//
you're reading...
Αναλύσεις

για τις εκατόμβες των νεκρών που έρχονται

DZ_4Ένα πλοίο που καίγεται, μερικές απεργίες πείνας, καραβάκια που βουλιάζουν στο Αιγαίο, και διάφορες εκφάνσεις της (εμετικής) αριστεράς. Ευτυχισμένο το νέο έτος. Οι νεκροί και οι αποκλεισμένοι του μέλλοντος μας χαιρετούν!.

Μια πρόχειρη επισκόπηση της εξουσίας και του κράτους.

Υπάρχει διάχυτα στον «χώρο»  μια αντίληψη που θέλει το κράτος και το αστικό δίκαιο ως «καταπιέσεις της κοινωνίας» από τις οποίες η τελευταία οφείλει να «ελευθερωθεί». Παρά τον επαναστατικό της βερμπαλισμό αυτή η άποψη είναι βαθιά αστική και ουσιαστικά αναπαράγει τον φετιχιστικό διαχωρισμό μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Παρόλα αυτά το αστικό κράτος δεν είναι (μόνο) καταπιεστικός μηχανισμός όπως και γενικότερα η νεοτερική εξουσία δεν είναι απλά εξουσία καταστολής και υποταγής. Αντίθετα το δίκαιο, το κράτος, η εξουσία σαν γενικότερη δραστηριότητα είναι κατά κύριο λόγο μορφές υποκειμενοποίησης. Με αυτό εννοούμε μορφές συγκρότησης πολλαπλών υποκειμένων, στη συνάρθρωση του ατόμου μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο πολλαπλών κοινωνικών σχέσεων. Η κοινωνία που το κάνει αυτό δεν είναι άλλη παρά η αστική, ήτοι η καπιταλιστική κοινωνία. Ως κεντρική διαμεσολάβηση της, έχει αυτή της αξίας. Η αξία στη πορεία αξιοποίησης της παράγει ή υπάγει σε αυτή ένα σύνολο σχέσεων. Και μέσα σε αυτές τις σχέσεις λοιπόν κάπου συμπιεσμένο, βρίσκεται και συγκροτείται το «υποκείμενο». Το υποκείμενο δεν είναι ο ελεύθερος κοινωνικός δρων ο οποίος πρέπει να ελευθερωθεί αλλά αντίθετα είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων στις οποίες υπάγεται και από τις οποίες – πάνω στις οποίες- συγκροτείται κάποιος. Το υποκείμενο σήμερα είναι το ατομικό και ταυτόχρονα συλλογικό υποκείμενο, ο «ελεύθερος» από κάθε θεωρητικό περιορισμό, το άτομο που συγκροτείται ως αφηρημένο υποκείμενο δικαίου ως προς τους άλλους(δικαιώματα του ανθρώπου). Το κράτος εμφανίζεται ως προστάτης των δικαιωμάτων αυτών, και ανάλογη σχέση αποκτά και το άτομο με το κράτος,. Το κράτος συνεπώς δεν είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός a priori αλλά αντίθετα ο επικυρωτής και η πραγμάτωση των αφηρημένων αστικών σχέσεων, ο μηχανισμός που τις προστατεύει και τις αναπαράγει. Και η «συμμετοχή» στο κράτος γίνεται με την αναγνώριση από αυτό «πολιτικών δικαιωμάτων». Είναι αυτό δηλαδή που επικυρώνει τη βασική θέση της αστικής κοινωνίας: τον αμοιβαίο σεβασμό και αναγνώριση των αστικών υποκειμένων σε αφηρημένο επίπεδο και τους δίνει(μέσω της νομικής αναγνώρισης τους) τη δυνατότητα να διαπραγματεύονται τη θέση τους από τις αντιφάσεις που προκύπτουν από την ίδια την κίνηση της αξίας και την εκμεταλλευτική της αναπαραγωγή. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι ο καταπιεστικός και ταυτόχρονα προστατευτικός χαρακτήρας του κράτους είναι αλληλένδετος. Δεν γίνεται να αποκλειστεί ο ένας από τον άλλο.

Παρόλα αυτά ο κόσμος του κεφαλαίου δεν είναι μόνο κόσμος νομικής αναγνώρισης και τυπικής ισότητας. Αντίθετα είναι και ένας κόσμος αποκλεισμού, συγκρότησης δηλαδή αρνητικών υποκειμένων, τα οποία ενσωματώνονται στη κυκλοφορία του κεφαλαίου ως νομικά αποκλεισμένοι. Εκεί είναι που το κράτος, ως η συμπύκνωση των σχέσεων εξουσίας, λειτουργεί ως όριο για τους αποκλεισμένους: η ενσωμάτωση στο κεφάλαιο χωρίς την δικαιωματική ενσωμάτωση στο κράτος αφαιρεί από το υποκείμενο κάθε ουσιαστική δυνατότητα νομικής διαπραγμάτευσης της θέσης του, η εκμετάλλευση  δεν έχει ουσιαστικά κανένα όριο καθώς το ίδιο το αστικό υποκείμενο στερείται κάθε τρόπο (αυτό)υπεράσπισης του. Συνεπώς οι αγώνες που γίνονται ενάντια στους αποκλεισμούς του νόμου, γίνονται ενάντια στη πολιτική του κράτους, αλλά ως προς τη μορφή του, ως προς το κράτος. Εδώ δεν ισχυριζόμαστε ότι κάθε αγώνας διαμεσολαβείται από τον νόμο. Όμως κάθε αγώνας που έχει αιτήματα, αναγνωρίζει κάποιο status στο κράτος, αφού διαπραγματεύεται μαζί του, και διεκδικεί την αναγνώριση κάποιον σταθερών από το κράτος, δηλαδή ζητά την αναγνώριση ως υποκείμενο από το κράτος. Ακόμα και οι παράνομοι ‘ή οι «εξεγερτικοί» αγώνες που γίνονται με παράνομα μέσα, όταν έχουν αιτήματα περιστρέφονται γύρω από μια έννοια δικαίου που δεν μπορεί παρά να είναι αστική. Συνεπώς το κράτος δεν είναι ένα ξεχωριστό πράγμα που καταπιέζει την κοινωνία αλλά αντίθετα το κράτος και το δίκαιο του, είναι παράγωγα, και πολικά κομμάτια αυτής της κοινωνίας, υπηρετούν την αναπαραγωγή αυτής της κοινωνίας, και των προϋποθέσεων της. Εδώ εμφανίζεται μια αντίφαση, τόσο από τη πλευρά του κράτους όσο και από τη πλευρά των κινημάτων. Τα κινήματα και οι αγώνες με αιτήματα παλεύουν να ενσωματωθούν στο κράτος ή να το ρίξουν τελικά; Η απάντηση είναι και τα δύο. Το κράτος, το δίκαιο και η εξουσία(ως ευρύτερη πρακτική) έχουν τα ίδια μια εσωτερική αντίφαση, μετάφραση του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Από τη μια συνδέονται άρικτα με την αναγνώριση και απόδοση ενός γενικού αφηρημένου στάτους στα υποκείμενα, από την άλλη αναγκαία ο νόμος και το κράτος, λειτουργούν ως εξουσίες αποκλεισμού για την όλο και πιο άγρια υποτίμηση διάφορων συγκεκριμένων υποκειμένων για τις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Εδώ συνεπώς είναι το κέντρο της αντίφασης: από τη μία το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει και δίνει κάποια γενικά και αφηρημένα όρια στην εκμετάλλευση(τα όρια αυτά είναι η ίδια η αφηρημένη ιδιοτηκότητα και το «άτομο» σε τελική ανάλυση) από την άλλη λειτουργεί το ίδιο σαν αποκλεισμός από τον εαυτό του, για να λειτουργήσει η συσσώρευση σε συνθήκες «υπέρ-εκμετάλλευσης» για κάποια κομμάτια του κεφαλαίου . Αυτή είναι η κεντρική και αξεπέραστη αντίφαση του καπιταλιστικού κράτους. Συνεπώς τα κινήματα αιτημάτων κινούνται ως προς αυτή τη κατεύθυνση, οξύνουν αυτή την αντίφαση, τον διαχωρισμό μεταξύ θετικών υποκειμένων και αρνητικών, παλεύουν για την ενσωμάτωση στο κράτος(υπό την έννοια της αναγνώρισης των αστικών νομικών υποκειμένων και όχι της θεσμικής ενσωμάτωσης, όπως κάνει η πολιτική αριστερά) και ταυτόχρονα το κάνουν αυτό με τρόπο αδιανόητο για την ευρύτερη λειτουργία του κράτους-μια αμοιβαία μαζική αναγνώριση όλων των αστικών υποκειμένων ως τέτοια- για το κράτος δεν είναι δυνατή, το κράτος είναι ταυτόχρονα κοινότητα αφηρημένης προστασίας αλλά και αποκλεισμού. Και εκεί έγκειται το νόημα της υπόθεσης και από τις δύο πλευρές.

Εδώ προφανώς φωτογραφίζονται καταστάσεις. Η απεργία πείνας του Ν.Ρωμανού και η απεργία πείνας των σύριων μεταναστών έγινε προφανώς στα ίδια πλαίσια. Αρχικά να ειπωθεί ότι τόσο σε καταστάσεις απεργίας πείνας φυλακισμένων όσο και σε καταστάσεις απεργίας μεταναστών η αλληλεγγύη έχει νόημα ακριβώς για να ενισχύσει την όξυνση της αντίφασης της εξουσίας και του δικαίου έτσι όπως περιγράφηκε παραπάνω. Η ίδια η απεργία πείνας όσο και αν έχει αποθεωθεί φετιχιστικά, είναι μια μορφή αγώνα που μπορεί να έχει νόημα ως αγώνας μόνο εντός των πλαισίων του αστικού κράτους. Ως επιθετική μορφή αγώνα, που διεξάγεται πλέον πάνω στο ίδιο το σώμα ως υπόσταση, οξύνει περαιτέρω την αντίφαση του κράτους και του δικαίου (και γιαυτό αποτελεί αγώνα) γιατί πιέζει το κράτος ανάμεσα στις συμπληγάδες του: από τη μια το κράτος (ως καπιταλιστικό κράτος, και όχι ως κράτος στον καπιταλισμό) αναγνωρίζει μια a priori αφηρημένη αξία στην ανθρώπινη ζωή του ατόμου γενικά, από την άλλη το φυλακίζει, το χτυπά κτλ. Η απεργία πείνας πατά ακριβώς πάνω σε αυτό, στο να φέρει το κράτος προ των αντιφάσεων του. Γιαυτό και είναι «εκβιασμός ως προς το κράτος».Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι ένας απεργός στις φυλακές(ο Ρωμανός) ή οι σύριοι στο σύνταγμα μπορούν μόνοι τους να νικήσουν (ή πολύ περισσότερο να «ρίξουν το κράτος). Και αυτό γιατί ενώ θεωρητικά το κράτος προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα(τα δικαιώματα του ανθρώπου στα οποία και γίνεται επίκληση κατά τις απεργίες πείνας ή τους εγκλεισμούς) και πάνω σε αυτά υποτίθεται βασίζει τα πολιτικά δικαιώματα, καθώς το κράτος γίνεται ο μοναδικός (μονοπωλιακός) εγγυητής και υπερασπιστής τους σε ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, το σχήμα αντιστρέφεται: ο αποκλεισμός από τα πολιτικά δικαιώματα, η μη αναγνώριση δηλαδή από το κράτος, σημαίνει και πρακτική εξαφάνιση των δικαιωμάτων του «ανθρώπου». Συνεπώς πάντα τα κινήματα αυτά όταν πετυχαίνουν, ο εκβιασμός προς το κράτος είναι ορατός μόνο αν πλαισιώνονται ευρύτερα από ένα κίνημα αλληλεγγύης «θετικών υποκειμένων».(Αυτός είναι και ο λόγος που οι σύριοι μαζεύτηκα με συνοπτικές διαδικασίες ενώ οι 300 νίκησαν). Οι αλληλέγγυοι είναι άτομα ορατά για το δίκαιο και το κράτος, και ως τέτοια, όταν πλαισιώνουν αγώνες, έχουν πρόσβαση στο δίκαιο και το κράτος ως μηχανισμό προστασίας(και όχι μόνο ως καταπιεστικό μηχανισμό). Για τους μετανάστες ή τους φυλακισμένους κάτι τέτοιο ίσως να μην είναι τόσο εύκολο ή και εντελώς αδύνατο(καθώς η κατάσταση του φυλακισμένου και του μετανάστη δεν είναι ακριβώς η ίδια). Εξού και στους αγώνες οι αλληλέγγυοι κινητοποιούν-και καλώς πράττουν- δικηγόρους και πάσης φύσεως νομικά μέσα στα οποία έχουν πρόσβαση κτλ. Κάθε αγώνας είναι αγώνας ως προς το δίκαιο και τις αντιφάσεις μας ως υποκείμενα, είναι αγώνες όξυνσης των ίδιων των σχέσεων μέσα στις οποίες κινούμαστε και συγκροτούμαστε. Οι οποίες είναι σχέσεις παραγωγής, δικαίου, εξουσίας κτλ. Παρόλα αυτά το «αναρχικό» κίνημα στην Ελλάδα, τουλάχιστον ένα μέρος τους, δεν έχει μια συγκροτημένη άποψη περί δικαίου και κράτους, και βλέπει το κράτος απλά σαν καταπίεση, αδυνατώντας έτσι να αναγνώσει τις σχέσεις μέσα στις οποίες το ίδιο αρθρώνεται..

Οι σύριοι, το κίνημα αλληλεγγύης στο Ν. Ρωμανό και η ευρύτερη συγκυρία.

Και εδώ προκύπτει ένα μεγάλο ερώτημα. Ποιο ήταν το κίνημα που διαισθητικά έστω, αναγνώρισε τη παραπάνω αντίφαση και το 2010 πλαισίωσε τόσο δυναμικά το κίνημα των 300 μεταναστών(που ήταν ένας δυναμικός αγώνας ενάντια στο κράτος αλλά ως προς το κράτος) και που είναι αυτό το κίνημα τώρα; Γιατί τότε το κίνημα κινητοποιήθηκε για 300 μετανάστες απεργούς και τώρα για έναν κρατούμενο-ένοπλο αντάρτη; Είναι δεδομένο ότι πολλοί που τότε ήταν στην απεργία ήταν τώρα στο κίνημα του Ρωμανού. Και εδώ προκύπτει ένα ακόμα μεγαλύτερο ερώτημα:γιατί με αυτή την εμπειρία, οι μετανάστες του συντάγματος αγνοήθηκαν εντελώς; Γιατί το κίνημα αλληλεγγύης για τον Ν. Ρωμανό πήρε αυτή τη σχεδόν ντροπιαστική μορφή; Τελικά το 2014 άνοιξε περισσότερα ζητήματα παρά έλυσε.

To 2010 η κρίση ήταν ακόμα 2 ετών,με τον Δεκέμβρη και την ορμή του να είναι σχετικά «φρέσκα» γεγονότα. Το κίνημα είχε μια δυναμική και ένιωθε όχι ότι απλά «ανοίγεται στην κοινωνία» αλλά ότι κομμάτια της κοινωνίας, στροβιλιζόμενα και αποδιαρθρωμένα μέσα στην κρίση στρέφονταν σε πρακτικές και θέσεις στις οποίες ο παραδοσιακός «πολιτικός χώρος» του κινήματος θα μπορούσε να εντάξει τον εαυτό του. Συνεπώς το κίνημα των αλληλέγγυων τότε εντάσσονταν στον ευρύτερο κύκλο αγώνων, στην ευρύτερη -προφανώς μερική- άρνηση των υποκειμενικοτήτων: ένα κομμάτι του κόσμου δεν μπορούσε και δεν ήθελε να δεχτεί τους μετανάστες ως διαχωρισμένα υποκείμενα, έβλεπε πάνω τους κάτι από τον εν-δυνάμει εαυτό τους. Δεν έβλεπε πάνω τους τον αποκλεισμένο, τον διαχωρισμένο που χρειάζεται πολιτική-αλλά πάντα φιλάνθρωπη- βοήθεια αλλά έβλεπε ένα υποκείμενο της κρίσης. Ένα κομμάτι του κόσμου τότε έβλεπε πάνω τους την κοινή συνθήκη της αναδιάρθρωσης και της κρίσης και τις καταστροφής της ζωής από το κεφάλαιο και όχι τον υπαρκτό νομικό/κρατικό διαχωρισμό πολίτη-μετανάστη. Έβλεπε πανω τους μια κοινή συνισταμένη σε επίπεδο αναγκών αναπαραγωγής και όχι νομικών ή κρατικών σχέσεων. Αρνούνταν αυτό το διαχωρισμό και γιαυτό στήριξε την απεργία με τρόπο και με αίτημα την κατάργηση αυτού του διαχωρισμού. Έβλεπε στους μετανάστες μια συγγενή συνθήκη με τη δική του, το πρόβλημα της κρίσης. Ήταν συνεπώς μια αλληλεγγύη αρνητική και υπό αυτή την έννοια βαθιά επαναστατική, η οποία σε μια συγκυρία που το μεταναστευτικό και η παρανομοποίηση ήταν Νο 1 στο κράτος, έφερε το κράτος και το δίκαιο προ των αντιφάσεων του και τις όξυνε.

Παρόλα αυτά 5 χρόνια μετά, το κίνημα αλληλεγγύης στο Ν.Ρωμανό (και στο δεδομένα άξιο αίτημα του για άδειες, αυτό είναι νομίζω πέρα από κάθε συζήτηση) και η ταυτόχρονη προκλητική απουσία αλληλεγγύης στους μετανάστες, δείχνει μια σημαντική στροφή. Η αναδιάρθρωση έχει περάσει πέρα για πέρα, οι νέες υποκειμενικότητες έχουν κατασταλάξει και «χωνευτεί» από τα υποκείμενα, τα όρια και οι διαχωρισμοί θεωρούνται δεδομένα αντί να αμφισβητούνται. Εν αντιθέσει με τους 300 μετανάστες, το κίνημα αλληλεγγύης στο Ν. Ρωμανό ήταν ένα κίνημα ταυτότητας(προφανώς) και κατάφασης στους αστικούς ρόλους και τις νέες υποκειμενικότητες της μετά-αναδιάρθρωση εποχής. Μετά από τόσα χρόνια κρίσης και επιθετικής αναδιάρθρωσης, οι διαχωρισμοί, νέοι και παλιοί θεωρούνται δεδομένοι, και οι κοινωνικές, πολιτικές ταυτότητες και σχέσεις έφτασαν σε οριακό σημείο θραύσης. Μέσα στη κρίση αυτός ο κόσμος έφτασε σε οριακά σημεία αμφισβήτησης της κοινωνικής του κατάστασης, όχι όμως για να την ξεπεράσει στα πλαίσια μιας ευρύτερης επαναστατικής αλλαγής αλλά αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο περαιτέρω άγριας υποτίμησης. Έτσι, στα πλαίσια της ευρύτερης ήττας και ύφεσης των κινημάτων, και της αμφισβήτησης των κοινωνικών παγιωμένων ρόλων από την πλευρά του κεφαλαίου και τις καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, ο κόσμος συνειδητοποίησε ότι οι αστικοί ρόλοι και οριοθετήσεις, αυτό το σύνολο δικαιωμάτων που συγκροτεί το υποκείμενο του «πολίτη» (και συνεπώς, μεταξύ αυτών και ο διαχωρισμός πολίτη και αποκλεισμένου) είναι το τελευταίο σωσίβιο που του έχει απομείνει. ‘Έτσι έγινε μια μεγάλη στροφή σε όλα τα σημεία του κινήματος στη διάσωση του ταξικού ανήκειν και του κοινωνικού στάτους, στην διάσωση ή περιχαράκωση της αστικής ταυτότητας και συνεπώς των οριοθετήσεων του κεφαλαίου(ακόμα και αν είναι μια προηγούμενη κατάσταση του κεφαλαίου). Οι αγώνες έτσι έγιναν πάλι αμιγώς αμυντικοί και προφανώς κατακερματισμένοι καθώς επειδή ήταν ακριβώς κατάφαση σε κάποιο τρόπο οριοθετήσεων δεν μπορούσαν να αρθρώσουν τίποτα το πολυποίκιλο ή το συνολικό. Έτσι στο πλαίσιο αυτό, ο διαχωρισμός μεταναστών/πολιτών, άρχισε να θεωρείται πρακτικά δεδομένος(αν και σε θεωρητικό επίπεδο προφανώς μη αποδεκτός). Και σε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων, άσχετα με τις ιδιαίτερες υποκειμενικές θέσεις, οι αναρχικοί στην Ελλάδα ανήκουν στο χώρο των πολιτών, των ατόμων με πρόσβαση στο σύστημα δικαίου. Είναι αναγνωρισμένη σε αυτούς μια θετική υποκειμενικότητα δικαίου. Έτσι η απεργία και το κίνημα αλληλεγγύης αρθρώθηκε με όρους κατάφασης όχι μόνο στην αναρχική ταυτότητα(η οποία παραμένει ιδεολογική και διαχωρισμένη από οποιαδήποτε άλλη ανησυχία) αλλά και με όρους διάσωσης των προϋποθέσεων αυτής της ταυτότητας έτσι όπως είναι βιωμένες μέχρι στιγμής: κατάφαση στην έννοια του πολίτη, σε ένα υποκείμενο που «έχει δικαίωμα σε άδειες, γιατί είναι πολίτης του ελληνικού κράτους«. Προφανώς αυτό το τελευταίο δεν ειπώθηκε ποτέ ανοιχτά, και ίσως να μην έγινε καν αντιληπτό από πολλούς αλλά η έγκληση προς το κράτος «ότι ο Ρωμανός έχει δικαιώματα» ενώ από την άλλη το κίνημα αδιαφορούσε και δεν κινητοποιούταν ούτε στο ελάχιστο για τους μετανάστες δείχνει αποδοχή του αστικού διαχωρισμού, και όχι άρνηση του. Δείχνει ότι ήταν και αυτός ένας αγώνας όχι απλά ιδεολογικής ταυτότητας αλλά σχεσιακής και κοινωνικής κατάφασης στους διαχωρισμούς. Οι αλληλέγγυοι με την αδιαμφισβήτητη δυναμική που ανέπτυξαν ήταν προφανές ότι έβλεπαν στον Ν.Ρωμανό την άγρια υποτίμηση από το κράτος ενός υποκειμένου με το οποίο ταυτίζονταν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, το υποκείμενο του (Έλληνα) αναρχικού και κατ’ επέκταση του εξεγερμένου, επαναστατημένου κτλ, πολίτη( ο οποίος ό,τι και να «έκανε» δεν είναι δυνατόν να μην έχει ούτε τα θεμελιώδη δικαιώματα!) . Από την άλλη η απουσία αλληλεγγύης στους μετανάστες (η οποία δεν μπορεί να διαχωριστεί συγκυριακά από την αλληλεγγύη στο Ρωμανό) δείχνει ότι οι αλληλέγγυοι, ή τουλάχιστον ένα κομμάτι τους για να είμαστε πιο δίκαιοι, αποδεχόταν τον διαχωρισμό και δεν έβλεπε στους μετανάστες  ένα κοινό υποκείμενο ή μια κοινή συνθήκη της αναδιάρθρωσης(όπως παλαιότερα με τους 300). Το κίνημα έκανε στροφή από την αρνητική αμφισβήτηση του διαχωρισμού, στην προάσπιση του, γιατί το ίδιο το κεφάλαιο αμφισβήτησε επιθετικά τους διαχωρισμούς κατά την αναδιάρθρωση. Έτσι ενώ ο κόσμος θεωρητικά, ιδεολογικά κτλ είναι δεδομένο ότι ήταν αλληλέγγυος στους μετανάστες(και πολλοί ίσως συμμετείχαν και στους 300 παλαιότερα), πρακτικά δεν τους στήριξε, δεν έβλεπε σε αυτούς μια δικιά του υπόθεση, οι σχέσεις και οι διαχωρισμοί μετά από τα χρόνια της ήττας είχαν εμπεδωθεί και γίνει αποδεκτοί. Ο κόσμος του χώρου(μεταξύ αυτών και ο γράφων προφανώς ο οποίος εντάσσει τον εαυτό του σε κάποιο βαθμό στην παρούσα κριτική) ξέρει ότι δεν θα χρειαστεί να πάρει «πολιτικό άσυλο» ή να αγωνιστεί για κάτι τέτοιο. Ακόμα και μετά από χρόνια κρίσης, και ενώ πολλοί έλληνες πολίτες(μεταξύ αυτών και σύντροφοι) όντως μετανάστευσαν, το έκαναν εντός ΕΕ ως σχετικά υποτιμημένο εργατικό δυναμικό, το οποίο όμως απολαμβάνει ένα στοιχειώδες στάτους. Το 2010 υπήρχε ο φόβος από τα αστικά υποκείμενα ότι θα γίνουμε ίσως σαν τους σύριους, δηλαδή πλήρως αποκλεισμένοι από το «κόσμο των δικαιωμάτων» και την πολιτική κοινότητα του κεφαλαίου. Τώρα πλέον με το πέρασμα της αναδιάρθρωσης ξέρουμε ποια όρια έχουν εμπεδωθεί προς το παρόν. Έτσι η ιεράρχηση και η επιλογή από το κίνημα να στηρίξει τον Ρωμανό (με όλα τα ταυτοτικά σύνδρομα που αρθρώνονται πάνω του) και το πέρασμα των μεταναστών σε δεύτερο χρόνο δείχνει ότι αυτό το κίνημα αλληλεγγύης παρά τις αγνές πολιτικές προθέσεις του, πήρε έναν βαθιά αστικό χαρακτήρα κατάφασης στο πέρασμα της αναδιάρθρωσης. Η κουβέντα του αν η λήξη της απεργίας με το βραχιολάκι είναι νίκη ή ήττα ενώ έχει ένα αδιαμφισβήτητο νόημα να γίνει, χάνει τη μεγαλύτερη εικόνα. Το κίνημα αλληλεγγύης στο Ν. Ρωμανό έτσι όπως έγινε δεν ηττήθηκε αλλά ήταν το ίδιο η ήττα του ευρύτερου ανταγωνισμού, ήταν τεκμήριο αποδοχής ενός μέρους των καπιταλιστικών διαχωρισμών της αναδιάρθρωσης. Αυτό ενισχύεται ακόμα περισσότερο από το ότι η απεργία δεν κατάφερε καν να ανοίξει το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του «σωφρονιστικού» συστήματος το οποίο πειραματίζεται με νέα τεχνικά μέσα. Η αλληλεγγύη έγινε με τόσο αντιφατικό τρόπο, και τόσο προσωποποιημένα (το κράτος εκδικείται τους ένοπλους αντάρτες και ειδικά τον Ν. Ρωμανό γιατί είναι αμετανόητος) που δεν μπορούσε να ανοίξει τα ζητήματα στα οποία πραγματικά εντασσόταν, δηλαδή δεν κατάφερε να έρθει σε επαφή με ευρύτερα ζητήματα εγκλεισμού και με τα υποκείμενα τα οποία βρίσκονται σε αυτή τη συνθήκη.

Η Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, και οι αντινομίες της αναρχικής σκέψης στο ευρύτερο πλαίσιο.

Είναι βαθιά αντιφατικό και προβληματικό ο κατ’ εξοχήν αντικρατικός χώρος στην Ελλάδα, να μην έχει μια συγκροτημένη άποψη για το κράτος και το δίκαιο του. Και αυτό είναι προβληματικό για λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω. Γιατί χωρίς μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι ορατό, τι κάνει ακριβώς το κράτος, τι κάνουμε εμείς ως προς το κράτος, πως διαμεσολαβούνται οι αγώνες μας και κυρίως (το βασικότερο ίσως) ποιοι και τι είμαστε εμείς μέσα και ως προς το κράτος. Αυτό το τελευταίο ερώτημα καθορίζει και διαπερνά όλα τα προηγούμενα. Χωρίς μια τέτοια προσέγγιση το κίνημα, το όποιο κίνημα, καταρρέει κάτω από τις ίδιες του τις αντιφάσεις καθώς θέτει τα λάθος ερωτήματα, προσωποποιεί και εξατομικεύει τις πειθαρχικές και εξουσιαστικές σχέσεις του κράτους και του κεφαλαίου, αποθεώνει το άτομο, εμμένει στις μορφές και δεν βλέπει τα περιεχόμενα και τις συνδηλώσεις των μορφών με αποτέλεσμα να γίνεται εύκολα διαχειρίσιμο ενώ η ρητορική του, παρά το επαναστατικό προκάλυμμα καταλήγει να «ερμηνεύει την εξουσία και τους φετιχισμούς του κεφαλαίου, με τους ίδιους τους φετιχισμούς του»(φιλανθρωπία, συναισθηματισμός, προσωποποίηση και εξατομίκευση κτλ). Πως αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί η θανατηφόρα αντίφαση ότι το κράτος «εγκαλείται» ότι είναι εκδικητικό( δηλαδή παραβιάζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, γιαυτό και εγκαλείται) ενώ ταυτόχρονα γίνεται αντιληπτό ως de facto και αποκλειστικά άμεσος «καταπιεστικός μηχανισμός» της άρχουσας τάξης; Η προσέγγιση αυτή είναι προφανώς αδιέξοδη και κλείνει πόρτες σε μια πιο ριζοσπαστική κριτική και πρακτική γιατί αφενός δεν συλλαμβάνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους και συνεπώς του πως το μεταχειριζόμαστε και τι ακριβώς είμαστε εμείς ως προς το κράτος, αφετέρου δίνει στο κράτος την άνεση να αποδείξει το αντίθετο (ένα χαρακτηριστικό που το έχει κάθε μορφή νεοτερικής εξουσίας) ότι δηλαδή μπορεί να γίνει φιλεύσπλαχνο, ελαστικό κτλ. Αυτές ακριβώς οι αντιφάσεις, οι αδυναμίες και κυρίως η κατάφαση στους αστικούς ρόλους χωρίς μια ανάγνωση των αντιφάσεων τους, είναι που έκαναν τόσο εύκολο από μερίδα του αστικού τύπου, των ΜΜΕ και των κομμάτων να διαμεσολαβήσουν τον αγώνα. Ο αγώνας και κυρίως  η αλληλεγγύη έφερε όλα τα χαρακτηριστικά της αστικής διαμεσολάβησης γιατί έφερε όλα τα χαρακτηριστικά του φετιχισμού του: προσωποποίηση, εξατομίκευση, καταγγελία του κράτους ότι είναι άδικα (!) εκδικητικό ως προς έναν Έλληνα πολίτη που δικαιούται τα δικαιώματα του(θυμίζω εδώ ότι από τον α/α χώρο αυτό το λάθος δεν έγινε στους 300, εκεί το κράτος δεν εγκαλούταν ως εκδικητικό αλλά ως αυτό που είναι: ως καπιταλιστικός αποκλεισμός κάποιων για να υποτιμηθούν κι άλλο) . Στο πλαίσιο αυτό η Αριστερά έπαιξε έναν τόσο βρώμικο και αποκρουστικό ρόλο που χρόνια είχαμε να δούμε. Η Αριστερά αναγνώρισε ότι ο αγώνας αυτός διεξάγεται από αστικά αναγνωρισμένα υποκείμενα, τα οποία μπορεί θεσμικά να διαμεσολαβήσει και να διευκολύνει(όπως και έκανε) και από τα οποία μέσω μιας πολιτικής συναλλαγής και εν όψει των επικείμενων εκλογών θα μπορούσε να κεφαλαιοποιήσει. Να κεφαλαιοποιήσει είτε τους ίδιους (μέρος του α/α χώρου) είτε έναν ευρύτερο πλαίσιο συμπαθούντων, συγγενών, γνωστών κτλ. Αυτός ήταν και ο (πρόσθετος) λόγος που η αριστερά αδιαφόρησε παντελώς για τους σύριους μετανάστες. Ήξερε ότι πέρα από τις ιδεολογικές ταυτότητες, το «παιχνίδι» πλέον παίζεται στους «πολίτες», στους έχοντες το εκλογικό δικαίωμα. Αντίθετα οι σύριοι δεν προσέφεραν, πέραν του συμβολικού, κανένα όφελος. Έτσι στη πλάτη της αλληλεγγύης στον Ν.Ρωμανό η Αριστερά και κυρίως αυτός ο εμετός που ονομάζεται ΣΥΡΙΖΑ,  έστησε ένα τελευταίο τσίρκο πολιτικών συναλλαγών και πόλωσης, συσπειρώνοντας έστω και τον τελευταίο συμπαθούντα που ταυτιζόταν με οποιονδήποτε τρόπο με το συγκεκριμένο υποκείμενο «Ν. Ρωμανός, μικρό παιδί που στερείται άδειες». Αυτός είναι και ο τελικός λόγος που οι σύριοι μαζευτήκαν άρον άρον και μέσα στο πυρετό της προεκλογικής εκστρατείας ο Αλέξης δεν είχε χρόνο να κάνει επερωτήσεις στη Βουλή για το τι έγιναν κάτι τύποι που ήταν 1 μήνα έξω απο το κτήριο.

Τέλος για το ζήτημα του «βραχιολακίου» πέρα από τη παραπάνω δήλωση, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και κάτι άλλο. Η απεργία πείνας του Ν. Ρωμανού έγινε αφορμή αλλά και υπόθεση «μοντέλο» για να χτιστεί ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο «αποσυμφόρησης» των φυλακών και ταυτόχρονα αναδιάρθρωσης των εργαλείων της εξουσίας και του κεφαλαίου.  Όπως ο κλασσικός λόγος των αναρχικών που θεωρεί το κράτος «εκδικητικό» είναι ένας λόγος τουλάχιστον ανεπαρκής, σε μικρότερο βαθμό ανεπαρκής είναι και ο λόγος που θέλει την αναδιάρθρωση στις φυλακές και την  αναβάθμιση των τεχνολογιών και τεχνικών εγκλεισμού και παρακολούθησης, αναδιάρθρωση με σκοπό την μεγαλύτερη υποτίμηση των αποκλεισμένων, την αποτελεσματικότερη περιφρούρηση των παραβατών της αστικής νομιμότητας κτλ. Η αναδιάρθρωση των φυλακών και μέτρα τύπου βραχιολάκι γίνονται όχι μόνο για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο αλλά για τον κερδοφόρο έλεγχο. Το κόστος αναπαραγωγής της ζωής του αποκλεισμένου/πειθαρχημένου, πλέον μετακυλίεται στον ίδιο, ενώ μαζί του ο έλεγχος γίνεται μια πιο διάχυτη συνθήκη, χαμηλότερης έντασης αλλά σφαιρικότερης όψης. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν ναι, ο αγώνας ήταν ήττα καθώς εισάγει νέες μορφές ελέγχου χωρίς να ανοίξει γενικά ζητήματα στις φυλακές .Παρόλα αυτά θέλουμε να τονίσουμε κάτι ακόμα: αφού η ίδια η αλληλεγγύη έτρεξε το ζήτημα τόσο προσωποπαγώς με τον Ρωμανό να είναι ο μόνος κριτής των κινήσεων του, έτσι και το ζήτημα της ήττας ή της νίκης είναι ζήτημα μόνο του Ν. Ρωμανού και σε αυτό δεν μπορεί να αρθρώσει κριτική ή αξιολόγηση ούτε η αλληλεγγύη. Αφού ο αγώνας έγινε «βάζοντας το σώμα του μπροστά» και αφού αυτό αποτέλεσε το απόλυτο κριτήριο και συναισθηματικό εκβιασμό για την μη άρθρωση κριτικής, τότε αυτό ισχύει τώρα και για τα άτομα που του έκαναν αλληλεγγύη. Μόνο ο Ρωμανός είναι κριτής (με βάση τη λογική της αλληλεγγύης) του αν το βραχιολάκι ήταν ήττα ή νίκη.Όλοι οι άλλοι μένουν εκτός δικαιώματος κριτικής. Βλέπουμε συνεπώς ότι το κίνημα ήταν μάλλον «αλληλεγγύη στον Ν.Ρωμανό» παρά «με τον Ν.Ρωμανό».

Κάτι σαν επίλογος.

Πιο πάνω θέσαμε το ζήτημα της αλληλεγγύης ως πράξη και του νόμου ως αντίφαση. Με αυτό θέλαμε να δείξουμε ότι ενώ ο νόμος και τελικά η εξουσία είναι αδιαχώριστα κατασταλτικοί και «περιποιητικοί», αυτή η διττή πλευρά τους συγκροτεί τα υποκείμενα με αντιφατικό τρόπο, ως υποκείμενα αγώνα, και ταυτόχρονα ως φορείς και υποκείμενα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και εξουσίας. Αυτό κάνει τα πράγματα πολύ αντιφατικά και περίπλοκα και απαιτεί πάντα τον εντοπισμό της αντίφασης και την χάραξη συγκεκριμένης πρακτικής και στρατηγικής. Αλλιώς κινδυνεύουμε να αναπαράγουμε θετικά(και όχι ανταγωνιστικά) τις αντιφάσεις και τα όρια μας. Το κίνημα αλληλεγγύης δυστυχώς, λόγω ακριβώς τον αντιφάσεων του και της μη-συνειδητής (προφανώς) ταύτισης του με το υποκείμενο του «έλληνα πολίτη», στο ευρύτερο συγκείμενο της συγκυρίας εγγράφεται στην «ελληνική πλευρά» του δημόσιου λόγου. Εγγράφεται δυστυχώς στην ίδια πλευρά με τα ΜΜΕ που έκλαιγαν από το πρωί ως το βράδυ για το πόσοι «έλληνες απειλούνται στο «Νorman Atlantic» ενώ ταυτόχρονα δεν έβγαζαν (προφανώς) κουβέντα για το πλοίο των μεταναστών στο  Αιγαίο. Είναι προφανές ότι οι προθέσεις μεταξύ ΜΜΕ και α/α χώρου δεν είναι ίδιες και κοινές. Όμως οι πολιτικές και θεωρητικές αδυναμίες της αλληλεγγύης την εγγράφουν στο δημόσιο λόγο στο ίδιο πλαίσιο, στο πλαίσιο της κατάφασης(και προφανώς αναπαραγωγής) των αστικών ρόλων. Η Αλληλεγγύη στον Ν.Ρωμανό άνοιξε περισσότερα ζητήματα απ ότι έκλεισε. Και αυτό ίσως να είναι η μεγαλύτερη ήττα της .

.

Advertisements

Συζήτηση

2 thoughts on “για τις εκατόμβες των νεκρών που έρχονται

  1. Σοβαρή ανάλυση και στο επίπεδο που αρμόζει να γίνει. Κάποιες παρατηρήσεις θα ήθελα να διατυπώσω.Σε διάφορες συζητήσεις με σ/φους και σ/φισσες που έλαβαν μέρος αντιλαμβάνομαι, με διαφορετικό τρόπο βέβαια, ακριβώς αυτή την περιχαράκωση του κινήματος αλληλεγγύης στον προσωπικό αγώνα του Ν. Ρωμανού . Κι όταν λέω με διαφορετικό τρόπο, εννοώ όχι τόσο »αφαιρετικό». Δηλαδή, φαίνονται καθαρά οι πρακτικές που οδήγησαν σε αυτή την περιχαράκωση (π.χ η άρνηση κοινωνικοποίησης του αγώνα, η άρνηση διεύρυνσης του πλαισίου, η αυτιστική »υποταγή» στις επιλογές του Ν.Ρωμανού -και άρα η θετική υπαγωγή στις αστικές σχέσεις- κ.λπ).
    Η προβληματική που αναπτύσσεις σχετικά με το ότι το αναρχικό κίνημα δεν έχει μια ανάλυση για το τι είναι το κράτος, τι είμαστε »εμείς», ποιοι είμαστε »εμείς» και τι θέλουμε να κάνουμε αναφέρεται κατά τη γνώμη μου στο αποτέλεσμα και στα αίτια ταυτόχρονα. Εξηγούμαι: η συνθήκη »υπαγωγής στις αστικές σχέσεις» και άρα περιχαράκωσης, είναι το αποτέλεσμα. Η απουσία σαφούς ταξικής ανάλυσης και άρα πολιτικής πρακτικής για όλα τα παραπάνω είναι η αιτία και το αποτέλεσμα ταυτόχρονα. Και όλα έχουν να κάνουν 1) με τα υποκείμενα 2) με τον τρόπο συγκρότησης τους (ειδικότερα:τις μορφές οργάνωσης του αναρχικού κινήματος).
    Επίσης υπάρχει, νομίζω, μια σημαντική διαφορά σε σχέση με την αλληλεγγύη στους 300 μετανάστες τότε: θεωρώ πως είναι διαφορετικό ποιοτικά και ποσοτικά το επίπεδο εμπλοκής του »χώρου» στον αγώνα των 300, στον αγώνα του Ν.Ρωμανού και στην (μη) εμπλοκή του στον αγώνα των Σύρων. Με αυτή την έννοια αποδίδονται πολύ περισσότερες ευθύνες τώρα παρά τότε. Γιατί το κίνημα αλληλεγγύης στους 300 δεν ήταν επί την ξεκάθαρη πολιτική »κηδεμονία» των αναρχικών.
    Αυτά τα ολίγα

    Posted by μήτσος | Ιανουαρίου 9, 2015, 15:16
    • «Επίσης υπάρχει, νομίζω, μια σημαντική διαφορά σε σχέση με την αλληλεγγύη στους 300 μετανάστες τότε: θεωρώ πως είναι διαφορετικό ποιοτικά και ποσοτικά το επίπεδο εμπλοκής του »χώρου» στον αγώνα των 300, στον αγώνα του Ν.Ρωμανού και στην (μη) εμπλοκή του στον αγώνα των Σύρων. Με αυτή την έννοια αποδίδονται πολύ περισσότερες ευθύνες τώρα παρά τότε. Γιατί το κίνημα αλληλεγγύης στους 300 δεν ήταν επί την ξεκάθαρη πολιτική »κηδεμονία» των αναρχικών»
      Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Στο κείμενο είναι γεγονός ότι είναι ασαφές λίγο εκει σε ποιούς αναφερόμαστε. Πάντως η κριτική πάει για τον «βαθμό» στον οποιο ενεπλάκησαν τότε και τώρα οι αναρχικοί συγκεκριμένα και όχι γενικά στα αντίστοιχα κινήματα αλληλεγγύης.

      Posted by zeolas | Ιανουαρίου 9, 2015, 15:38

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: