική κοινωνία είναι η κοινωνία τη μεσαίας τάξης, αυτό είναι το κοινωνικό της παράδειγμα, το ιδεολογικό της κέντρο βάρους μέσω της συνεχούς κυκλοφορίας του χρήματος. Το χρήμα είναι η γενική μορφή του πλούτου, και συνεπώς-θεωρείται- μπορεί να διαμοιραστεί εξίσου “ίσα”. Η κοινωνία ελεύθερων εμπορευματοκάτοχων που έχουν σχετικά ίσο πλούτο, και μέσω των δυνάμεων της αγοράς αλληλο-αξιοποιπούνται. Φυσικά ποτέ η αστική κοινωνία δεν ήταν συνολικά αυτό το πράγμα, λόγω της αντίφασης-και της ύπαρξης-της καπιταλιστικής εργασίας, της παραγωγής [υπέρ]αξίας από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, αναγκαία λειτουργία της εμπορευματικής/χρηματικής σχέσης. Η διαφορά μεταξύ του σήμερα και του παρελθόντος έγκειται στην ύπαρξη κοινωνικού παραδείγματος. Όσο η μεσαία τάξη ήταν σχετικά πολυπληθής ως αυτό-αξιοποιούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες ή πολύ καλά αμειβόμενοι εργάτες, τότε ο καθένας μπορούσε να ελπίζει και συνεπώς να είναι πιστός στην διαδικασία της καπιταλιστικής αυτό-αξιοποίησης. Τώρα αντιθέτως η διαρκής κρίση διαψεύδει αυτό το παράδειγμα, συνεπώς διαψεύδει και την “ελπίδα” μιας τέτοιας κοινωνικής συνθήκης. Εδώ λοιπόν είναι που εμφανίζεται η κριτική ενάντια στον υπερβολικό πλούτο “κάποιων” ως αναγκαία και ικανή συνθήκη να δημιουργηθεί ένα κίνημα, το οποίο ασκεί κριτική όχι στο κεφάλαιο αλλά στην εμφάνιση του, στην συγκεντροποίηση τους κτλ.

Το βασικό χαρακτηριστικό του κεφαλαίου, το ότι είναι άμεσα αντιληπτό στη μερικότητα του(ανταλλαγή, χρήμα, εργασία) αλλά αποκτά γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα(αλλά εξίσου υπαρκτό, ως konkrete Allgemeine) το οποίο έχει τη δική του δυναμική και εκτείνεται εκτός του εθνικού κράτους αλλά πάντα δια μέσω αυτού, γεννά και τη βασική αντίφαση αυτών των κινημάτων. Τα κινήματα αυτά ασκούν κριτική σε όλες τις επιμέρους μορφές, οι οποίες μπορούν άμεσα να συλληφθούν και να κατανοηθούν χωρίς να μπορούν ποτέ να προσεγγίσουν την γενική εικόνα. Έτσι η κριτική μένει καθηλωμένη στις ίδιες τις κατηγορίες που κρίνει. Ενώ ο καπιταλιστικός κόσμος γίνεται αντικείμενο κριτικής στο σύνολο των προβληματικών του εκδοχών(φτώχεια, πόλεμος, ρατσισμός) ταυτόχρονα γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης, καθώς η δυναμική του δεν μπορεί να συλληφθεί στο σύνολο της, εργάζεται “πίσω από τις πλάτες των υποκειμένων”.

Καθώς η συνολική λογική του δεν μπορεί πρακτικά να συλληφθεί και καθώς η ίδια η δυναμική θέτει άμεσα πρακτικά προβλήματα τα οποία υπερισχύουν μιας συνολικής κριτικής, ο μύθος του “καλού καπιταλισμού” συνεχίζει. Το κοινωνικό παράδειγμα της αστικής ισότητας διαψεύδεται και μέσω της διάψευσης του αναπαράγεται.

β.Οι πορείες του 2015-2016

Οι πρώτοι οι οποίοι ξεκίνησαν τις διαδηλώσεις ήταν οι αγρότες, τον Μάρτιο του 2015 οι οποίοι ξεκινούν πορείες ενάντια σε αυξήσεις στη γεωργική φορολογία λόγω της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος. Επίσης διεκδικούν να τους δοθεί πρόσβαση σε πίστωση ώστε να ανανεώσουν τους εξοπλισμούς τους. Οι συναντήσεις με τους αρμόδιους υπουργούς ναυάγησαν καθώς η κυβέρνηση αρνιόταν να παραχωρήσει τα κεφάλαια, λόγω της μείωσης εξαγωγών αγροτικών προϊόντων. Οι πορείες των αγροτών έληξαν άδοξα χωρίς ιδιαίτερα οφέλη ύστερα από συνεχείς συναντήσεις με υπουργούς.

Τον Απρίλιο του 2015 το τραπεζικό σύστημα της χώρας κατέρρευσε. Αν και η κατάρρευση αποδόθηκε από τους διαδηλωτές σε “ κλεψιές”, δηλαδή σε απάτες κυβερνητικών ιθυνόντων στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια μαζική έξοδο επενδυτών και κεφαλαιούχων λόγω τόσο του κακού ανταγωνιστικού περιβάλλοντος (υπό την έννοια ότι απαιτούνται διασυνδέσεις με την κυβέρνηση για το “επιχειρείν“ ), και των κακών γενικώς συνθηκών αξιοποίησης(πολύ χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και του ανθρώπινου δυναμικού στη Μολδαβία, πλήρης απουσία υποδομών κτλ) όσο και λόγω της συνεχιζόμενης-ακριβώς για αυτούς τους λόγους- πτώσης του εθνικού νομίσματος και μείωση των εξαγωγών λόγω της γενικής κρίσης. Η Μολδαβία είναι σταθερά μια από τις χαμηλότερες χώρες σε αξιολόγηση παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας στο κόσμο ήδη από τις αρχές του 2000. Τα τεράστια κενά που δημιουργήθηκαν στο τραπεζικό σύστημα χειροτέρεψαν την κατάσταση, το νόμισμα υποτιμήθηκε περαιτέρω, στο 50% και έτσι δημιουργήθηκε ένα φαινόμενο χιονοστιβάδας. Η χαριστική βολή ήταν όταν η δεξιά κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να ελέγξει τη κατάσταση, εθνικοποίησε ακόμα μια τράπεζα, με αποτέλεσμα το ΔΝΤ να διακόψει τη χρηματοδότηση της χώρας. Οι πορείες ξεκινούν πιο μαζικές από ποτέ, με χαωμένα αιτήματα.

Παρά την εθνικιστική υστερία λόγω ακριβώς του ότι η όλη κατάσταση βιώθηκε ως κρίση του έθνους-κράτους και κρίση αντιπροσώπευσης σε αυτό, κρίση διαφθοράς κτλ, δύο ακόμα ήταν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά: πλήρης απουσία της εργατικής ταυτότητας παρά το γεγονός ότι μεγάλο κομμάτι των πορειών ελεγχόταν από “αριστερές οργανώσεις” και το γεγονός ότι όλα τα αιτήματα ήταν αιτήματα αναπαραγωγής. Τίποτα παραπάνω δεν ένοιαζε κανέναν από το απλό αίτημα “να ζήσει”. Το αίτημα αυτό, στο πυρήνα του αφηρημένο αλλά και συγκεκριμένο(για την καθεμιά/να), δεν συνδέθηκε με ή δεν απέδωσε κανέναν άλλο ορίζοντα ως οργάνωση της κοινωνίας πέρα από το “σοβαρό έθνος κράτος”

Αξίζει να τονιστεί ότι στη Μολδαβία όπως ειπώθηκε η εθνική ταυτότητα είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, με μερικούς να θεωρούν εαυτούς Ρώσους, άλλους Ρουμάνους και άλλους Μολδαβούς. Ήδη από τις πορείες του 2009 είτε οι ρουμάνικες είτε οι Μολδαβικές σημαίες είχαν κάνει την εμφάνιση τους. Εδώ έχουμε ακόμα έναν διαχωρισμό μεταξύ των διαδηλωτών που τέμνει διαγώνια τις κατηγορίες που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Στις πορείες του 2015-2016, έχοντας ωριμάσει 5 χρόνια, το εθνικό αίσθημα ήταν εξίσου διχασμένο αλλά πολύ πιο δυνατό. Άσχετα με τις ιστορικές υλικές/θεσμικές αντινομίες αλλά και κοινωνικές αφηγήσεις που σχηματοποιούν το χάος των εθνικών ταυτοτήτων της Μολδαβίας, τόσο όσοι σήκωναν τη Μολδαβική όσο και αυτοί που σήκωναν τη Ρουμάνικη σημαία, είχαν σαν βασικό επιχείρημα κινητοποίησης τους την ανυπαρξία ενός αποτελεσματικού [αντιπροσωπευτικού] κράτους που θα αντιπαρατεθεί με το διεθνές κεφάλαιο ή με τους ντόπιους “ολιγάρχες”. Αυτό το κράτος ήταν ή μια άλλη Μολδαβία ή η ήδη υπαρκτή Ρουμανία. Στις πορείες των 3 Μαΐου και 5 Ιουνίου, βασικά αιτήματα ήταν ή “νέα ευρωπαϊκή Μολδαβία” ή η ένταξη της Μολδαβίας στη Ρουμανία και μέσω αυτής ο αστικός“εκσυγχρονισμός” και το δυνατό-δυτικό-κράτος.5 Γενικά, η μεγάλη και άμεση πρόσβαση κάποιων κεφαλαιούχων στο κράτος ταυτίζεται στις πρώην ανατολικές χώρες εύκολα με το κομμουνιστικό παρελθόν. Έτσι οι εθνικιστικές δυνάμεις βρίσκουν έδαφος στις πορείες τέτοιου είδους, και το εθνικιστικό αίτημα εύκολα συνδέεται με το αίτημα του “εκσυγχρονισμού” δηλαδή ενός “αντικειμενικού” αστικού κράτους που εξασφαλίζει την εν δυνάμει αναπαραγωγή όσο το δυνατόν μεγαλύτερου κομματιού της αστικής κοινωνίας. Η εθνικιστική αντίδραση της μολδαβικής αστικής κοινωνίας, η προσπάθεια της δηλαδή για αποτελεσματική αναδιάρθρωση στα πλαίσια του κεφαλαίου και ταυτόχρονα η ανατίμηση μεγάλου της κομματιού, εκφράστηκε με την εθνικιστική άνοδο και κυρίως την άνοδο των δυνάμεων των “ενωτικών” δηλαδή όσο υποστήριζαν την ένταξη στην Ρουμανία. Αν και αυτή η τάση ήταν πάντα παρούσα στις πορείες, ηγεμόνευσε στις 11 Ιουλίου όταν έγινε η περιβόητη πορεία του “Μέγα Στέφανου” (Marșul lui Ștefan cel Mare), όπου ενωτικοί, κηρύσσοντας ότι η Ρουμανία είναι ένα σοβαρό κράτος, που έχει εκσυγχρονιστεί, αποτελεί τον πιο συνεπή στόχο για την λύση των προβλημάτων και στη Μολδαβία. Η πορεία, ξεκίνησε με χιλιάδες άτομα από τη πρωτεύουσα τις Μολδαβίας κατέληξε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας 6 μέρες μετά, εμφανώς μειωμένη αριθμητικά, αλλά προκαλώντας μικρό διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ρουμανίας και Μολδαβίας και κατηγορίες από την δεύτερη, για παρακίνηση ταραχών στο εσωτερικό της. Η σημειολογία της πορείας δεν ήταν τυχαία: ξεκίνησε από το μνημείο ενάντια στον κομμουνισμό στο Chisinau και κατέληξε στη πλατεία “δημοκρατίας” στο Βουκουρέστι.

Το φθινόπωρο του 2015. Η κατάργηση κάθε πολιτικού διαχωρισμού.

Από το φθινόπωρο του 2015 μέχρι τον χειμώνα του 2016 (Ιανουάριο του 2016) οι μολδαβικές πλατείες συνεχίζουν. Αφορμή αυτή τη φορά, οι πορείες έχουν σαν βασική κινητήρια δύναμη πάλι το αίτημα για αναδιάρθρωση του τραπεζικού και πολιτικού συστήματος της χώρας, στα πλαίσια συνέχισης της τραπεζικής κρίσης. Τα ποσά τελικά που έφυγαν από τη Μολδαβία και επανεπεδύθηκαν στην Αγγλία απ’ ότι αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ισούνται περίπου με το 2/3 του εθνικού προϋπολογισμού του κράτους. Η Μολδαβία αποτελεί εξαίσιο παράδειγμα ότι το κεφάλαιο δεν γνωρίζει όρια σαν κοινωνική σχέση, αποτελεί τη βάση αναπαραγωγής της αστικής κοινωνίας και ότι η μόνη δυνατή σχέση του με το έθνος κράτος-στα πλαίσια ρευστοποίησης και ελαστικοποίησης της χρηματικής σχέσης από το 80 και μετά- είναι η διαμεσολάβηση της κινητικότητας του. Αλλιώς η μαζική του αποχώρηση μπορεί τελικά να είναι τόσο καταστροφική, που να αναγκάσει τα μέλη της αστικής κοινωνίας να ζητήσουν την επανεγκατάσταση του-με φυσικά χειρότερους όρους για τα ίδια- για να εξασφαλίσουν την αναπαραγωγή τους.

Οι πορείες του φθινοπώρου ξεκινούν από τη δημοσιοποίηση στοιχείων σχετικά με τη κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, στο οποίο εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα του “φιλελεύθερου δημοκρατικού κόμματος”, ενός πολιτικού μορφώματος που πρακτικά μονοπωλεί την πολική ζωή της Μολδαβίας από το 2009. Στις 18 Ιουλίου η προσωρινή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι από το Σεπτέμβριο οι τιμές του αερίου, θα ανέβουν κατά 15% και της ενέργειας κατά 35% λόγω της υποτίμησης του νομίσματος. Σε μία χώρα με το 80%των ‘νοικοκυριών σε κατάσταση χρέους και με το 40%αυτών να μην μπορεί να το αποπληρώσει αυτό πυροδότησε νέες διαδηλώσεις. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 2015 ξεσπούν νέες διαδηλώσεις που ζητούν την παραίτηση του προέδρου της χώρας, του διοικητή της εθνικής τράπεζας, και του γενικού εισαγγελέα της χώρας. Οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν μπροστά από το κοινοβούλιο. Οι στόχοι αυτοί, καθώς και η τοποθεσία των διαδηλώσεων δεν πρέπει να υποτιμούνται καθώς δείχνουν ξεκάθαρα την τάση των διαδηλωτών, ως προς το κράτος όπως αναλύθηκε παραπάνω. Το κράτος αποτελεί στόχο και ταυτόχρονα τρόπαιο. Γίνεται παραδεκτό ότι αποτελεί μηχανισμό συνολικό της αστικής κοινωνίας αλλά από την άλλη η θεωρείται ως σύνολο ατόμων, οι ατέλειες του συνεπώς αποδίδονται σε πρόσωπα τα οποία και πρέπει να “καθαιρεθούν”.

Στις πορείες κατά κοινή ομολογία οι Ρουμάνικες σημαίες υπερτερούσαν την Μολδαβικών μεταξύ των 100.000 διαδηλωτών σύμφωνα με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η αστυνομία έδωσε το νούμερο των διαδηλωτών στους 45.000. Στις πορείες αυτές, καθώς γινόταν εμφανές ότι η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος και η άνοδος των τιμών επηρεάζει συνολικά την αστική κοινωνία, υπήρξε μια αξιοσημείωτη συνάντηση υποκειμένων και πολιτικών δυνάμεων. Αν και κάθε πολιτική δύναμη θεωρούσε ότι οι πλατείες αποτελούν πεδίο για τη δική της πολιτική ατζέντα, στην ουσία οι αφηρημένες κοινωνικές σχέσεις των πλατειών δεν αφήνουν πραγματικά περιθώρια πολιτικών ελιγμών πέρα του γενικότερου πλαισίου, που είναι η “υποστήριξη ενός ισχυρού έθνους-κράτους στο οποίο βρίσκει το πρόσωπο της η αστική κοινωνία” ενάντια και σε αντίθεση με ένα “απρόσωπο διεθνές κεφάλαιο”.

Έτσι έχουμε δύο φαινόμενα: α)την συνολική μετατόπιση όλων των πολιτικών συμμετεχόντων στη κοινή βάση/συμφωνία περί της σημαντικότητας του έθνους κράτους και της ανασυγκρότησης του, β) στα πλαίσια ακριβώς αυτής της βάσης οι πολιτικές διαφορές μηδενίζονται. Στις πορείες του Σεπτεμβρίου του 2015 μέχρι τον Ιανουάριο του 2016 συμμετείχαν όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές δυνάμεις της Μολδαβίας με εξαίρεση τα κυβερνητικά κόμματα. Αυτές οι πολιτικές δυνάμεις περιελάμβαναν τους ενωτικούς με τη Ρουμανία, τους Μολδαβούς εθνικιστές, την πολιτική πλατφόρμα Αξιοπρέπειας και Δικαιοσύνης(Α&Δ) που είχε σχηματιστεί ήδη μέσα στις πορείες του προηγούμενου έτους, ως ο πολιτικός φορές των πορειών, ακτιβιστές του Σοσιαλιστικού Κόμματος σε συνεργασία με το δεξιό φιλορωσικό κόμμα “η Πατρίδα μας” και το “ακροαριστερό/πατριωτικό” Κόκκινο μέτωπο το οποίο προωθεί τη σκληρή γραμμή του Μολδαβικού εθνικισμού(διαχωρισμός από τη Ρουμανία δηλαδή) και τη συνεργασία με τη Ρωσία.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι κυρίως ο βασικός φορές των πορειών, η πλατφόρμα Α&Δ, έχει σαν μέλη της από απλούς εργάτες μέχρι πρώην δικαστές και πολιτικούς που είναι δυσαρεστημένοι με το πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό. Το όνομα της οργάνωσης επίσης δεν είναι τυχαίο, ενώ τα βασικά συνθήματα ήταν “ντροπή” και “κλέφτες”. Το σύνθημα “η Μολδαβία είναι ένα αιχμάλωτο κράτος” επίσης έκανε την επανεμφάνιση του.6. Οι διαδηλωτές της Μολδαβίας δήλωναν ότι “άφησαν τις παλιές τους διαφορές στο σπίτι”. Η δήλωση αυτή θέλει προσεκτική ανάλυση. Αναγνωρίζει οι διαφορές υπάρχουν, αλλά ο τώρα δεν παίζουν ρόλο, καθώς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως κάτι συνολικά εναντιωμένο σε κάτι εξωτερικό από εμάς ένα προδοτικό πολιτικό σκηνικό. Επαναλαμβάνουν έτσι συνολικά το επιχείρημα που αρθρώσαμε παραπάνω(δες υπ. 2 και 5).

Οι πορείες έληξαν τον Ιανουάριο του 2016. Σε αυτό το διάστημα από το 2015 μέχρι το 2016 η Μολδαβία είχε αλλάξει 3 πρωθυπουργούς υπό την πίεση των διαδηλώσεων. Οι πορείες σταμάτησαν για δύο λόγους. Πρώτον σημαντικό ρόλο έπαιξε η εκλογή του Pavel Filip ως νέου πρωθυπουργού, ο οποίος αν και είναι ανεπιθύμητος από τους διαδηλωτές καθώς θεωρείται ότι αποτελεί κοντινό πρόσωπο υπό την επιρροή ολιγαρχών (μάλιστα την ημέρα της ορκωμοσίας του οι διαδηλωτές κατάφεραν να εισέλθουν στο χώρο και προσπάθησαν να εμποδίσουν την διαδικασία). Αν και τελικά το τελεσίγραφο των διαδηλωτών απορρίφθηκε οι πορείες σταμάτησαν προς το παρόν-αν και ο αναβρασμός συνεχίζεται-για δύο λόγους που θεωρήθηκαν νίκες από τους διαδηλωτές. Αρχικά οι διαδηλωτές κατάφεραν να αποτρέψουν την επανεκλογή του ανώτατου εισαγγελέα της χώρας Mihai Poalelungi,(9 Φεβρουαρίου του 216) ο οποίος έχει σύμφωνα με τους διαδηλωτές σχέσεις με ολιγάρχες της χώρας. Δεύτερη και σημαντικότερη νίκη ήταν η φυλάκιση του πρώην πρωθυπουργού της χώρας Vlad Filat o οποίος υπό την πίεση των πορειών κατέστη ως ο βασικός ύποπτος έρευνας για την υπόθεση της φυγής κεφαλαίων από τις μολδαβικές τράπεζες.

Το περιστατικό δεν είναι άνευ σημασίας για την προβληματική της “πολιτικοποίησης ή κρατικοποίησης των αγώνων: οι διαδηλωτές στις 15 Οκτωβρίου του 2015 πολιόρκησαν το σπίτι του, μη αφήνοντας τον να βγει έξω και περίμεναν την αστυνομία να έρθει να τον συλλάβει. Αν και το συγκεκριμένο γεγονός θεωρήθηκε τεράστια νίκη και επιβεβαίωση της δύναμης των πορειών-και υπό αυτή την έννοια είναι- κανένας ούτε προφανώς τα “κομμουνιστικά” και σοσιαλιστικά σχήματα που μετέχουν στις πορείες αλλά και διάφορους που του στήριξαν διεθνώς, δεν βλέπουν το πραγματικό διακύβευμα της ριζικής κριτικής του υπαρκτού κόσμου και των κατηγοριών του-εργατική τάξη, κράτος, κεφάλαιο, δημοκρατία- να απομακρίνονται όλο και περισσότερο σε ένα κίνημα τόσο κρατικοποιημένο που όχι απλά ποθεί το κράτος ως το σημείο πλήρωσης του, αλλά συνεργάζεται με αυτό σε επίπεδο δρόμου.

Αξίζει να προσθέσουμε εδώ ότι στα ανατολικά ΜΜΕ η κρίση προβάλλεται ως το Μολδαβικό Μαϊντάν. Αυτό όμως είναι καταχρηστικό. Σε αντίθεση με την Ουκρανία, το μικρό μέγεθος της Μολδαβίας, και κυρίως η απουσία εδαφικοποιημένων οικονομικών μονάδων όπως έγινε στην Ουκρανία, για τις οποίες να είναι ζήτημα ζωής και θανάτου η ένταξη στην ανατολική ή δυτική περιφέρεια συσσώρευσης δεν ανέδειξε το ζήτημα της περιφέρειες συσσώρευσης και αντίστοιχων πολιτικών ή ρητορικών φυλετικοποίησης όπως στην Ουκρανία. Αντιθέτως το φυλετικό ζήτημα, αν και υπαρκτό έμεινε σε δεύτερο πλάνο ως κάτι που διέτρεχε διαγώνια τους διαδηλωτές χωρίς όμως να μπορεί να τους χωρίσει αποτελεσματικά σε δύο διακριτά στρατόπεδα, καθώς αυτό που τους κινητοποιούσε ήταν η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, κάτι μη εδαφικοποιημένο, χωρίς έδαφος, μια σταθερή εδαφική ιστορία, περιφέρεια όπως η κατάρρευση του βιομηχανικού τομέα της Αν. Ουκρανίας κτλ Η Μολδαβία μοιάζει περισσότερο με την Αρμενία, όπου οι τελικές πορείες πυροδοτούνται από άμεσα ζητήματα, τα οποία όμως και πάλι αποδίδονται στο διεθνές κεφάλαιο και σε μια «στρεβλή διάσταση του». Το ζήτημα Ρωσία ή Ρουμανία ή/και ΕΕ αν και αναδείχτηκε ως απάντηση στην προφανή κρίση του κράτους, δεν είχε καμία προοπτική να εδαφικοποιηθεί, ήταν καθαρά ζήτημα περισσότερο υποκειμενικών εκτιμήσεων. Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί ο αγροτικός και επαρχιακός πληθυσμός της χώρας ο οποίος παραμένει σημαντικά φιλορωσικός, και ήταν και ο μεγάλος απών των παραπάνω κινητοποιήσεων, καθώς έχει μείνει εντελώς ορφανός από πολιτικό φορέα. Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό

Επίμετρο για το κράτος, τη φορολογία, το κεφάλαιο και τη συγκυρία.

Εδώ θα θέλαμε να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις για το κράτος και τη διαλεκτική στην οποία εκφράζονται τα κινήματα και κυρίως αυτό της Μολδαβίας. Αρχικά να πούμε ότι μια ανάλυση του ιδεολογικού τοπίου, των ιστορικών αφηγήσεων και του υλικού που συγκροτεί το ιδεολογικό, αντιιδεολογικό και το φάσμα των κοινωνικών υποκειμενοποιήσεων στην ανατολική Ευρώπη, και το πως αυτά αναδρομικά συνδέονται σε όλους τους άξονες των συμβολικών πεδίων αυτών των κοινωνιών απαιτεί μια ξεχωριστή και προσεκτική μελέτη που δεν υπάρχει εδώ ο χώρος να γίνει, αλλά θα γίνει ξεχωριστά. Παρόλα αυτά αξίζει να αναφερθεί ότι το σοβιετικό παρελθόν αλλά και το μετασοβιετικό παρόν είναι στα μάτια αυτών των ανθρώπων άρρηκτα συνδεδεμένα, είναι ιστορικές συνέχειες και όχι σημεία τομής. Δεδομένου ότι οι Σοβιετικές κοινωνίες ήταν σε μεγάλο βαθμό χρηματικές κοινωνίες υπό τη κηδεμονία ενός κόμματος, είχαν στη βάση τους τις ίδιες φετιχοποιημένες αντικειμενικές μορφές σκέψης στη καθημερινή ζωή όπως και οι μετασοβιετικές: θεωρούταν το χρήμα αλλά και το κράτος ως ουδέτερα εργαλεία, τα οποία τα λυμαίνεται μια “ελίτ”, τότε η γραφειοκρατεία, σήμερα η γραφειοκρατεία και η “ολιγαρχία”. Και οι δύο καταστάσεις συνεπώς έχουν ιδωθεί ως αποκλίσεις από ένα υποθετικό ορθό καπιταλιστικό μοντέλο μοντέλο το ο οποίο δεν προκύπτει από την “δυτική προπαγάνδα” αλλά από την ίδια τη χρηματική κυκλοφορία: “το χρήμα θεωρείται πράγμα και ως τέτοιο μπορεί να διαμοιραστεί ισόποσα, αν αυτό δεν γίνεται κάποιοι φταίνε”.

Το γεγονός ότι αυτές οι κοινωνίες βίωσαν την σοσιαλιστική εμπειρία όχι φανταστικά και υποθετικά ως πολιτικό μοντέλο ενός σημείου αναφοράς (όπως η ευρωπαϊκή αριστερά) αλλά ως υπαρκτή καπιταλιστική πραγματικότητα μιας ειδικής μορφής είναι που εξακολουθεί να κάνει το μύθο του “καλού καπιταλισμού” τόσο έντονο και επίμονο. Οι αστικές κοινωνίες της ανατολής είναι πεπεισμένες ότι το νέο κοινωνικό συμβόλαιο, καθολικό για όλους θα υπάρξει, μόνο αν υπάρξει υγιής ανάπτυξη, πλήρης δηλαδή αστική ισότητα, άσχετα με το πως αυτή νοείται(καθώς και αυτή είναι κενό σημαίνον). Από την άλλη το μετασοσιαλιστικό παρόν τους, εξίσου καπιταλιστικό, άγριο και με τεράστιες επιπτώσεις για μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, μοιάζει εξίσου μη ορθολογικό, όχι μόνο ως συνέχεια του παρελθόντος αλλά επιπρόσθετα και ως η κρίση (στην πραγματικότητα αναδιάρθρωση) του έθνους- κράτους στα πλαίσια της τεράστιας κινητικότητας του κεφαλαίου. Το έθνος κράτος μεφανίζεται ως μη αντιπροσωπευτικό. Έτσι ο μύθος του καλού καπιταλισμού, και οι πορείες τύπου πλατειών είναι ένα είδος συμπτώματος, προκύπτουν από τη σύγκρουση δύο ή και περισσότερων αντιφατικών τάσεων και κριτηρίων της αστικής κοινωνίας που είναι αντιφατικές και δυσεπίλυτες: καθολική ενσωμάτωση στην αστική κοινωνία, αλλά και ελευθερία της αγοράς.

φορολογία

Ένας από τους βασικούς λόγους διαδηλώσεων και “έγκλισης” είναι το ζήτημα της φορολογίας, της ευθύνης δηλαδή απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, το οποίο εκπροσωπείται από το κράτος. Ο κοινωνικός αστικός σχηματισμός, στα πλαίσια του ότι βιώνει πλέον την εργασία ως εξωτερικό καταναγκασμό, ως αναγκαία προϋπόθεση αλλά και όριο του εαυτού του, και βιώνοντας στο έπακρο την κρίση της συρρικνούμενης βάσης του κεφαλαίου, των πλεοναζόντων πληθυσμών, της αποβολής από την «αστική κοινωνία κτλ» αναδεικνύει το ζήτημα της φορολογίας σε κεντρικό λειτουργικό και ηθικό ζήτημα: «Όλοι έχουν ευθύνη και υποχρέωση απέναντι στο σύνολο, να προσθέτουν τον οβολό τους, γιατί οι «πόροι είναι λίγοι, το ποσοστό κέρδους πέφτει και ενώ υπάρχουν πλεονάζοντα κεφάλαια, ταυτόχρονα υπάρχει αδυναμία εξεύρεσης κερδοφόρων κεφαλαίων, η φορολογική βάση μειώνεται.”  Αυτό λέει το κοινό σκεπτικό κρατικών ιθυνόντων και διαδηλωτών. Καθώς η βάση συρρικνώνεται, το ποσοστό κέρδους βρίσκεται υπό διαρκή πίεση, το κεφάλαιο μπορεί να «πετάξει ανά πάσα στιγμή» και όσοι πλεονάζοντες επωφελούνται από την πρόνοια, την υγεία κτλ, φαίνεται ότι ζουν σε βάρος των άλλων, “παραγωγικών” κομματιών της αστικής κοινωνίας. Η κατανομή και συλλογή του πλούτου συνεπώς από το κράτος υπό τη μορφή της φορολογίας, καθώς και το που αυτή πάει, γίνεται κεντρικό ζήτημα. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα αυτά τα inter class κινήματα, εντοπίζουν το ζήτημα της αναδιανομής του πλούτου όχι εντός της εργασίας, αλλά στη συνολική μορφή της αστικής κοινωνίας, στο κράτος και κατ’ επέκταση τη φορολογία του. Τόσο οι διαδηλωτές όσο και το κράτος επικαλούνται την φορολογία ως ηθική νομιμοποίηση των πράξεων τους. Η κρίση και η αδυναμία εξεύρεσης κεφαλαίων αποδίδεται στη φοροδιαφυγή, ότι «κάποιος έχει αυτά τα λεφτά και τα κρατάει». Αυτό γίνεται καθώς και εδώ το χρήμα γίνεται αντιληπτό ως πράγμα. Το κράτος θέλοντας να βρει κεφάλαια για να τα χρησιμοποιήσει για το ίδιο αλλά και για το γενικό πλαίσιο της αστικής κοινωνίας, κυνηγά ασύστολα  τους φοροφυγάδες, μικρούς ή μεγάλους, ενώ από την άλλη οι διαδηλωτές των πλατειών ή θα φωνάζουν ηθικοπλαστικά «πληρώσαμε φόρους, έχουμε το δικαίωμα να ακουστούμε» δηλαδή η αντιπροσώπευση θεμελιώνεται άμεσα στην χρηματική προσφορά στο σύνολο, μόνο τότε είσαι αναγνωρισμένο υποκείμενο, ή επιδοθούν σε ένα ασύστολο καταγγελτικό κυνήγι «μεγαλοεπιχειρηματιών» που «δεν πλήρωσαν φόρο, συνεπώς είναι ασυνεπείς ως προς το αστικό κοινωνικό σύνολο, και «υπαίτιοι» για την κρίση. αυτοί είναι που «κρύβουν τα λεφτά». Οι επιτροπές των πλατειών και τα επιχειρήματα τους περί φορολογίας, είναι ουσιαστικά το κατοπτρικό αυτοοργανωμένο μόρφωμα των κρατικών υπηρεσιών ελέγχου της φορολογίας, καθώς παρά τις διαφορετικές τους στοχεύσεις, μοιράζονται το κοινό λειτουργικό-ηθικό περιεχόμενο της οικονομικής και ηθικής συνέπειας απέναντι προς το αστικό κράτος και την αστική κοινωνία εν γένει όπως αυτή υποστασιοποιείται συνολικά στο κράτος. Αυτή η κοινή λογική των πλατειών, αν και αρχικά δεν είναι εμφανές, μπορεί όχ μόνο απέναντι στους μεγαλοεπιχειρηματίες αλλά να στραφεί γενικά εναντίων όλων όσων δνδ πλήρωναν φόρους, καθώς η βάση της λογικής είναι “η συνέπεια στο κράτος” .Έτσι καθώς το κράτος γίνεται για μια ακόμα φορά το κέντρο βάρους της αναπαραγωγής της αστικής κοινωνίας και η ουσιαστική πραγμάτωση του αντικειμενικού της πνεύματος, η θεσμοποιημένη της ηθική, κάθε ριζοσπαστική κριτική ή φωνή, εκ των πραγμάτων αποκλείεται από αυτές τις διαδικασίες

Η προφανής αναντιστοιχία μεταξύ των νέων μεταβαλλόμενων λειτουργιών του κράτους και της αναπαραγωγής μικρών ή μεγάλων κομματιών της αστικής κοινωνίας αποδίδεται σε μια σχεδόν “συνωμοτική κατάληψη” του κράτους από εσωτερικούς και εξωτερικούς στη χώρα παράγοντες. Αυτή γίνεται αντιληπτή ως “έλλειμμα δημοκρατίας” κυρίως λόγω “διαφθοράς” από τα δυσαρεστημένα κομμάτια, αποδίδεται δηλαδή σε “εξωκρατικούς” και “έξω-καπιταλιστικούς” παράγοντες οι οποίοι επιδρούν πάνω στην κατά τα άλλα “υγιή καπιταλιστική οικονομία και το ουδέτερο (μας) κράτος. Αυτό στην Μολδαβία συμπυκνώθηκε στη ρητορική του “αιχμάλωτου κράτους” (το σύνθημα αυτό- Moldova e un stat captiv, cu instituții în comă7-η Μολδαβία είναι ένα όμηρο κράτος με ένα σύνταγμα σε κώμα, ήταν το βασικό σύνθημα των πορειών.)

Offshoring

Από την κριτική της φορολογίας, εύκολα περνάμε στη κριτική των offshore. Στη Μολδαβία αυτή η ρητορική σχετίστηκε με μια έντονη κριτηκή των offshore εταιριών καθώς τα χρήματα που έφυγαν από τη χώρα διακινήθηκαν μέσω τέτοιων εταιριών. Παρά τη κριτική ενάντια στη διαφθορά, ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει δυο πράγματα υπ’ όψιν του. Η τακτική offshore δεν είναι μια καινούρια τακτική παρά τον γενικό μύθο, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κεφαλαίου ήδη από το 1930. Παρόλα αυτά είναι γεγονός ότι τα διεθνή κέντρα offshore από το 80 μέχρι σήμερα διπλασιάστηκαν. Όμως οι εταιρίες offshore δεν είναι μια ανωμαλία του καπιταλισμού αλλά αντιθέτως ένα εσωτερικό, ανταγωνιστικό κομμάτι της ολότητας του το οποίο προσπαθούν να το ελέγξουν διάφοροι παράγοντες. Η συγκεκριμένη πρακτική (offshoring) παίζει τεράστιο ρόλο την αποφυγή της φορολόγησης του κεφαλαίου, δηλαδή στην διασφάλιση της ικανότητας κάποιος οριακά αποδοτικών κεφαλαίων να διατηρήσουν ή να αυξήσου την κερδοφορία τους, να βρουν καλύτερες συνθήκες αξιοποίησης ανά τον κόσμο σε περίπτωση κακών υποδομών, να αποφεύγουν τις υποτιμήσεις νομισμάτων που προκαλούνται σε τελική ανάλυση από την ταξική πάλη, και να συγκεντρώνουν απαραίτητα κεφάλαια ώστε να μπορούν να επανεπενδύονται. Περίπου το 50%των παγκόσμιων συναλλαγών περνά κάποια στιγμή από offshore διαδικασίες και επενδύεται σε δευτερογενείς και τριτογενείς αγορές χρεών και ομολόγων διασφαλίζοντας έτσι τη σταθερότητα του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος. Ένας ενδεχόμενος περιορισμός του θα επηρέαζε τις νομισματικές ισορροπίες γιατί ακριβώς θα περιόριζε την ικανότητα του κεφαλαίου να αποφεύγει τη ταξική πάλη, είτε μέσω της άμεσης διατάραξης της παραγωγικής διαδικασίας είτε μέσω του αιτήματος αναδιανομής της φορολογικής πολιτικής. Είναι με λίγα λόγια μια βασικότατη διάσταση της οργάνωσης του κεφαλαίου σε συνολικό επίπεδο και όχι κάτι μυστήριο ή κάποια παρέκκλιση: το χρήμα, ως ποσό και ως τραπεζογραμμάτιο που αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη “ποσότητα” αφηρημένου πλούτου μπορεί να μετακινηθεί επ άπειρον μέσω των τραπεζικών συστημάτων. Οι νέες τεχνολογίες απλά αυξάνουν τη δυνατότητα και τη ταχύτητα της μετακίνησης του.

Παρόλα αυτά είναι γεγονός ότι το ΔΝΤ αλλά και οι ίδιες οι χώρες, τόσο στη Μολδαβία όσο και σε άλλες χώρες, όπως την Μ.Βρετανία έχουν προσπαθήσει σε κάποιο βαθμό να περιορίσουν το offshoring υπό την πίεση ακριβώς της ταξικής πάλης και των κοινωνικών ταραχών, την πίεση δηλαδή ενός κάποιου-αδύνατου- κοινωνικού συμβολαίου καθώς γνωρίζουν ότι η διαδικασία, αν αφεθεί εντελώς εκτός ελέγχου μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στο παραγωγικό τομέα, και στο τομέα της απασχόλησης με αποτέλεσμα να δημιουργήσει προβλήματα στην παγκόσμια εμπορευματική αλυσίδα8. Το ΔΝΤ όμως προφανώς μαζί με τα νομικά πλαίσια που προτείνει για “εξορθολογισμό” των τραπεζικών συστημάτων ώστε να περιοριστεί σχετικά η διαδικασία, προτείνει και μέτρα για να γίνει η οικονομία πιο παραγωγική ώστε να μην υπάρχει ανάγκη φυγής του κεφαλαίου και να εξασφαλίζεται η αναπαραγωγή του, δηλαδή υποτίμηση της εργασίας, ελαστικοποίηση, ανανέωση των παραγωγικών μέσων σε βάθος χρόνου, δηλαδή αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

Η διπλή πολιτική του να περιοριστεί το offshoring σχετικά αλλά ταυτόχρονα να πριμοδοτείται έχει να κάνει με τη βαθιά έκφραση της αντίφασης της αξιακής μορφής: η αξία αποκόπτεται από την αναπαραγωγή της ζωής, αποφεύγοντας το πεδίο της ταξικής πάλης, την κοινωνική αναπαραγωγή, όλο και περισσότερο, εξασφαλίζοντας όλο και μεγαλύτερη κινητικότητα. Αλλά αυτό το καταφέρνει μόνο επιστρέφοντας την ύστατη στιγμή πάλι στην εργασία, η οποία εν το μεταξύ έχει υποτιμηθεί δομικά, ακριβώς μέσα δηλαδή από την εν λόγω διαδικασία.

Έτσι αρθρώνεται η αντίφαση της εποχής: τα σημερινά κινήματα όσο εθνικιστικά και αν είναι, δεν είναι φασιστικά, καθώς εξ αρχής δεν δημιουργούνται ως η αντίδραση της αστικής κοινωνίας απέναντι σε ένα κομμάτι της το οποίο πλησιάζει τον κομμουνιστικό ορίζοντα της εκάστοτε εποχής και πρέπει να πειθαρχηθεί. Αντιθέτως ξεκινούν να εγκαλούν το κράτος εξ αρχής ως αντιδημοκρατικό, ως μη έχων σχέση με την αστική κοινωνία. Εδώ το κράτος είναι ο “προδότης του έθνους”, η εξωτερικότητα και όχι η τάξη, η οποία εξ αρχής σαν υποκείμενο δεν υπάρχει πουθενά σε αυτή την ιστορία. Η οποιαδήποτε νίκη των κινημάτων θα φέρει κάποιον δυνάμει αντιπρόσωπο τους στην εξουσία, ο οποίος γρήγορα θα καταδείξει ότι είναι αδύνατο να τους αντιπροσωπεύσει. Θα ταξινομηθεί τότε ως εχθρός του λαού, ως αντιλαϊκός. Ως το ίδιο με τους άλλους. Αν η κατηγορία του λαού είναι αφηρημένη και ουσιωδώς μετωνυμική, τότε το ίδιο συμβαίνει με με το αντίθετο της. Αυτή η διαλεκτική συνεχίζεται αέναα μεν, καθώς φαίνεται να μην υπάρχει τίποτα άλλο, αλλά χάνοντας υψόμετρο λόγω της αναποτελεσματικότητας της. Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι η κριτική ενάντια στην διαφθορά δεν είναι τίποτα άλλο από την έκφραση της ταξικής πάλης εντός και όχι ενάντια στην αστική λογική, να εξορθολογίσει το κράτος, να το κάνει δηλαδή αντικειμενική έκφραση, διαμεσολάβηση όλων των αφηρημένων κοινωνικών σχέσεων της αστικής κοινωνίας. Το συγκεκριμένο ζήτημα θα αναλυθεί ξεχωριστά καθώς είναι κομβικής σημασίας.

Υποσημειώσεις.

1Βέβαια αυτή η κριτική είναι η φετιχιστική κριτική τη ίδιας της αστικής κοινωνίας καθώς προϋποθέτει ότι υπάρχει απλά το κράτος και η οικονομία ως πράγματα τα οποία τα μεταχειρίζονται άτομα (individuals) τα οποία δρουν αυτόνομα και ελεύθερα, με προσωπική αυτονομία και αυτοκυριαρχία, και υπαιτιότητα. Ακόμα ένας τρόπος με τον οποίο αυτή η κριτική καταφάσκει στην αστική λογική χωρίς ποτέ να τη ξεπερνά. Αυτή ακριβώς η κριτική αναπαράγει διαρκώς την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει ένας κόσμος έξω από τον καπιταλισμό, ο οποίος είναι ο κόσμος της “προσωπικής ευθύνης” η οποία με ευεργετικό ή καταστρεπτικό τρόπο μπορεί να επιδράσει στην “οικονομία”. Ο καπιταλισμός δεν γίνεται εδώ αντιληπτός μόνο ως κάτι ουδέτερο αλλά και μόνο ως κάτι δημόσιο.

2 χρησιμοποιούμε τον όρο καταχρηστικά και λίγο στρεβλά. Το object petit a, στη λακανική ψυχαναλιτική θεωρία είναι αυτό το άγνωστο “κενό σημείο” στην αντίληψη μεταξύ των υποκειμένων, ένα κομμάτι εμπειρίας και απόλαυσης το οποίο είναι εμφανές ότι υπάρχει αλλά είναι αδύνατο να συμβολοποιηθεί, να οριστεί, να “γραπωθεί” από το υποκείμενο, και ταυτόχρονα ειναι καταστατικό του ίδιου του υποκειμένου. Η αδυναμία αυτή δεν έχει να κάνει με κάποια εσωτερική αντίφαση του “αντικειμένου a “ αλλά με την ίδια τη διαλεκτική αντίφαση υποκειμένου-αντικειμένου στη λακανική θεωρία, που δεν είναι της παρούσης εδώ να επεκταθούμε ή να την αντιστοιχίσουμε πλήρως με τις μορφές υποκειμενοποίησης των κινημάτων των πλατειών. Παρόλα αυτά ο όρος δεν χρησιμοποιήθηκε τυχαία, καθώς τέτοιοι παραλληλισμοί σε κάποιο βαθμό μπορούν να γίνουν.

3Εδώ το κεφάλαιο γίνεται αντιληπτό για άλλη μια φορά ως ουδέτερο πράγμα που το λυμαίνονται κάποιοι. Δεν γίνεται προφανώς αντιληπτό ότι είναι μια κοινωνική σχέση με τη δική της δυναμική που προσωποποιείται σε κάποια άτομα. Η κριτική ενοχοποιεί και στοχεύει στα ίδια τα άτομα, τους περιβόητους ολιγάρχες. Το γεγονός ότι πολλά από αυτά είναι πρώην ιθύνοντες του σοβιετικού καθεστώτος “αποδεικνύει” στα μάτια αυτής της κατηγορίας ότι η αγορά δεν είναι “ορθή” γιατί αν ήταν θα τους είχε αποβάλει. Η αγορά είναι “αιχμάλωτη του σοβιετικου παρελθόντος”. Τα άτομα αυτά “παραμορφώνουν” την αγορά, κατά παρόμοιο τρόπο που το κάνουν και τα ξένα κεφάλαια στις θεωρίες εξάρτησης. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα που αυτές οι φιλελεύθερες δυνάμεις κάνουν συνήθως και μια αντι-ιμπεριαλιστική κριτική ενάντια στους “ολιγάρχες” θεωρώντας τους εκπροσώπους ξένων χωρών, τις περισσότερες-αλλά όχι όλες- φορές της Ρωσίας. Η ευκολία με την οποία η αντι-ιμπεριαλιστική κριτική ενσωματώνεται στις φιλελεύθερες πλατείες της ανατολικής Ευρώπης δείχνει ότι το επιχείρημα περί υγιούς εθνικής οικονομίας, με όσες κόκκινες σημαίες και αν ντυθεί, είναι αστικό ή δεν καταφέρνει γενικά να ξεπεράσει τον αστικό γνωσιακό ορίζοντα.

4Και οι δύο κατηγορίες παρόλο που έχουν διαφορετικές προσλήψεις σε διάφορα χαρακτηριστικά της αστικής οργάνωσης της κοινωνίας, αντιλαμβάνονται εξίσου το παρόν, ως στρέβλωση, παρέκκλιση της αστικής κοινωνίας από μια “ιδεατή μορφή της”, παρέκκλιση προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου, στο οποίο ή προσωποποιείται η “μη-καπιταλιστική ανορθολογικότητα”, απομεινάρι του σοσιαλιστικού παρελθόντος(1η εκδοχή) ή σε αυτό προσωποποιείται ο καπιταλισμός/νεο-φιλελευθερισμός γενικά. Οι εκδοχές περί του τι “είναι ιδεατή” αστική κοινωνία, από τις οποίες εξαρτάται η στοχοθεσία των κινημάτων, προφανώς διαφέρουν λιγότερο ή περισσότερο από κατηγορία σε κατηγορία, και προφανώς υπάρχει και μεγάλος βαθμός σύμπτωσης μεταξύ των δύο κατηγοριών, καθώς οι μορφές εκκοινωνισμού, τα κοινωνικά παραδείγματα κτλ του κεφαλαίου ρέουν σχετικά μέσα στον συμβολικό κοινωνικό ιστό πέρα από τις άμεσες “ταξικές θέσεις”, ενώ η πολύπλευρη και αντιφατική διαλεκτική σχέση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων κάνει το βαθμό αλληλοκάλυψης απόψεων και αντιλήψεων ακόμα πιο πυκνό. Το κεφάλαιο στην εκδιπλούμενη αντίφαση του, διαψεύδει το ίδιο του το κοινωνικό παράδειγμα. Το σύνθημα “ελευθερία για όλους, πρόσβαση στα αγαθά, διαμοιρασμός του πλούτου μέσα από τον υγιή ανταγωνισμό” ενώ ποτέ δεν ήταν πραγματικά υπαρκτό, πλέον εμφανίζεται η διάψευση του ως προφάνεια. Παρόλα αυτά οι απαντήσεις της αυτοκατάργησης των κοινωνικών κατηγοριών σε αυτά τα άμεσα αδιέξοδα και αντιφάσεις, χάνονται μέσα στο πολύπλοκο matrix των κοινωνικών αφηγήσεων, των άμεσων αναγκών και της αδιαπερατότητας, των καπιταλιστικών σχέσεων, του φετιχισμού τους.

5 Εδώ έκαναν και την εμφάνιση τους αμιγώς εθνικιστικές πολιτικές δυνάμεις. Η ίδια η λογική των κινημάτων των πλατειών προωθεί τον εθνικό/εθνικιστικό λόγο, τον αναδεικνύει και ταυτόχρονα του θέτει όρια, τα όρια της ίδια της ετερότητας της αστικής κοινωνίας που προσπαθεί να επαναοικιοποιηθεί το κράτος με όρους περασμένων δεκαετιών, με όρους κοινωνικού κράτους ή του υποβολέα μιας “εύρυθμης οικονομίας”. Έτσι οι πλατείες εμφανίζονται εθνικές/εθνικιστικές χωρίς όμως να διεκδικούν τη μορφή του φασιστικού/εθνικιστικού κράτους του παρελθόντος όπως το ξέρουμε, γιατί δεν αποτελούν την έκφραση της αγωνίας της αστικής κοινωνίας απέναντι στον κομμουνιστικό κίνδυνο, αλλά απέναντι στην κρίση του ίδιου της του εαυτού όπως τον ξέρει. Αντιδρούν εθνικά/εθνικιστικά στην φαινομενική κρίση του έθνους-κράτους, την αναδιάρθρωση της κρατικής μορφής, και τον φόβο μην καταστούν πλεονάζοντες. Έτσι διεκδικούν “εθνικές δημοκρατίες” και όχι δικτατορίες που θα καταπιέσουν κάποιο κοινωνικό υποκείμενο. Η εικόνα εδώ φαίνεται ανεστραμμένη. Δεν είναι όπως παλαιότερα που μια τάξη, ή μια κοινωνική ομάδα φαίνεται να υποσκάπτει τα θεμέλια του έθνους(δηλαδή της ενότητας της αστικής κοινωνίας) αλλά το κράτος φαίνεται ως μη αντιπροσωπευτικό, ως ήδη αντιδημοκρατικό. Στο όνομα του έθνους αιτείται η δημοκρατία, ως η φυσική πολιτική μορφή της αστικής κοινωνίας που θέλει ολοκληρωτικά να έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στο κράτος.

6Στις πορείες αυτές, στα πλαίσια της παραδοχής ότι σκοπός είναι η ανασυγκρότηση του κράτους καθώς αυτό δεν είναι λειτουργικό, τέθηκε ο τακτικός στόχος συνολικής κριτικής του πολιτικού σκηνικού. Έτσι οι πορείες κατάφεραν να συκγεντρώσουν όλο το πολιτικό φάσμα, από την άκρα δεξιά (φιλορουμανική ή Μολδαβική), τους φιλελεύθερους, και του αριστερούς. Στο συνολικό discourse που αναπτύχθηκε στις πορείες έκανε λόγο για ένα κράτος που δεν εκπροσωπεί τον ‘λαό”. Οποιαδήποτε πολιτική ομάδα ήταν διατεθειμένη ή μπορούσε ενα μεταχειριστεί το αφηρημένο σημαίνον του λαού, το οποίο αποτελούσε το απόλυτο σημείο καθήλωσης του συνολικού dscourse μπορούσε να παίξει “μπάλα” στις μολδαβικές πλατείες. Οι ομάδες μπορεί να διέφεραν αρκετά ως προς τις ερμηνείες της κρίσης ή τις λύσεις που πρότειναν, παρόλα αυτά συμφωνούσαν ότι ο λαός δεν εκπροσωπείται. Έτσι οι πλατείες, με το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων εντός τους, μετατράπηκαν σε μικρά κοινοβούλια, δημοκρατίες του πεζοδρομίου, όπου όσο και αν είναι αδύνατο αν πραγματωθούν, κρατούν τη κριτική ακυρωμένη στο τώρα: η δημοκρατία ως φυσική κοινότητα της αστικής κοινωνίας όπου μέσω του ανταγωνισμού ο κάθε ιδιώτης αναπαράγει τον εαυτό του, διαιωνίζεται σαν κοινωνικό παράδειγμα, ακριβώς γιατί κάθε φορά δεν πραγματώνεται σε κρατικό επίπεδο. Εδώ γεννιούνται και κινηματικές αυταπάτες και γελοιότητας για την ‘άμεση δημοκρατία των κινημάτων”. Η δημοκρατία είναι η φυσική κοινότητα του κεφαλαίου, και είναι κενή πολιτικά, δηλαδή μπορεί να λάβει οποιοδήποτε περιεχόμενο, ακόμα και εθνικιστικό, όπως έγινε στην Ουκρανία

6 Εντελώς τυχαία προφανώς, αλλά με τραγική συνέπεια ως προς τις ιστορικές συνθήκες, ο όρος “αιχμάλωτο κράτος” είναι ο τίτλος ενός βιβλίου που αποτελεί την βίβλο της παραπάνω λογικής κριτικής στο καπιταλσμό. Το βιβλίο ισχυρίζεται ότι το βρετανικό κράτος είναι όμηρο πολυεθνικών και offshore εταιριών –Captive State: The Corporate Takeover of Britain, George Monbiot

8αν μια χώρα καταρρεύσει οικονομικά εντελώς λόγω offshoring τότε η αναταραχή σε αυτή, τα προβλήματα στην παραγωγή, η υποτίμηση του νομίσματος και η αδυναμία εισαγωγών κτλ, την κάνουν να μη μπορεί να μετάσχει στη παγκόσμια εμπορευματική αλυσίδα προκαλώντας προβλήματα και σε άλλους τελικά και διαταράσσοντας τελικά την αγορά σε μεγαλύτερο βαθμό.

Advertisements

Συζήτηση

2 thoughts on “Η Μολδαβία είναι ένα αιχμάλωτο κράτος

  1. σκοπευεις μηπως να το μεταφρασεις καποια στιγμη αυτο (η, υπαρχει ηδη μεταφρασμενο καπου)?

    π.

    Posted by jometa2pistolia | Απρίλιος 5, 2016, 19:09
    • Ολα τα κειμενα για τις πλατείες, Ουκρανια, Μακεδονια, Μαυροβόυνιο, Ρωσία, Μολδαβία, Αρμενία κτλ, 1ον θα μεταφραστούν, καποια εχουν ξεκινήσει ήδη, και θα συγκεντρωθούν επίσης μετα απο επιμέλεια κτλ σε συλλογικό τόμο.

      Posted by zeolas | Απρίλιος 6, 2016, 12:04

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: