//
you're reading...
Αναλύσεις

ο τοίχος του πολυτεχνείου ως όριο της αστικής κουλτούρας

7652_e9ba_700

γκράφιτι σε ένα τοίχο στο Τσέρνομπιλ. Καμίνη να πας να καθαρίσεις και αυτό, ντρόπη μια τόσο ωραία πόλη να τη βρωμίζει ο γκραφιτάς.

Εδώ και μια εβδομάδα οι τηλεοράσεις και οι εφημερίδες οργιάζουν για το τεράστιο και «ασαφές» γκράφιτι που κοσμεί όλη την πλαϊνή όψη του πολυτεχνείου Αθηνών. Το γκράφιτι είναι ομολογουμένως πολύ μεγάλο και πολύ επιβλητικό. Άμεσα πολλοί τάχθηκαν υπερ του και άλλοι κατά του. Πολλοί σύντροφοι είπαν ότι η επίθεση που δέχεται το γκράφιτι είναι «επίθεση» στην εξεγερμένη νεολαία και στη αντικουλτούρα της. Σίγουρα κάποιοι πιστοί ιθύνοντες του κεφαλαίου και του κράτους έχουν τέτοιους συνειδητούς σκοπούς. Όμως το πράγμα μάλλον δε σταματά εκεί. Η σύγκρουση δεν είναι απλά σύγκρουση ταξικών ιδεών που αντιπροσωπεύονται μέσα από τον «καθαρό τοίχο» ή «το μαύρο γκράφιτι» .Από την άλλη οι πιστοί συνομοσιολόγοι ακροδεξιοί συνεργάτες της «πρώτης φοράς αριστερά» κυβέρνησης έσπευσαν να συνδέσουν το γκράφιτι με την «επίθεση του Βερολίνου ενάντια στην καταγάλανη Αθήνα» καθώς το γκράφιτι είναι «βερολινέζικης τεχνοτροπίας». Οι λογικές ακροβασίες αυτές είναι αστείες και γελοίες από τη μια, από την άλλη δείχνουν την προσπάθεια του εθνικού λόγου να διαμεσολαβήσει ακόμα και τις πιο απόμακρες σε αυτόν δραστηριότητες και συγκρούσεις. Όμως εδώ δεν θα εστιάσουμε στη ρητορική των ψεκασμένων αλλά στη σύγκρουση αυτή καθ’ αυτή.

Λίγα σχόλια για τις πιο παραδοσιακές αναγνώσεις.

Η ρητορική που θέλει τη σύγκρουση περί του γκράφιτι ταξική σύγκρουση ενώ είναι σίγουρα ειλικρινής και προσπαθεί να αναλύσει την σύγκρουση με κοινωνικούς και ιστορικούς όρους, προσκρούει σε εμφανείς δυσκολίες. Μια τέτοια «επίθεση» από το κράτος θα προϋπέθετε την εκ των προτέρων γνώση του ποιοι έκαναν το γκράφιτι, την ταξική τους «θέση»με βάση τη θέση τους στη παραγωγική διαδικασία ή το επίπεδο ζωής τους. Επίσης θα προϋπέθετε μια σαφή τοποθέτηση του ‘ίδιου του γκράφιτι ως «εργαλείου διαμαρτυρίας» μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης, και επίσης θα έπρεπε το ίδιο το γκράφιτι να φέρει ένα σαφές ταξικό μήνυμα. Παρόλα αυτά, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συμβαίνει. Το κράτος και οι μηχανισμοί του προφανώς δεν γνωρίζουν τη ταυτότητα των δραστών για να ενεργοποιηθούν «ταξικά». Επίσης το γκράφιτι έχει πάψει να είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα έκφρασης μιας συγκεκριμένης τάξης εδώ και περίπου 30 χρόνια. Οι ιστορικές αναλογίες που μιλούν για το «γκράφιτι και το χιπ-χόπ» ως τέχνη των αποκλεισμένων δεν βοηθούν και πολύ. Οι «αποκλεισμένοι γκραφιτάδες» ως «επαναστατικό υποκείμενο» συνιστώσα μιας ευρύτερης επαναστατημένης τάξης, έπαψαν να υπάρχουν ως συμπαγή επαναστατικά «δημιουργικά» υποκείμενα από την εποχή που ρευστοποιήθηκαν ακόμα περισσότερο και τα όρια μεταξύ αποκλεισμένου-πρεκάριου-προλετάριου. Η εργατική τάξη δεν είναι απλά πολυδιασπασμένη αλλά αντίθετα είναι ρευστοποιημένα τα πρακτικά όρια μεταξύ των εσωτερικών της διαχωρισμών. Οι γκραφιτάδες σήμερα μπορεί να ανήκουν σε διάφορες «κοινωνικές τάξεις» και μπορεί να μη νιώθουν καθόλου αποκλεισμένοι.Το γκράφιτι δεν μπορεί να αποτελέσει «έκφραση διαμαρτυρίας» μιας συγκεκριμένης τάξης γιατί ακριβώς αυτή η «τάξη» δεν μπορεί στοιχειοθετηθεί κάπως κοινωνικά. Κατηγορίες όπως «νεολαία» ή «νέοι» είναι αστικές ηλικιακές νοητικές κατηγορίες και όχι ταξικές κοινωνικές κατηγορίες του κεφαλαίου. Τέλος το τελευταίο πρόβλημα μιας αμιγώς «ταξικής κοινωνικής ανάλυσης» είναι ότι πολλοί νέοι επισφαλείς, βρίσκουν το γκράφιτι προκλητικό και άσχημο. Ακριβώς δηλαδή αυτές οι κοινωνικές κατηγορίες που υποτίθεται αυτό «εκφράζει». Το πρόβλημα γενικά με μια τέτοια προσέγγιση- όχι μόνο στη τέχνη αλλά γενικά- είναι ότι αντιλαμβάνεται το καπιταλισμό ως σύγκρουση τάξεων, ενώ πίσω από αυτό είναι πρώτα-σύγκρουση μορφών/διαδικασιών.

Ποιμενική εξουσία και καπιταλιστική καλλιτεχνική μορφή.

Η διάσπαση της εργατικής τάξης και των κοινωνικών υποκειμένων γενικά δεν έχει να κάνει με μια άγρια ιδεολογική επίθεση του κεφαλαίου και του κράτους στην κατά τα άλλα ενοποιημένη υλικά εργατική τάξη. Αντίθετα η υλική πραγματικότητα του κεφαλαίου, κυρίως στη μεταφορντική του εκδοχή είναι αυτό που θα λέγαμε «ποιμενική». Μια μορφή -παραγωγικής πάντα- εξουσίας η οποία ταυτόχρονα εξατομικεύει και ομογενοποιεί. Παράγει άπειρα ομοιόμορφα-αλλά όχι όμοια- εγώ. Το άτομο δεν γίνεται αυτό που ξεχωρίζει από το πλήθος, το αντίθετο του πλήθους, αλλά αντίθετα γίνεται η αθροιστική ετερόκλητη συστατική μονάδα του πλήθους. Η εμπειρία, το ίδιο το άτομο γίνεται εξατομικευμένο  και προσωπικό, ιδιωτικό σε όλες του τις πτυχές. Ταυτόχρονα αυτή η εξατομίκευση αποκτά μια αφηρημένη νομική αλλά και ευρύτερα αντιληπτική πτυχή, γίνεται αφαίρεση του εαυτού και της εμπειρίας της, και έτσι συσχετίζεται κοινωνικά με τα υπόλοιπα κοινωνικά υποκείμενα. Τέλος ή ίδια αυτή η αφαίρεση και η νομική και αντιληψιακή μορφή που παίρνει γίνεται η κοινωνική νόρμα-η αλήθεια, η απόλυτη παραγωγική αφηρημένη αλήθεια, με βάση την οποία προσμετρώνται και τελικά ορίζονται οι επιμέρους ατομικότητες. Το κεφάλαιο είναι μια μαγική μορφή εξουσίας, συγκροτεί αντικειμενικές πραγματικότητες και υποκείμενα μέσα σε αυτές, και οι σχέση μεταξύ τους είναι συστηματικά διαλεκτική: το ένα αλληλοπροϋποθέτει το άλλο, η εξουσία δεν ασκείται απλά, αλληλοπαράγεται από όλους τους πόλους και δημιουργεί την εντύπωση της εξουσίας-και τρόπου παραγωγής- που είναι ιδιωτικός και προσωπικός για τον καθένα.Κεντρική θέση σε αυτή την πολυεπίπεδη διαδικασία παίζει το χρήμα, η εξατομικευτική και ταυτόχρονα συνδετική λειτουργία που έχει. Το χρήμα γίνεται κεφάλαιο, το άτομο ιδιώτης και ιδιοκτήτης, και τελικά με ένα πολύπλοκο βάθεμα αυτής της σχέσης, το άτομο γίνεται προσωπικό κεφάλαιο. Ατομική αξιοποίηση. Το απόλυτο στάδιο της ιδεολογικής πλευράς της πλήρους  πραγματικής υπαγωγής.

Η πρώτη μορφή που εμφανίστηκε αυτή η διαδικασία ήταν η μαζική τέχνη και κουλτούρα. Η οποία πέρα από την ιδεολογική της λειτουργία και θεματολογία-νομιμοποίηση του υπάρχοντος, της καπιταλιστικής κοινωνίας κτλ- επιτελεί την αναπαραγωγή της ποιμενικής πλευράς του κεφαλαίου σε επίπεδο μορφής. Αυτόν της εξατομίκευσης και της αστικής «ελεύθερης επιλογής». Το πέρασμα της τέχνης σε επίπεδο μορφής από κοινωνική διαδικασία σε διαδικασία διαμεσολαβημένη από το χρήμα είναι μια πολύ σημαντική στιγμή. Η πρόσβαση στη τέχνη γίνεται πλέον ατομική, και κατά βούληση, όποτε «θέλει να την δει και να τη βιώσει ο ιδιώτης». Ακόμα και τα μαζικά events όπως οι συναυλίες δεν διαφεύγουν από αυτή τη διαδικασία καθώς ουσιαστικά η διαδικασία είναι η ίδια: Ο χώρος είναι απομακρυσμένος και απομονωμένος ώστε να μην «ενοχλεί» αλλά και γενικά να μην αλληλεπιδρά με τους «μη πελάτες». Από την άλλη οι πελάτες πληρώνουν το εισιτήριο, εισέρχονται σε στον απομονωμένο χώρο κατά βούληση. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει με τη ζωγραφική και με οποιαδήποτε μορφή δημιουργίας. Το βίωμα γίνεται ατομικό, και από ένα σημείο και μετά η ίδια η δημιουργία γίνεται «τέχνη» ως αυτονομημένη και προσωπική διαδικασία. Προσωπική τόσο στη δημιουργία της όσο και στο βίωμα. Και εδώ ακριβώς είναι ο πυρήνας του θέματος ως «καπιταλιστικής μορφής», ως ποιμενικής μορφής της τέχνης, η οποία ως αυτόνομη και προσωπική μπορεί να σπάσει κάθε όριο, περιορισμό και συντηρητισμό χωρίς όμως να διαρρήξει την καπιταλιστική μορφή. Παράγεται δηλαδή ένας διαχωρισμός από την υλική πραγματικότητα και το δημόσιο χώρο, με βάση την ιδιωτική εμπειρία. Είναι ο τρόπος να καμουφλάρονται οι πραγματικές αντιθέσεις των κοινωνικών σχέσεων από την ίδια τη μορφή που παίρνουν αυτές οι σχέσεις, γίνονται δηλαδή φετιχιστικές. Όπως πολύ σωστά γράφει ο Μαρκούζε:

«Η τέχνη προβάλλει την εικόνα ενός καλύτερου κόσμου, όπου θα πραγματοποιηθούν ιδανικά όπως η ελευθερία και η ευτυχία. Αυτή είναι η άρνηση της και ο αρνητικός της χαρακτήρας. Όμως η άρνηση στη τέχνη εξισορροπείται από το αντίθετο της, την κατάφαση: Το άτομο που αιχμαλωτίζεται από το έργο τέχνης, που περιορίζεται στην ιδιωτική εμπειρία του έργου, πιστεύει ότι έχουν πραγματοποιηθεί τα ιδανικά εκείνα που απλώς έχουν μορφοποιηθεί από το έργο αυτό. Ιδανικά όπως η ελευθερία ή η ευτυχία γίνονται προσωπικό βίωμα[…] ένας κόσμος που διαφέρει από το πραγματικό κόσμο του καθημερινού αγώνα για ύπαρξη. Κάθε άτομο μπορεί να κάνει πραγματικότητα αυτόν το κόσμο «από τα μέσα του», για τον ίδιο του τον εαυτό μόνο και μόνο, χωρίς να αλλάξει τίποτα στην πραγματική του κατάσταση«

Συνεπώς η ταξική πάλη δεν διάγεται μέσα από το έργο και τον τοίχο, ως avatars συγκρουόμενων κοινωνικών δρώντων, αλλά πάνω στη μορφή του ίδιου του έργου, στον τρόπο πρόσβασης σε αυτό. Το γκράφιτι δεν δείχνει κάτι συγκεκριμένο, έχει μια γενικότερη αισθητική. Όμως στο δημόσιο debate για το γκράφιτι η αισθητική του αποτέλεσε από δευτερεύουσα ως ανύπαρκτη πλευρά της διαφωνίας. Αντίθετα τα κεντρικά επιχειρήματα ήταν περί «βεβήλωσης» περί «τεράστιου εγωισμού» περί «υπερφλύαρης επιβλητικότητας» και φυσικά περί «παρανομίας» δηλαδή ότι έγινε χωρίς άδεια. Σε όλα τα επιχειρήματα είτε πιο «αισθητικά», είτε πιο «νομικά» υποβόσκει μια μορφή αστικής δημοκρατικότητας, καναλιζαρίσματος της δημιουργίας μέσα από νομικούς ή ηθικούς κανόνες κοινωνικής συγκατάβασης και αδειοδότησης ελέγχου κτλ, οι οποίοι επιτρέπουν και αναπαράγουν τη δυνατότητα της «ιδιωτικής» εμπειρίας της τέχνης ως ατομικής ελευθερίας και επιλογής,  τον σεβασμό στην «ατομική επιλογή».  Συνεπώς αναπαράγει την αφηρημένη ισότητα, την φετιχιστική αναπαραγωγή του διαχωρισμού ιδιωτικής σφαίρας του βιώματος και γενικότερης οργάνωσης της ζωής, η οποία αναπαράγει και τελικά προϋποθέτει ένα αστικό αφηρημένο κράτος «πολιτών». Το πρόβλημα όλων, μικρών και μεγάλων, κράτους και «νεολαίων» με το γκράφιτι είναι ότι παραβιάζει ακριβώς αυτή τη μορφή αστικής πρακτικής προσωπικού βιώματος. Το γκράφιτι αυτό αγνοεί τους πάντες και ταυτόχρονα επιβάλλεται, δεν επιτρέπει το προσωπικό βίωμα και την αστική προσωπική επιλογή. Το γκράφιτι αγνοεί κάθε μορφή αστικής νομιμοποιημένης «ιστορικότητας» ή θεσμοποίησης και ταυτόχρονα δεν επιτρέπει σε κανέναν να το αγνοήσει .Το γκράφιτι δεν αντιπροσωπεύει καμιά τάξη με την κοινωνιολογική έννοια από μόνο του. Αντίθετα είναι το ίδιο ως πράξη ταξική πάλη, και αντιπροσωπεύει όλους όσους αρνούνται τις καθημερινές υποκειμενοποιήσεις του κεφαλαίου και των μορφών των κοινωνικών σχέσεων . Δεν αντιπροσωπεύει κάποια παραγωγική τάξη, αλλά ένα κίνημα ως αρνητική κατηγορία, ως άρνηση της πράξης του κεφαλαίου και του κράτους, των διηγήσεων που παράγονται από αυτό, και των μορφών που οι διηγήσεις παίρνουν και υπονοούν. Αυτός είναι ο λόγος που «είμαστε» με το παράνομο γκράφιτι ως πράξη, και όχι απλά ως αισθητική. Αυτός είναι και ο λόγος που φασισταράδες σαν τον Καμίνη δεν έχουν πρόβλημα να επικαλεστούν στην επιχειρηματολογία τους την «εξέγερση του Πολυτεχνείου ως βάση της ιστορικότητας του κτηρίου». Από τη στιγμή που η εξέγερση έγινε αφορμή για την επαναφορά της δημοκρατίας και ενός ολόκληρου μοντέλου συσσώρευσης, εγκολπώθηκε τόσο βαθιά στο κράτος, που έγινε πλέον μουσειακό είδος «νόρμας». Οι κραυγές του Καμίνη και της Lifo  δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι κραυγές αστικών υποκειμένων, που έρχονται αντιμέτωποι με κάτι που απερίφραστα παραβιάζει την λογική οργάνωση της τέχνης και του βιώματος όπως τη ξέρουν.

Το γκράφιτι είναι το ίδιο μορφή ταξικής πάλης, και δεν εκπροσωπεί τίποτα. Είναι εξέγερση της μορφής. Γιαυτό και όσο και να το βάφουν άσπρο, θα υπάρχουν πάντα κάποιοι που θα το βάφουν με γκράφιτι ή με συνθήματα, και που χέστηκαν για την ιστορικότητα του κωλοκτηρίου. Θα απλώσουμε τα τεράστια εγώ μας σε όλη τη πόλη. Αλλά αυτά τα εγώ δεν θα είναι σαν τα δικά σας.

Καμίνη δικό σου..

.

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: