//
you're reading...
Αναλύσεις, μεταφράσεις

Σχόλια πάνω στην αναδιάρθρωση της Ρουμανίας

poza-chenar2

Μετάφραση και σχόλια a ruthless critique.

Α)Πλατείες και κινήματα της κρίσης. Ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται.

Τα κείμενα που παραθέτονται είναι κείμενα που ελπίζουμε να ρίξουν φως στο ζήτημα της Ρουμανίας ως καπιταλιστικής περιφέρειας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, και να σκιαγραφήσουν ένα ειδικό μοτίβο κινημάτων που εμφανίζονται με συγκεκριμένο τρόπο στη μετασοσιαλιστική ανατολική Ευρώπη. Επιπλέον λόγω της πρακτικής αδυναμίας να ανασυγκροτηθεί το εργατικό κίνημα ως χειραφέτηση του εαυτού του, αλλά για να φύγουμε από το ψευτοδίλημμα της “πραγματικής οικονομίας” και της “ψεύτικης” θεωρούμε ότι η παρούσα συγκυρία και μέσα από τη λεπτομερή εξέταση των μοτίβων των πλατειών είναι ώρα να τεθεί το ζήτημα πιο ριζικά δηλαδή στην ίδια τη χρηματική κυκλοφορία, και πως αυτή εγγράφεται σε ζητήματα άμεσης κοινωνικής αναπαραγωγής. Εν συνεχεία μια τέτοια κριτική θέτει αναπόφευκτα το ζήτημα του ρόλου και της μορφής του κράτους και της “πολιτικοποίησης των αγώνων” ως όριο τους. Γιατί όλοι οι αγώνες γίνονται ως προς το κράτος κτλ. Μια τέτοια κριτική είναι αναγκαία για να ξεφύγουμε από τα μονοδιάστατα εργατικά αιτήματα, να καταλάβουμε τις αντιφάσεις και τα υπονοούμενα αυτών των πορειών και των υποκειμένων τους, και ταυτόχρονα να ξεφύγουμε από το βούρκο της σοσιαλδημοκρατίας που αντιλαμβάνεται το κράτος εργαλειακά. Τέλος έτσι εντοπίζονται τα “προβληματικά” και αντιφατικά σημεία στην συνολική κυκλοφορία της αξίας, σε όλες τις μορφές της, και μας ανοίγεται το κινηματικό πεδίο παρέμβασης σε αυτά τα ζητήματα για να οξύνουμε αυτές τις αντιφάσεις. Αυτή η παρέμβαση δεν μπορεί παρά να είναι και εσωτερικός ανταγωνισμός στα κινήματα μεταξύ της ολικής όξυνσης και των μορφών που βρίσκουν το όριο τους στους ίδιους τους αγώνες. Παραθέτονται 3 κείμενα από τη Ρουμανία που ρίχνουν φως στις διαδηλώσεις.

Η Ρουμανία αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Τόσο στην περίοδο του “κομμουνισμού” όσο και έπειτα αποτελεί μια ιδιαίτερη περιφέρεια της Ευρώπης. Στο πλαίσιο του κύκλου αγώνα που πέρασε η Ρουμανία βίωσε και αυτή, πορείες ενάντια στην κρίση και τη λιτότητα, τις χρονιές 2012-2013, και σχεδόν όπως παντού ήταν δύο κύματα διαδηλώσεων με πολλά κοινά μεταξύ τους, αλλά και με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Βασικά αιτήματα των διαδηλωτών ήταν η “περισσότερη δημοκρατία” και η “λιγότερη διαφθορά”. Κεντρικό χαρακτηριστικό τους ήταν η διαταξικότητα, η αφηρημένη ταυτότητα του πολίτη, η αποστροφή προς οτιδήποτε “κομμουνιστικό” στην όψη, καθώς ο κομμουνισμός όπως παντού στο ανατολικό συγκείμενο μεταφράζεται ακριβώς ως έλλειμα δημοκρατίας και διαφθοράς. Ταυτόχρονα όμως οι πορείες απαιτούσαν την επαναφορά του “κοινωνικού κράτους” και της “περιβαλλοντικής ευαισθησίας”. Έτσι η ΕΕ με έναν εξιδανικευμένο τρόπο προβάλλονταν πάλι-όπως στη Βουλγαρία και την Ουκρανία- ως ένα εξιδανικευμένο πρότυπο ζωής, ως το σημείο ισορροπίας μεταξύ του  πρότυπου του”ελεύθερου” φορέα αξίας, του αυτοαξιοποιούμενου που όλες οι πιθανότητες ανοίγονται μπροστά του, και ταυτόχρονα του πρότυπου ενός κοινωνικού κράτους που οφείλει να καλύπτει το κενό και τις αδυναμίες της κοινωνικής αναπαραγωγής στην “αγορά”, που οφείλει να στηρίζει την ανάδειξη και την άνοδο προς τη “μεσαία τάξη”. Έτσι τα φιλοευρωπαϊκά συνθήματα ήταν ιδιαίτερα έντονα, μαζί με τα συνθήματα ενάντια στη διαφθορά και στον “σοσιαλισμό”. Εδώ ανοίγεται ένα φάσμα σημαντικότατων ερωτημάτων τα οποία είναι κομβικά για τη συγκυρία.

α)Η “συνάντηση” ως αντιφατική διαδικασία ενότητας των αστικών υποκειμένων έλαβε χώρα στην Ρουμανία. Οι πορείες είχαν διαταξικό και εθνικό χαρακτήρα, τα υποκείμενα αντιστεκόμενα στην επικείμενη αναδιάρθρωση τους, συναντιούνται στις “πλατείες” και στους δρόμους του Βουκουρεστίου. Η εργατική ταυτότητα δεν εμφανίζεται πουθενά ως τέτοια, οι ίδιοι οι διαδηλωτές δεν ορίζουν τον εαυτό τους τόσο ως προς τη σχέση τους με τα μέσα παραγωγής ή τη μισθωτή σχέση αλλά ως προς το ” μέσο επίπεδο ζωής”. Αυτή η στάθμη όριζε την “κοινή τους ταυτότητα” σε επίπεδο δημόσιου λόγου. Αυτός ο τρόπος αντίληψης είναι αμιγώς δημοκρατικός καθώς αρχικά βασίζεται στην έννοια του πολίτη ως αφηρημένου νομικού και οικονομικού υποκειμένου το οποίο “κάνει ότι θέλει, αρκεί να εξασφαλίσει ένα επίπεδο ζωής”, ενώ υπονοεί ότι πρέπει να υπάρχει και “δημοκρατία στον πλούτο” δηλαδή ο πλούτος να είναι ίσα κατανεμημένος για να επιτευχθεί αυτό το “επίπεδο ζωής”. Είναι εμφανές ότι δεν γίνεται πουθενά λόγος σε “πρώτο πρόσωπο”, δηλαδή στην ταξική σχέση ως τέτοια για την επίτευξη αυτού του “πλούτου” και επακόλουθα δεν γίνεται και καμιά νύξη για την “μορφή” του πλούτου, δηλαδή για το χρήμα ως τέτοιο. Αυτό συμβαίνει καθώς η συγκεντροποίηση, η αναδιάρθρωση κτλ παίρνουν μορφές όλο και πιο χρηματοπιστωτικές, δηλαδή ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι αυτός ο οποίος φαίνεται να δίνει τα “μέτρα” και τα “πρότυπα” κερδοφορίας ώστε να υπάρξει και η ανάλογη παροχή κεφαλαίων. Συνεπώς η αναδιάρθρωση και εκεί έγινε αντιληπτή ως προς το άμεσο χαρακτηριστικό της, την χρηματοπιστωτική αναδιάρθρωση, η οποία προσεγγίστηκε ως “παρασιτική” σε σχέση με την “πραγματική” οικονομία, η οποία είναι “δημοκρατική και ίση, με έναν αργό αλλά σταθερό και “αληθινό” πλούτο”. Έτσι βλέπουμε τον πρώτο λόγο που το εργατικό κίνημα δεν εμφανίστηκε πουθενά ως κατάργηση των διαμεσολαβήσεων: ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός μετακυλά την κριτική από τη μισθωτή σχέση, στον ψευδή διαχωρισμό πραγματικής-πιστωτικής οικονομίας. Η πρώτη ταυτίζεται με το σύνολο του “υλικού κόσμου” και άρα όλων των συντελεστών της παραγωγής, αφεντικών και εργατών που αλληλοπαράγονται αμοιβαία. Η δεύτερη εμφανίζεται ως απόκλιση ή εξαίρεση από τον υλικό κόσμο της οικονομίας, η οποία μάλιστα επιτίθεται από κοινού σε όλους, άρα κοινή είναι και η αντίσταση. Επακόλουθα η κατάργηση και η αναδιάρθρωση των άμεσων κεφαλαίων μιας οικονομίας, οδηγεί τους προλετάριους όχι στην ρήξη με αυτά αλλά στην διάσωση του ταξικού ανήκειν και στην υπεράσπιση τους ή τουλάχιστον όχι στην άμεση κριτική τους.

β) Δεύτερον η μετακύληση της κριτικής από την ταξική σχέση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, δεν έχει μόνο σαν αποτέλεσμα την ρευστοποιήση της κεντρικής εργατικής ταυτότητας ως περιεχόμενο της “επανάστασης” αλλά την έχει και σαν αίτιο. Στα χρόνια που προηγήθηκαν της κρίσης του 2009 στη Ρουμανία, η χώρα γνώρισε χρηματοπιστωτική άνθηση και εξασφάλισε σε μεγάλο κομμάτι των εργαζομένων ένα εισόδημα πέρα από τον μισθό το οποίο αν και τώρα κατακρίνεται ως “αυθαιρεσία” από πλευράς των τραπεζών, τότε ήταν αναγκαίο κομμάτι της συσσώρευσης για να ανέλθει η οικονομία με ρυθμούς ικανοποιητικούς για εργαζόμενους και αφεντικά. Αυτό συγκροτούσε έναν δημόσιο λόγο και πρότυπο ο οποίος σαφώς μετακυλούσε το ζήτημα από το “εισόδημα του μισθού”στην “πιστοληπτική ικανότητα”, το υποκείμενο γινόταν περαιτέρω ατομικό και εγωιστικό, το όνειρο που οικοδομούταν ήταν της “αυτοαπασχόλησης” και της “μικρής αλλά δίκαιης ιδιοκτησίας” κτλ. Καμία εμφανής σύνδεση πλέον δεν υπήρχε στο εισόδημα και στο “επίπεδο ζωής” με την μισθωτή σχέση. Έτσι

γ) Η μόνη κοινή ταυτότητα που διαμορφωνόταν από τη σχέση του ατόμου με την χρηματική πρόσβαση στον πλούτο ήταν αυτή του “επιπέδου ζωής” της μεσαίας τάξης. Είναι δεδομένο ότι τόσο στην Ρουμανία όσο και στην Ελλάδα, αυτό το πρότυπο δεν ήταν το πρότυπο μόνο των “μεσαίων” αλλά αποτελούσε την κυρίαρχη ιδεολογία στον δημόσιο λόγο, ήταν το σημείο έλξης των προσπαθειών των κατώτερων τάξεων και ταυτόχρονα το επίπεδο κριτικής του υπερβολικού πλούτου των ανώτερων τάξεων. Έτσι οδηγούμαστε σε μια ποσοτικοποιημένη κριτική του κεφαλαίου, κάτι που το είδαμε και στην Αθήνα και στην Βουλγαρία και στην Ουκρανία. Αυτή η ποσοτικοποίηση είναι και η τελική κριτική που γίνεται στην κρίση και γιαυτό συσπειρώνει και το διαταξικό “πλήθος”.

δ) Η ποσοτικοποιημένη κριτική στο κεφάλαιο, και στον χρηματοπιστωτικό τομέα ως “πλαστό” εμφανίζει δύο βασικές αντιφάσεις στο δημόσιο λόγο. Οι τράπεζες θεωρούνται “άπληστες” και ανεύθυνες και τους γίνεται μια “ποσοτικοποιημένη” κριτική η οποία έχει σαν ρίζα την ίδια ακριβώς διαδικασία της πίστωσης και τα υποκείμενα που αυτή συγκρότησε. Δηλαδή ενώ η πίστωση οδήγησε τα υποκείμενα μια τέτοια κριτική, αυτή η ίδια η διαδικασία καταγέλλεται από τα ίδια τα υποκείμενα ως άρνηση(αυθαίρετη πολιτική, άπληστες τράπεζες κτλ) και ταυτόχρονα ως κατάφαση σε αυτή(ποσοτικοποίηση, διαταξικές πορείες με βάση το “πρότυπο και το επίπεδο ζωής”, την πρόσβαση στον πλούτο πέρα από τον μισθό κτλ). Έτσι η καταγγελία χτυπά σε έναν τοίχο, καθώς αντιφάσκει με τον εαυτό της κάτι που το είδαμε και στην Ελλάδα: ενώ η πολιτική των τραπεζών καταγγέλλεται ως ανεύθυνη που έδωσε “υπερβολικά δάνεια”  ταυτόχρονα το πλήθος εγκαλεί τις τράπεζες ότι δεν δίνουν άλλα δάνεια και ότι “έχουν” υπερβολικές ρυθμίσεις για την χορήγηση δανείων, συνεπώς δεν μπορεί η οικονομία να “ανέβει ξανά”. Η κριτική στον καπιταλισμό γίνεται ένα μπαλάκι που περιστρέφεται γύρω από τον πιστωτικό άξονα. Επίσης τα κατώτερα στρώματα και οι αποκλεισμένοι πέρα από εξαιρετικές περιπτώσεις δεν συναντήθηκαν με το “υπόλοιπο” πλήθος. Υπήρχαν ως διαχωρισμένοι, και δεν έβρισκαν τίποτα στην διαπραγμάτευση “αιτημάτων”.

ε) Η Συνύπαρξη των ατόμων σε αφηρημένο πλαίσιο στην “συνάντηση” αναπαράγει το πλήθος των αφηρημένων διαμεσολαβήσεων τους, ιδεολογικών κατασκευών κτλ. Ενώ όλοι συναντιούνται, υπάρχουν εκεί για να διασώσουν το ιδιαίτερο ταξικό ανήκειν τους σε συνάρτηση με του “άλλου” του αφεντικού κτλ, στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης. Έτσι ο καθένας εκεί, έχει και μια διαμεσολαβημένη σχέση με τους γύρω του, μια αφηρημένη “πολιτική” σχέση  και ταυτόχρονα υπάρχει ως ιδιαίτερη σχέση και υποκείμενο. Αυτός είναι ακριβώς ο ορισμός της αστικής ενότητας η οποία παίρνει τα χαρακτηριστικά και τη μορφή του “έθνους” και τις “δημοκρατίας” του δημοκρατικού κράτους, ως συνόλου αμοιβαίων αφηρημένων σχέσεων αλληλεξάρτησης. κτλ. Έτσι παραμένουν οι πορείες “εθνικές”, η “εθνική” πλευρά της ποσοτικοποιημένης κριτικής είναι ότι ο “αφηρημένος” πιστωτικός τομέας είναι κάτι παρασιτικό και “ξένο” στο σύνολο της πραγματικής οικονομίας η οποία ταυτίζεται με το “έθνος” και τον “λαό” τα οποία ο πιστωτικός τομέας εκμεταλλεύεται εξίσου. Έτσι δίνεται πάτημα στον εθνικισμό ή σε λαϊκίστικες εκδοχές του αριστερού λόγου. Μια άλλη τάση, που ξεκινά από την ίδια βάση αυτής της ποσοτικοποιημένης κριτικής, αλλά με διαφορετική κατάληξη είναι ότι στη Ρουμανία αλλά και στη Βουλγαρία η ΕΕ δεν αποδομείται. Αν και αυτές οι χώρες βιώνουν την κρίση εντός ΕΕ, εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το πρότυπο της ΕΕ είναι κάτι θετικό που δεν το έχουν φτάσει λόγω εσωτερικών αδυναμιών και κυρίως λόγω της συνέχειας των παθογενειών της “κομμουνιστικής” πολιτικής ζωής στην μετασοσιαλιστική Ρουμανία. Έτσι ο κομμουνισμός και κυρίως ο σοσιαλισμός είναι ταυτόσημα της “κατεστραμμένης οικονομίας” και της αντιδημοκρατικότητας. Η ΕΕ εξακολουθεί να αποτελεί στόχο. Ο λόγος για κάτι τέτοιο είναι αφενός η υπαγωγή της ιστορικής εμπειρίας του “κομμουνισμού” στην σύγχρονη αστική πραγματικότητα της “αυτοαξιοποίησης” του υποκειμένου(γίνεται αντιληπτός ως εξωτερικός καταναγκασμός και περιορισμός). Αφετέρου η υπαγωγή αυτή γίνεται πάλι με τους όρους της ποσοτικοποίησης καθώς ενώ ανήκουν στην ΕΕ, θεωρούν ότι είναι ακόμα “ανατολική χώρα” γιατί το “επίπεδο ζωής τους” είναι πιο κοντά σε αυτές της χώρες παρά πχ στης Γερμανίας. Έτσι αυτές οι αφηρημένες κοινωνικές σχέσεις και ποσοτικοποιήσεις δημιουργούν δύο τάσεις στην ανατολική Ευρώπη στις χώρες που λειτουργούν ως περιφέρεια:  συνυπάρχουν ή/και συνδυάζονται, από την μία οι φιλο-ΕΕ θέσεις και από την άλλη επιστροφή στην εθνική ιδέα και ενότητα. Ο συνδετικός κρίκος πρακτικά και νοηματικά αυτών των δύο είναι η “δημοκρατικότητα” στις διάφορες μορφές της.

ζ) Τα κινήματα αυτά κυρίως έτσι όπως αρθρώθηκαν στην ανατολική Ευρώπη έχουν στο πυρήνα τους μια σημαντικότατη αντίφαση η οποία μοιάζει με τραγική ειρωνεία της ιστορίας. Ενώ η αριστερά ή δεν συμμετείχε και τα καταδίκασε ως “εθνικιστικά” η ακόμα και ως “απόπειρα πραξικοπήματος” στην Ρουμανία, ή στράφηκε σε λαϊκισμούς στην αποδοχή της έννοιας του “λαού” κτλ. Και ενώ η ρουμανική(αλλά και η διεθνής) αριστερά καταδίκασε απερίφραστα τον εμφανή αντικομμουνισμό των κινημάτων αυτών προσπαθώντας να αποδείξει με χίλιους δυο τρόπους ότι η “σοσιαλιστική οικονομία” δεν ήταν τόσο κακή(ενώ ήταν μόνο και μόνο από το γεγονός ότι ήταν οικονομία), οι διαδηλωτές αυτοί φαίνεται να είναι οι μόνοι οι οποίοι με ανεστραμμένο και αρνητικό τρόπο διατυπώνουν το περιεχόμενο του κομμουνισμού: φοβούνται και καταγγέλλουν τον κομμουνισμό ως κατάργηση της αξίας, κατάργηση ή φθορά του κράτους, κατάργηση του αυτοαξιοποιούμενου υποκειμένου. Είναι εντυπωσιακό ότι αυτό το περιεχόμενο διασώζεται ως φόβος και ως καταγγελία, μόνο σε αυτά τα κινήματα, ενώ αφενός ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο από τον ιστορικό κομμουνισμό, αφετέρου ένα τέτοιο περιεχόμενο έχει χαθεί από κάθε κριτική και θεωρητική αναζήτηση της αριστεράς κυρίως ως προς το ζήτημα του κράτους. Έτσι από πλευράς κομμουνιστικοποίησης είναι αληθής η δήλωση ότι “το περιεχόμενο της επανάστασης” παράγεται από τις αντιφάσεις της συγκυρίας. Όμως αυτό όπως μας έδειξε πλήθος παραδειγμάτων αυτού του κύκλου αγώνα δεν αρκεί. Πέρα από το περιεχόμενο δεν παράγεται η πρακτική επανάσταση, αντίθετα τα κινήματα αυτά λειτουργούν ως αναδιάρθρωση “από τα κάτω”.

Β)Αίτια και μορφές της Ρουμάνικης άνοιξης.

Οι πορείες ξέσπασαν το χειμώνα του 2012 με αφορμή νομοσχέδιο ιδιωτικοποίησης δημόσιων παροχών ασφαλείας και έκτακτων αναγκών. Οι πορείες σταδιακά έγιναν βιαιότερες και προκάλεσε και έντονες πολιτικές ανακατατάξεις και σύγκρουση μεταξύ του προεδρείου της χώρας και του πρωθυπουργού. Η σύνθεση του κόσμου στις 19 Ιανουαρίου που αποτέλεσε και τη βιαιότερη ημέρα διαδηλώσεων είναι ενδεικτική: Πολιτικοί, αξιωματούχοι, φοιτητές, οπαδοί, υπάλληλοι κτλ. Τελικά οι πορείες κράτησαν μέχρι την άνοιξη. Σε αυτές τις πορείες συναντήθηκαν όσοι είχαν προβλήματα με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική άλλα συναντήθηκαν σε ένα πλαίσιο άρνησης της και σχετικής καταγγελίας της. Παρόλα αυτά είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και οι απεργίες που εκδηλώθηκαν στη διάρκεια των γεγονότων ή είχαν σαν κεντρικό αίτημα την παραίτηση του Băsescu (προέδρου της χώρας)(απεργία στα ορυχεία της χώρας), ενώ άλλοι τοπικοί αγώνες δεν συνδέθηκαν κάπως με τα κεντρικά γεγονότα.(οικολογικοί αγώνες ενάντια στην εξόρυξη αερίου στο Bârlad). Οι πορείες αυτές μάλιστα είχαν έντονο θρησκευτικό και εθνικό χαρακτήρα, πορτρέτα της Παναγίας, “επαναστατικές σημαίες του 1989″ κτλ χρησιμοποιούνταν στις διαδηλώσεις.  Οι πορείες αν και ήταν κριτικές προς τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές ταυτόχρονα εμφανίζονταν ως φιλοευρωπαϊκές ή ως “εθνική χειραφέτηση” ως “δεύτερη επανάσταση από το 1989″. Έτσι η “απόκλιση” ως η συγκρουσιακή εσωτερική πάλη των κινημάτων, δεν κατάφερε να ξεπεράσει την “συνάντηση”. Τα αστικά υποκείμενα έμειναν σε σχετική ενότητα, αναπαράγοντας τελικά τους φετιχισμούς τους.

Η δεύτερη φάση των πορειών του 2013 ενάντια στην εξόρυξη της Roșia Montană, ήταν εξίσου γενικευμένη και βίαιη αλλά λόγω του “γενικού” οικολογικού θέματος της, λειτούργησε ακόμα περισσότερο ως πλατφόρμα για ένα ευρύτερο δημοκρατικό κίνημα, από το οποίο απουσίαζε κάθε κοινή κριτική στον νεοφιλελευθερισμό, αλλά μάλλον αποτελούσε άρνηση του και ταυτόχρονα απόλυτη κατάφαση σε αυτόν.

Α ruthless critique

 bucharest_protest.jpg.size.xxlarge.letterbox

1. Λίγα λόγια για τις πορείες στη Ρουμανία( πρώτο κύμα πορειών)

Τις τελευταίες ημέρες, διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες πόλεις της Ρουμανίας κατά του νομοσχεδίου για την υγεία που έχει υποβληθεί από την κυβέρνηση. Εκτεταμένες ιδιωτικοποίησεις του συνόλου του τομέα της υγείας θα λάβουν χώρα με την ισχύ του νομοσχεδίου. Από την Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012, οι κοινωνικές διαμαρτυρίες κορυφώθηκαν. Στο Βουκουρέστι έγιναν μέχρι και οδομαχίες που κράτησαν για αρκετές ώρες . Η αστυνομία και η χωροφυλακή προκάλεσαν σοβαρούς τραυματισμούς σε διαδηλωτές.

~ Η ιδιωτικοποίηση του συνόλου του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης – Υγεία μόνο για τους πλούσιους.

Στο τέλος του Δεκεμβρίου 2011, το νέο νομοσχέδιο για την υγεία υποβλήθηκε από τον πρόεδρο  Τραϊάν Μπασέσκου του δεξιού Φιλελεύθερου-Δημοκρατικού Κόμματος (PDL). Ο Πρόεδρος είπε ότι ο ίδιος επιδιώκει το σύνολο της ιδιωτικοποίησης του βασικού αυτού τομέα της κοινωνίας, προκειμένου να αναβιώσει το μοντέλο του «ανταγωνισμού μεταξύ των νοσοκομείων». Ταυτόχρονα, οι υπηρεσίες της ασφάλισης υγείας περικόπηκαν αισθητά. Επιπλέον οι πληρωμές ή γενικές εισφορές για ιατρική παρακολούθηση είναι υποχρεωτικές. Η υπηρεσία ασθενοφόρων (SMURD) πρόκειται να ιδιωτικοποιηθεί(ΣτΜ μέχρι τότε ήταν ημικρατική). Αυτό σημαίνει ότι στο άμεσο μέλλον: χωρίς χρήματα – δεν έχεις ιατρική περίθαλψη. Ο σκοπός ειπώθηκε ανοιχτά από τον υπο-γραμματέα της κυβέρνησης Ραέντ Αραφάτ,ο οποίος είναι και διευθυντής της υπηρεσίας ασθενοφόρων, ο οποίος δήλωσε δημόσια ότι αυτό το νομοσχέδιο καταστρέφει το σύστημα υγείας και ότι δεν θα συμφωνεί με το νομοσχέδιο. Η αντίδραση του προέδρου Τραϊάν Μπασέσκου ήταν αυταρχική, όπως είναι συνηθισμένο. Κατήγγειλε τον Αραφάτ ως «τον μεγαλύτερο εχθρό του ιδιωτικού συστήματος υγείας» και δήλωσε την περασμένη Πέμπτη (12η Ιανουαρίου 2012): «Αν δεν συμφωνείτε με το νόμο, να φύγετε.» Για να δώσει περισσότερο βάρος στην απειλή του, ο Μπασέσκου πρόσθεσε προς έναν δημοσιογράφο: «Ήταν μεγαλύτερο το πρόβλημα όταν ο Stefan Lazaroiu (πρώην υπουργός εργασίας) παραιτήθηκε από τη θέση του.» Ο Ραέντ Αραφάτ παραιτήθηκε τελικά  την Παρασκευή της περασμένης εβδομάδας. [Για δυόμισι χρόνια, ο R.Arafat ήταν υφυπουργός για τη δημόσια υγεία, αλλά αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 10 Ιανουαρίου, αφού εξέφρασε την κριτική του κατά τη διάρκεια της συζήτησης της μεταρρύθμισης της περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας.]

Επιπλέον, το ΔΝΤ εξέφρασε εγκωμιαστικά σχόλια προς τη ρουμανική κυβέρνηση, λόγω της σχεδόν πειθήνιας εφαρμογής των πιο μαζικών περικοπών στις κοινωνικές υπηρεσίες στην ιστορία της χώρας. Τα χρήματα για τους συνταξιούχους, τους δημοσίους υπαλλήλους, ανέργους κόπηκαν αισθητά, οι εργαζόμενοι στερούνται τα συνδικαλιστικά τους δικαιώματα και τις ώρες εργασίας επεκτάθηκαν. Οι τιμές για τα ψώνια, την ηλεκτρική ενέργεια και οι νερό αυξήθηκε μαζικά, ενώ υπάρχουν τακτικές αυξήσεις φόρων. Η εξαθλίωση ευρύτερων τμημάτων της κοινωνίας προωθείται από την κυβέρνηση και το ΔΝΤ.

Προς στήριξη στον Αραφάτ με το που παραιτήθηκε, εκδηλώθηκαν αυθόρμητες διαδηλώσεις αλληλεγγύης ενώ διαδηλώσεις κατά του νομοσχεδίου για την υγεία πραγματοποιήθηκαν σε όλη τη χώρα. Στο κέντρο του Βουκουρεστίου, η αστυνομία επιτέθηκε σε μια ειρηνική συγκέντρωση μερικών εκατοντάδων διαδηλωτών το Σάββατο το βράδυ. Είναι ασυνήθιστο, ωστόσο, ότι αυτοί οι διαδηλωτές αντιστάθηκαν στις επιθέσεις και σύντομα συγκρούστηκαν με τους μπάτσους. Μέχρι την Κυριακή, οι διαδηλώσεις κορυφώθηκαν. Ο Băsescu είχε ήδη απαντήσει από την Παρασκευή για τις πρώτες διαδηλώσεις, λέγοντας: «Οι άνθρωποι δεν αξίζουν τον αρχηγό τους»

Συγκρούσεις στο δρόμο και βίαιη καταστολή.

Χθες, 15 Ιανουαρίου αρκετές χιλιάδες άνθρωποι (στο τέλος υπήρχαν περίπου 4.000) συγκεντρώθηκαν στο Piaţa Universitatii [Πλατεία Πανεπιστημίου] στο κέντρο του Βουκουρεστίου για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και την αστυνομική βία. Σε ομιλίες και σε diy πανό, ζήτησαν την παραίτηση του Μπασέσκου και του επικεφαλής της κυβέρνησης Εμίλ Μποκ (PDL,). Σε ένα πανό έγραφε: «Ελευθερία – όχι το κέρδος.» Οι διαδηλώσεις έγιναν κυρίως από συνταξιούχους – που ήταν και οι κύριοι αντιτιθέμενοι των περικοπών των κοινωνικών υπηρεσιών τα τελευταία χρόνια – αλλά και νέους. Η αστυνομία και η χωροφυλακή έλαβαν (ως συνήθως) αυταρχικά μέτρα εναντίον των διαδηλωτών. Κατά συνέπεια, ξέσπασαν οδομαχίες. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι αντιστέκονται στη κρατική βία και απαντούν είναι μια πολύ νέα εξέλιξη, γεμάτη εκπλήξεις. Είναι η πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες με τέτοιου είδους επιθέσεις στην κρατική εξουσία. Προφανώς, η αστυνομική βία και τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης, αποκαλούσαν τους διαδηλωτές «τρομοκράτες» και «χούλιγκανς»,αλλά δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν όλο και περισσότερους ανθρώπους από το να συμμετάσχουν στις διαδηλώσεις. Ο αριθμός των ανθρώπων αυξήθηκε από 2.500 το βράδυ σε 4.000.

Σε αρκετές πόλεις, διαμαρτυρίες ενάντια στην κυβέρνηση, ενάντια στο νομοσχέδιο για την υγεία και σε αλληλεγγύη με τους διαδηλωτές στο Βουκουρέστι πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα, όπως στις Botosani, Deva, Alba Iulia, Κραϊόβα, Brasov, Πιτέστι (μια διαδήλωση πραγματοποιήθηκε εκεί στο κεντρικό γραφείο του PDL ), Cluj-Napoca, Piatra Neamt, Ιάσιο, Τιμισοάρα (με πολλές χιλιάδες συμμετέχοντες), Arad, Σιμπίου (μια διαδήλωση πραγματοποιήθηκε εκεί στο κεντρικό γραφείο του PDL), στο Τάργκου Μούρες (μια αυθόρμητη διαδήλωση), Constanta. (Η απαρίθμηση αυτή δεν είναι απόλυτη, διαδηλώσεις έγιναν και αλλού.) Σε εθνικό επίπεδο, δεκάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους. Στο Μπρασόβ 200 διαδηλωτές παρεμποδίστηκαν να πάνε με το τρένο στο Βουκουρέστι, όπου θέλησαν να υποστηρίξουν τους διαδηλωτές. Έχουμε παρόμοιες αναφορές από την Κραϊόβα, όπου οπαδοί  ποδοσφαίρου (ultras) της Universitatea Craiova ήταν έτοιμοι να πάνε στο Βουκουρέστι για να υποστηρίξουν τις διαμαρτυρίες. Στο Rosio de Vede τους κατέβασαν από το τρένο χωροφύλακες.

Επιπλέον, η συμμετοχή των ultras από τις ομάδες Στεάουα και Ντιναμό Bucharestian είναι νέα εξέλιξη. Η αστική τάξη και τα φιλοκυβερνητικά μέσα μαζικής ενημέρωσης προσπαθούν να τους κατηγορήσουν για τις οδομαχίες. «Η αντιπολίτευση και οι ultras έχουν οδηγήσει τις διαμαρτυρίες στη βία», σύμφωνα με την δεξιά εφημερίδα EVZ, η οποία δημοσίευσε πολυάριθμα ονόματα των οπαδών της Dinamo στη σημερινή έκδοση [16 Ιαν]. Μια εκστρατεία σπίλωσης εναντίον «χούλιγκανς» είναι σε εξέλιξη σε όλα τα τηλεοπτικά κανάλια, λες και οι οπαδοί του ποδοσφαίρου δεν  επηρεάζονται από τις επιπτώσεις της κρατικής πολιτικής και δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην πολιτική έκφραση. Ένας εκπρόσωπος των οπαδών της Ντιναμό Βουκουρεστίου, εξέφρασε ακριβώς αυτό το δικαίωμα για τους οπαδούς με καθαρό τρόπο. «Θα δείξουμε την αλληλεγγύη μας στον Ραέντ Αραφάτ καθώς επηρεαζόμαστε  από το νέο νομοσχέδιο για την υγεία και θα παλέψουμε για το δικαίωμα της πολιτικής έκφρασης.» Αρκετές εκατοντάδες ultras συμμετείχαν στη διαμαρτυρία. Σε κοινή διαδήλωση, περίπου 300 φοιτητές, οι περισσότεροι από αυτούς από το Τμήμα Ιστορίας, έφτασαν στο Piaţa Universitatii το βράδυ και συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Ακριβώς το Δεκέμβριο, είχαν μια κατάληψη ενάντια στις αυξήσεις των διδάκτρων και κράτησε ένα τμήμα του πανεπιστημίου κλειστό.

Την Κυριακή, οι μάχες στους δρόμους είχαν επεκταθεί σε έξι χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης. Εκτός από την Piaţa Universitatii, συγκρούσεις σημειώθηκαν επίσης στην πλατεία Piata Unirii,  οδοφράγματα στήθηκαν εκεί, αρκετά εκ των οποίων πυρπολήθηκαν. Καταστήματα και περίπτερα εφημερίδων απαλλοτριώθηκαν, μαζί με τρεις τράπεζες που σπάστηκαν. Μονάδες της Αστυνομίας δέχθηκαν επίθεση με πέτρες και βόμβες μολότοφ. Αστυνομία και της χωροφυλακή έχουν χτυπήσει τους διαδηλωτές αδιακρίτως, καθώς και απλούς παρευρισκομένους. Ένας άνδρας, ο οποίος ήταν στο δρόμο για το σπίτι του, παρενοχλήθηκε από αστυνομικούς, προσπάθησε να διαφύγει, συνελήφθη από την αστυνομία και τελικά έσπασε το πόδι του. Ένας τραυματιοφορέας εξήγησε στην εταιρική Antena3: «Δεν ξέρουμε με τι τον χτύπησε, μόνο εμείς ανακαλύψαμε ότι είχε σπασμένο πόδι.» [Διόρθωση, 17 Ιαν 2012: αναφέραμε ότι το πόδι ενός άνδρα σχεδόν αποκόπηκε μετά από κυνηγητό με την αστυνομία. Χθες το βράδυ, ο πραγματικός λόγος δόθηκε στη δημοσιότητα. Όπως αναφέρεται στο κανάλι Antena3, ο άνδρας χτυπήθηκε με δακρυγόνο από όπλο σε απόσταση ενός μέτρου, η οποία τον βρήκε στο πόδι. Το οστό σε αυτό το σημείο είναι εντελώς θρυμματισμένο.] Άλλοι αμέτοχοι πεζοί σύρθηκαν από μπάτσους σε αστυνομικά τμήματα, όπου ξυλοκοπήθηκαν αδικαιολόγητα. Δημοσιογράφοι και παρατηρητές που καλύπτουν τα γεγονότα με κάμερες δέχθηκαν επίθεση από την αστυνομία, οι οποίοι χρησιμοποίησαν γκλομπ, δακρυγόνα και κανόνια νερού. Τα αστικά ΜΜΕ σχεδόν ποτέ δεν αναφέρθηκαν σε αυτή τη αστυνομική βία.Για να είναι δύσκολη η προσέλευση στις διαμαρτυρίες το τρένο δεν σταμάτησε στη στάση «Universitatii» και συνέχισε χωρίς διακοπή. Μασκοφόροι αστυνομικοί ανάμεσα από τις διμοιρίες κυνηγούσαν . Όπως ανέφερε η Antena3, αξιωματούχοι της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Ρουμανίας μπήκαν στις διαδηλώσεις. Οι οδομαχίες κράτησαν μέχρι τη μία ώρα το πρωί.

~ Οι πρώτες αντιδράσεις

Όπως προαναφέρθηκε, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν μετατοπίσει τώρα το φταίξιμο στους οπαδούς. Εκπρόσωποι των αστικών πολιτικών κομμάτων προσπαθούν ακόμα να χρησιμοποιήσουν την ευκαιρία και ζητούν εκλογές. Σε κοινή συνέντευξη Τύπου, το Συντηρητικό Κόμμα (PC) και το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα (PNL), ενώ αποκαλούσαν τους εαυτούς τους “υποστηρικτές της ιδιωτικοποίησης”, παρότρυναν τους ανθρώπους να υποστηρίξει τις διαμαρτυρίες, αλλά διαχώρισαν τη θέση τους από τη βία. Οι σοσιαλδημοκράτες του PSD εξέφρασαν επίσης παρόμοιες θέσεις. Ο βουλευτής Urban Iulian του κυβερνώντος κόμματους της δεξιάς PDL δήλωσε δημοσίως στην ιστοσελίδα του για τους διαδηλωτές: «Όσοι είναι στους δρόμους είναι σκουλήκια. Αξίζει να πεθάνουν πρόωρα σε νοσοκομείο, επειδή είναι κατά του νέου νομοσχεδίου για την υγεία. » Οι μπάτσοι ζήτησαν οπλισμένο ιππικό και σκυλιά να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές διαμαρτυρίες.

~ Προοπτικές

Ποιες μορφές διαμαρτυρίας θα ακολουθήσουν περαιτέρω, δεν μπορούν ακόμα να αξιολογηθούν. Μεγάλα τμήματα των διαδηλωτών υποστηρίζουν εθνικιστικές θέσεις, κάποιοι υποστηρίζουν την επιστροφή του βασιλιά, και οι φασίστες είναι παρόντες. Η αριστερά είναι αδύνατη στις περισσότερες πόλεις, ή μάλλον είναι παντελώς απούσα. Η πλειοψηφία των κομμουνιστών, είναι οι ίδιοι ένθερμοι εθνικιστές χωρίς καμία κατανόηση της κατάστασης. Οι αναρχικοί είναι μια μικρή μειονότητα. Πολλοί από εκείνους που πλήττονται από τα νέα μέτρα δεν βλέπουν το πλαίσιο των περικοπών πρόνοιας στην Ρουμανία ως τμήμα της διεθνούς καπιταλιστικής «κρίσης» και επαφίενται για τα κοινωνικά προβλήματα στους «ηγέτες». Ο καπιταλισμός και το κράτος έχουν οδηγήσει σε αυτή τη μιζέρια, και η κατάσταση θα επιδεινωθεί, αν η γνώση δεν θα εξαπλωθεί μαζικά, ότι δηλαδή το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα είναι το λάθος και πρέπει να καταργηθεί. Σε παρόμοιες βίαιες διαμαρτυρίες ως την Κυριακή, η κυβέρνηση θα είναι καλύτερα προετοιμασμένη. Ο αγώνας ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει επίσης να επεκταθεί και στον οικονομικό τομέα και να στηριχτεί σε περαιτέρω πίεση με απεργίες. Ωστόσο, αυτό δεν είναι καθόλου ορατό. Ενώ το πιο δραστήριο μέρος της μεσαίας τάξης είναι καλά οργανωμένο και έχει επιρροή μέσω της νομοθεσίας, των μέσων ενημέρωσης και της εκτελεστικής εξουσίας, η εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση δεν είναι ακόμα ούτε καλά οργανωμένη, ούτε προετοιμασμένη για τέτοιες συγκρούσεις. Οι επόμενες ημέρες και εβδομάδες θα δείξουν αν η διαδήλωση της Κυριακής ήταν ένα πυροτέχνημα. Περισσότεροι αγώνες έχουν ανακοινωθεί για σήμερα. Θα ακολουθήσουν αναφορές.

Αναρχοσυνδικαλιστική Υπηρεσία Πληροφοριών της Ρουμανίας (ASIR), 16, Ιαν 2012

00-01c-romanian-protests-16-01-12

2.Η εύθραυστη ισορροπία της Ρουμανικής άνοιξης(δεύτερο κύμα πορειών).

Για πάνω από ένα μήνα δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους στις μεγάλες πόλεις της Ρουμανίας. Διαμαρτυρήθηκαν κατά του σχεδίου κατασκευής ορυχείου επιφάνειάς στη Rosia Montana, μια μικρή πόλη γεμάτη από ορυχεία που βρίσκονται στα όρη Apuseni. Στα σκαριά για σχεδόν 15 χρόνια, το έργο είναι βυθισμένο σε μια ατέλειωτη διαμάχη. Δεν είναι μόνο ότι η κατασκευή του έργου έχει προκαλέσει άμεσες σχέσεις κρατικών αξιωματούχων με στελέχη της εταιρίας, αλλά, ίσως το πιο σημαντικό, η κλίμακα των οικολογικών επιπτώσεων είναι πέρα κάθε φαντασία και έλεγχό. Περίπου 12.000 τόνοι κυανίου, θα χρησιμοποιηθούν για να εξάγεται ο χρυσός,το ασήμι και άλλα σπάνια μέταλλα που κρύβονται στα τέσσερα βουνά της περιοχής.Η διαδικασία θα αφήνει πίσω της περίπου 13 εκατομμύρια τόνους αποβλήτων από εξορυκτικές δραστηριότητες ανά έτος. Για να το θέσω ωμά, η εκμετάλλευση στην πραγματικότητα θα περιλαμβάνει τη μετατροπή της περιοχής σε μια τεράστια λίμνη κυανίου, καθιστώντας το, ένα από τα μεγαλύτερα έργα αυτού του είδους στον κόσμο. Το χειρότερο είναι ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταξύ του κράτους και της εταιρείας, η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό μυστική, η οικολογική καταστροφή στην περιοχή, θα φέρνει έσοδα των 500 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως,τα οποία  μερικά μόνο θα πηγαίνουν στα κρατικά ταμεία. Από οικονομική άποψη, το σχέδιο δεν είναι καθόλου επωφελές για τα κρατικά ταμεία: με 6% των μετοχών της συμμετοχής στα κέρδη και 20% στο έργο, μακροπρόθεσμα, το κόστος του έργου φαίνεται να ξεπερνά τα οφέλη.

Αυτό που πυροδότησε τις διαδηλώσεις στις αρχές Σεπτεμβρίου ήταν η ανακοίνωση που έκανε η κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Σοσιαλδημοκράτη Πρωθυπουργού Βίκτορ Πόντα, η οποία συνέταξε έναν ειδικό νόμο που θα ανοίξει το δρόμο για την εκμετάλλευση του βουνού. Με πάνω από 70% πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, το οποίο περιλαμβάνει τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Φιλελεύθερους του Κριν Αντονέσκου, η ψηφοφορία θα ήταν μια τυπική διαδικασία. Το σχέδιο νόμου από μόνο του, ένα αξιοσημείωτο δείγμα μικροπολιτικής, δεδομένου ότι έπρεπε να παραβιάσει μια σειρά από άλλους νόμους και κανονισμούς του κράτους, προκειμένου να χορηγήσει στο έργο το πράσινο φως.

Αυτή η κραυγαλέα επίδειξη πολιτικής ευνοιοκρατίας προς έναν σκιερό εταιρικό όμιλο προκάλεσε φυσικά τις κατηγορίες περί διαφθοράς από μέρους του κόσμου και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να βγουν στους δρόμους κατά του σχεδίου. Η αντίθεση στη σχεδιαζόμενη αξιοποίηση δεν είναι νέα, όμως. Η σκληρή δουλειά μιας χούφτας ακτιβιστών είναι που κατάφερε να επιβραδύνει τη διαδικασία και να ευαισθητοποιήσει προς τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει το έργο. Για περισσότερα από δέκα χρόνια, η ομάδα Save Rosia Montana η οποία περιλάμβανε ένα ετήσιο φεστιβάλ στη μικρή πόλη των ορυχείων – ήταν μία από τις πιο καλά αρθρωμένες καμπάνιες, που διατύπωνε οικολογικά επιχειρήματα εναντίον της εξόρυξης και της πολιτικής τάξης που επέτρεψε την εκκίνηση του.

Ενώ οι διαμαρτυρίες αυτό το φθινόπωρο(2012) είχαν ως αιχμή του δόρατος αυτούς τους ακτιβιστές, οι διαμαρτυρίες μεγάλωσαν γρήγορα στην κλίμακα και την πολυπλοκότητα και ως εκ τούτου ήταν  δύσκολο να θεωρηθούν ένα μονοθεματικό κίνημα. Στην πραγματικότητα,το Rosia Montana είναι ένα κενό σημαίνον που καταφέρνει να ενσωματώσει μια σειρά από επικαλυπτόμενα συμφέροντα αλλά και αντικρουόμενες απαιτήσεις. Παρά τα εντυπωσιακά νούμερα των συμμετεχόντων – αυτές τις διαμαρτυρίες είναι μερικές από τις μεγαλύτερες στην μετα-κομμουνιστική εποχή – δεν υπάρχει σχεδόν ένα ενοποιημένο σύνολο από πολιτικά συμφέροντα, ευαισθησίες και απαιτήσεις μεταξύ των συμμετεχόντων. Οι διαμαρτυρίες προσελκύουν ένα ευρύ φάσμα όλων των κοινωνικών τομέων και για όλα τα ζητήματα, αλλά όλοι έβλεπαν σε αυτές κάτι από τις δικές τους ανησυχίες: οικολόγοι, εθνικιστές, χουλιγκάνια, αναρχικοί, φεμινίστριες, αριστεροί και άτομα που δεν είχαν συγκεκριμένες πολιτικές πεποιθήσεις, όλοι αυτοί διαδήλωναν μαζί. Αυτό είναι επίσης εμφανές στην ποικιλομορφία των πανό που οι άνθρωποι μεταφέρουν, από εκείνα που απαιτούν τον τερματισμό της διαφθοράς μεταξύ των πολιτικών, σε όσους συνηγορούν ενάντια στον καπιταλισμό, το ΔΝΤ και τα μέτρα λιτότητας και σε όσους απλά λένε ότι είναι εθνικά υπερήφανου και δεν αντέχουν την ταπείνωση.

Δύο σημαντικοί παράγοντες συνέβαλαν στην ανάπτυξη του κινήματος και την ποικιλομορφία της. Πρώτον, η ειδική φύση της συμφωνίας της Rosia Montana οδήγησε στην κινητοποίηση δύο ισχυρών κοινωνικών παρατάξεων: από τη μία πλευρά οι οικολόγοι αστοί “hipsters” (όπως ο mainstream Τύπος αποκαλεί “στοργικά” κάποια τμήματα των συμμετεχόντων με ένα μείγμα συμπάθειας και χλευασμού) πάντα έχοντας την τελευταία τεχνολογία και σε επαφή με τις παγκόσμιες διαμαρτυρίες συμβαίνουν αλλού. Από την άλλη πλευρά, το εθνικιστικό τμήμα για το οποίο η Rosia Montana είναι ένα δείγμα για το ξεπούλημα στους ξένους και καταστροφής από τους ξένους των τοπικών πόρων. Για τις δύο αυτές παρατάξεις, οι πολιτικοί και οι ξένες μεγάλες διεθνείς εταιρείες, και ιδιαίτερα η συμπαιγνία τους, φέρουν την ευθύνη για τα σχέδια καταστροφής της Rosia Montana.

Η συμμαχία αυτή αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της οργάνωσης Save Rosia Montana, μια εκστρατεία για πάνω από μια δεκαετία που αντιπροσώπευε τον αρχικό πυρήνα των διαμαρτυριών αυτό το φθινόπωρο. Αλλά αυτή η επικάλυψη μεταξύ οικολογίας και εθνικισμού τρέχει ακόμα πιο βαθιά στη ρουμανική κοινωνία, γεγονός που εξηγεί αυτό το σύγχρονο φαινόμενο. Από το 19ο αιώνα, η έννοια του  έθνους συνδέθηκε οργανικά με τη “γλώσσα, το αίμα και χώμα”. Η οικολογική διάσταση, ως εκ τούτου σταθερά ριζωμένη στη ρουμανική εθνική ταυτότητα από την ίδρυσή της και αργότερα κινητοποιήθηκε και μεγεθύνθηκε κατά την εθνικο-κομμουνιστική κυριαρχία του Νικολάε Τσαουσέσκου. Αυτός είναι ο λόγος, που κάποιο μεταξύ των συμμετεχόντων που ήταν εθνικιστικών αντιλήψεων, πρόβαλαν ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι κατ ‘ανάγκην η εκμετάλλευση ως τέτοια, αλλά το γεγονός ότι αυτή γίνεται από μια ξένη εταιρεία, κλέβοντας έτσι τους ρουμάνικους πόρους μέσω της διαμεσολάβησης  διεφθαρμένων πολιτικών.

Δεύτερον, αυτή ακριβώς η διάσταση της καταπολέμησης της διαφθοράς μεγεθυνθεί περαιτέρω το πεδίο των διαμαρτυριών προσελκύοντας κόσμο από διάφορες περιοχές της χώρας που δεν είχαν καμία σχέση με το ζήτημα της  Rosia Montana πριν από αυτό το φθινόπωρο. Για αυτούς τους διαδηλωτές, η όλη υπόθεση είναι ένα σύμπτωμα της αποτυχίας της πολιτικής τάξης στο σύνολό της. Ως εκ τούτου, πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα, λιγότερο διεφθαρμένη και προικισμένη με τις αξίες που προωθούνται από την μετα-κομμουνιστική κοινωνία των πολιτών. Για αυτούς, η οικολογική πτυχή είναι κάτι δευτερεύον σε σχέση με το στόχο της μεταρρύθμισης της πολιτικής τάξης στο σύνολό της. Από αυτή την άποψη, η ρουμανική “άνοιξη” το φθινόπωρο είναι παρόμοια με τη βουλγάρικη το καλοκαίρι στο ότι η κύρια απαίτηση είναι για μια πιο ευρωπαϊκή, πολιτισμένη, δημοκρατική χώρα, στην οποία οι υπάρχοντες πολιτικοί έχουν αντικατασταθεί από πιο άμεσες μορφές λαϊκής συμμετοχής μέσω θεσμών της κοινωνίας των πολιτών.

Αλλά στην περίπτωση της Ρουμανίας, υπάρχει μια επιπλέον πινελιά, που είναι ιδιαίτερα σημαντική, σχετικά με τα τοπικά πολιτικά παιχνίδια που προαναγγέλλουν οι προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους. Ο νυν πρόεδρος Τράιαν Μπασέσκου, ένθερμος αντίπαλος του Πρωθυπουργού(ο οποίος είναι σοσιαλιστής) και του σημερινού συνασπισμού, που προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον καθαιρέσει το περασμένο έτος, ήταν ένας πολύ ένθερμος υποστηρικτής της εκμετάλλευσης στη Rosia Montana για την τελευταία δεκαετία. Αυτό ήταν έτσι μέχρι που η κυβέρνηση συνέταξε το προαναφερόμενο ειδικό νόμο, όταν άλλαξε πλεύση, απέρριψε ανοιχτά το έργο και τάχθηκε με τα αιτήματα των διαδηλωτών. Αυτό επέτρεψε στους υποστηρικτές του, οι οποίοι ήταν μέχρι τότε με τη πλάτη στο τοίχο ή που επιδεικτικά γελοιοποιούσαν και χλεύαζαν τις διαμαρτυρίες, με πλήρη καρδία να συμμετάσχουν και έτσι διογκώθηκε ο αριθμός των ανθρώπων στους δρόμους. Αυτή η ξαφνική αλλαγή της άποψης είναι, φυσικά, λαϊκιστική, αλλά επίσης οδηγεί σε ένα βαθιά ριζωμένο συναίσθημα ανάμεσα σε μια μεγάλη πλειοψηφία των διαδηλωτών: η δυσπιστία και η αποστροφή τους για τους Σοσιαλδημοκράτες στην εξουσία, καθώς εξακολουθούν να θεωρούνται οι απόγονοι των πρώην κομμουνιστών, και, κατ ‘επέκταση, αποστροφή για κάθε είδος αριστερής πολιτικής γενικότερα. Ως εκ τούτου, κατά τις τελευταίες ημέρες, υπάρχει μια προφανής εξέλιξη από τα αρχικά αιτήματα ενάντια στην εκμετάλλευση του ορυχείου προς πιο κραυγαλέα και ριζοσπαστικά αιτήματα για παραίτηση του πρωθυπουργού. Φυσικά, ο πρωθυπουργός-  μία από τις πιο νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της μετα-κομμουνιστικής εποχής – έκανε λίγα για να ανακουφίσει τις επικρίσεις από την έγκριση του έργου με ψευδολογίες και κάνει την μία γκάφα μετά την άλλη.

Μήπως γινόμαστε μάρτυρες τότε σε μια παρόμοια περίπτωση με εκείνη της Τουρκίας, όταν ένα κίνημα που ξεκίνησε από ένα αρκετά συγκεκριμένο θέμα γύρω από την καταστροφή του πάρκου Gezi πυροδότησε μια τεράστια λαϊκή εξέγερση εναντίον του απερχόμενου Πρωθυπουργού και την πολιτική του; Η ρουμανική υπόθεση απέχει πολύ από αυτό στην πραγματικότητα, η ρουμανική άνοιξη του Φθινόπωρου του 2013 είναι ένα βήμα προς τα πίσω από τον ρουμανικό Χειμώνα του 2012, όταν ακόμη και δειλά, η νεοφιλελεύθερη συναίνεση της μετα-κομμουνιστικής μετάβασης αμφισβητήθηκε και, τουλάχιστον εν μέρει, απορρίφθηκε. Αντίθετα, αυτές οι τωρινές διαμαρτυρίες φαίνεται να επαναδιατυπώνουν τις προσδοκίες των πρώτων χρόνων της μετάβασης για έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, λογικό στις ανάγκες των ανθρώπων, που είναι “ελεύθεροι” από άπληστες εταιρείες και  διεφθαρμένους πολιτικούς, με ευημερία και τη δημοκρατία για όλους.

Στην πραγματικότητα, για να το θέσουμε σε πιο γενικούς όρους, πέρα από τα άμεσα αιτήματα και προσχήματα, οι τρέχουσες διαδηλώσεις είναι μια αντίδραση των τοπικών μεσαίων τάξεων στις επιπτώσεις της συνεχιζόμενης καπιταλιστικής παγκόσμιας κρίσης, εκφράζουν μια νοσταλγία για την ευημερία και την κοινωνική ασφάλεια. Δεδομένου ότι αυτό είναι μια κρίση που συνεπάγεται δραματικές αλλαγές στις σχέσεις παραγωγής και της συσσώρευσης, καθώς και μια ριζική αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, ορισμένα τμήματα της μεσαίας τάξης αισθάνονται την πίεση προς τα κάτω στην ικανότητά τους για την κοινωνική αναπαραγωγή. Το κίνημα για τη Rosia Montana προσφέρει στη συνέχεια ένα κανάλι για να κατευθύνει αυτές τις απογοητεύσεις και τις προσδοκίες. Ωστόσο, μέχρι στιγμής οι διαμαρτυρίες δεν οδηγούν στην άρθρωση μιας καλά διατυπωμένης απάντησης. Αντίθετα δεν δημιουργήθηκε μια πιο ευρεία διαταξική συμμαχία, καθώς, το υπόλοιπο του πληθυσμού είναι είτε αδιάφοροι ή απλά ενοχλημένο από το θέμα, αλλά αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν ατομικά τις δικές τους αγωνίες για το ζειν εν μέσω ολοένα και πιο φτωχών συνθηκών.

protest-la-evacuare3.Χρέος, στέγαση και πολιτικές στέγασης στη μετασοσιαλιστική Ρουμανία (το backround των πορειών μεταξύ 2010-2013)

Στις 16 Σεπτεμβρίου, 2014,περίπου 30 άτομα διαδήλωσαν μπροστά στο δημαρχείο του Βουκουρεστίου. Απαιτούσαν να τους δοθεί στέγαση αφού είχαν μετά βίας εκδιωχθεί από τα σπίτια τους μια μέρα πριν στην οδό Vulturilor αρ 50 στο 3ο δημοτικό διαμέρισμα της πόλης. Επίσης απαιτούσαν από το δήμο να σταματήσει τις “σκιώδεις” κτηματομεσιτικές δραστηριότητες του στο κέντρο, οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα την κατάσταση τους. Το αίτημα να δουν τον δήμαρχο δεν ικανοποιήθηκε.

Η έξωση έγινε με την παρουσία πολλών μονάδων της αστυνομίας με πλήρη εξοπλισμό και με τον κόσμο να παίρνει τα προσωπικά του αντικείμενα από τα σπίτια, μεταξύ αυτών και πολλών παιδιών που έπρεπε να κουβαλούν τα πράγματα τους μπροστά από τα πρώην σπίτια τους.. [1] Αν και οι ρουμάνικοι νόμοι προβλέπουν ότι τα άτομα που τους γίνεται έξωση έχουν προτεραιότητα στο πρόγραμμα δημόσιας στέγασης, οι κάτοικοι της οδού Vulturilor εκδιώχθηκαν χωρίς προειδοποίηση από τα σπίτια τους και με βίαιο τρόπο. Το κράτος δήλωσε ότι δεν υπάρχει διαθέσιμος χώρος δημόσιας στέγασης.

Η έξωση της οδού Vulturilor 50 είναι απλά το τελευταίο περιστατικό στη σειρά τέτοιον εξώσεων τα τελευταία χρόνια στη Ρουμανία. [2] Η περίπτωση απλά αποτελεί ακόμα ένα σημάδι και ακόμα ένα χτύπημα στο σώμα των πιο φτωχών και κατατρεγμένων ανθρώπων στη πόλη. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της δυσεπίλυτης σύμπλευσης κυβερνητικών πολιτικών και οικονομικών διαδικασιών που διαμόρφωσαν το πρόβλημα στέγασης της Ρουμανίας τα τελευταία χρόνια καθώς και του δημόσιου λόγου που διαμορφώνει το προφίλ του ζητήματος. Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να χαρτογραφήσουμε τις διαδικασίες που προκαλούν φαινόμενα όπλως η βίαιη έξωση της οδού Vulturilor. Αυτές οι διαδικασίες δυστυχώς είναι σε εξέλιξη σε όλη τη Ρουμανία.

Οι Ρουμάνικες “μετασοσιαλιστικές” πολιτικές έχουν διαμορφωθεί από μια ριζική μεταβολή περί των προτύπων της “στέγασης και του επιπέδου διαβίωσης”. Ήδη από το τέλος του 1960s,μέσω διάφορων προγραμμάτων στεγαστικών δανείων το κράτος άρχισε να προωθεί την ιδιωτική κατοικία και τον σχηματισμό μιας “μεσαίας σοσιαλιστικής τάξης”, και αυτό έγινε σε βάρος άλλων μορφών στέγασης. [3] Για παράδειγμα το να νοικιάζεις σπίτι σταδιακά έγινε κατακριτέο, συνώνυμο της αποτυχίας και της επισφάλειας, και το “πρέπον” έγινε συνώνυμο της ιδιοκτησίας . Αυτό εξέφραζε μια γενικότερη συσσώρευση ανισοτήτων εντός της σοσιαλιστικής Ρουμανίας, όπου οι ανειδίκευτοι εργάτες συχνά μετατοπίζονταν από το κράτος και ζούσαν σε τεράστια παλιά μπλόκ πολυκατοικιών όπου το κράτος είχε σταματήσει από χρόνια να συντηρεί καθώς προωθούσε τα νέα “πρότυπα” διαμερίσματα και σπίτια. Λόγω γνωστών ρατσιστικών και φυλετικών προκαταλήψεων οι περισσότεροι Ρουμάνοι Ρομά, όταν δεν ήταν εντελώς αποκλεισμένοι από τη “σοσιαλιστική οικονομία”, ήταν μέρος του χαμηλόμισθου ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού . Οι περισσότεροι από αυτούς έμεναν σε ερειπωμένα σπίτια, τα οποία τους νοίκιαζε το κράτος. [4]

Οι πρώτες σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις μετά το 1989 επιτάχυναν γρήγορα τη διαδικασία που είχε αρχίσει επί σοσιαλισμού. Με αστραπιαία ταχύτητα τα περισσότερα κρατικά διαμερίσματα αγοράστηκαν από τον πληθυσμό της Ρουμανίας. [5] Αυτό ήταν δυνατό λόγω των αναταράξεων που έφερε ο πληθωρισμός και λόγω ενός κυβερνητικού διατάγματος του 1990 που επέτρεπε την αγορά κρατικής περιουσία από ιδιώτες. Μέχρι το 1993,ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στο Βουκουρέστι μπορούσε αγοραστεί για μόλις 100 δολάρια.[6] Η επίσημη ρητορική γύρω από αυτή τη πολιτική ήταν ότι διασφάλιζε στέγαση για όλους ενώ ταυτόχρονα έθετε τα θεμέλια για μια κτηματομεσιτική αγορά, με βάση το δικαίωμα στην προσωπική ιδιοκτησία. [7] Η “λογική της αγοράς” φαινόταν να δουλεύει πολύ καλά κατά την ενθουσιώδη δεκαετία του 1990 και το “τέλος της ιστορίας” που υποτίθεται αντιπροσώπευε. Αυτό βέβαια έγινε παράλληλα και με την απόσυρση του κράτους  από κάθε διαδικασία εμπλοκής στον κατασκευαστικό τομέα: Αν ήδη από το 1980 η δραστηριότητα των επενδύσεων στη στέγαση είχε ήδη μειωθεί αρκετά, από το 1989, οι κατασκευές γίνονταν κατευθείαν από ιδιωτικές επιχειρήσεις και πωλούνταν κατευθείαν στην αγορά. [8] Ένα άμεσο αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι υπήρξε μια ραγδαία μείωση στην κατασκευή διαμερισμάτων “δημόσιας στέγασης”: η δημόσια στέγαση σταδιακά έγινε συνώνυμη με τη χρήση παλιών κτηρίων από την περίοδο του μεσοπολέμου. Αυτά ήταν μερικές φορές τα ίδια κτήρια όπου πριν το1989 στεγάζονταν οι χαμηλόμισθοι εργάτες οι Ρομά και οι απόκληροι της σοσιαλιστικής οικονομίας . Σε ένα πολύ γνώριμο μείγμα ρατσισμού και κυβερνητικής πολιτικής, τα κτήρια αυτά άρχισαν να γίνονται αντιληπτά στο δημόσιο λόγο ως “πατρογονική κληρονομιά” της πόλης τα οποία τα καταστρέφουν οι Ρομά οι οποίοι ζουν στην “πλάτη του κράτους” μέσω χαμηλών ενοικίων κτλ .Μέχρι τότε είχαν ένα θολό νομικό πλαίσιο καθώς άρχισαν να τα διεκδικούν οι παλαιότεροι ιδιοκτήτες τους που τα είχαν χάσει με την εθνικοποίηση του 1945.Για αυτό το λόγο, όσοι ζουν σε αυτά τα σπίτια είναι υπό τη διαρκή απειλή της έξωσης, μια απειλή που μεγαλώνει ακόμα και τη στιγμή που μιλάμε.[9]

Αυτό δεν προκάλεσε κανένα δημόσιο ξέσπασμα για το πρόβλημα, ενώ η συγκεκριμένη πολιτική άρχισε σταδιακά να εξαφανίζεται από τη κυβερνητική ατζέντα: μετά το1996, τα περισσότερα από τα “κοινωνικά προγράμματα ” είναι προσανατολισμένα στην ενίσχυση της ιδιοκτησίας. Μερικές φορές με κάθε κόστος. Η στέγαση με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες ή έκτακτες περιπτώσεις έγινε κάτι αόρατο για μια σκληρή κτηματομεσιτική αγορά που στηρίζονταν από τη κυβέρνηση. Τα όποια κοινωνικά προγράμματα έτσι επικεντρώνονταν περισσότερο στην ενίσχυση μια μεσαίας τάξης η οποία βασιζόταν ακόμα στο κράτος για να συγκροτήσει το όνειρο της “οικονομικής ανεξαρτησίας”. [10]Έτσι τα όποια σπίτια φτιάχτηκαν από το κράτος, προωθούνταν σε νέους οικονομικά φερέγγυους επαγγελματίες και τις οικογένειες τους.  Όσοι είχαν πραγματικά ανάγκη, τα χαμηλότερα στρώματα γενικά, στοιβάζονταν στα σπίτια που είχε το κράτος από την εθνικοποίηση του 1945. Συνδυασμένο με την μείωση στον κατασκευαστικό τομέα σπιτιών για κοινωνική παροχή, η μόνη λύση για τα χαμηλότερα στρώματα έγιναν τα κρατικά παλιά σπίτια του 1945 με μειωμένο ενοίκιο, τα οποία τώρα νομικά αμφισβητούνται.

Μετά το 2000 άρχισε έντονη πίεση στην αγορά για την απόκτηση ακινήτων, με έναν υπερμεγέθη πιστωτικό στεγαστικό τομέα, κάτι που πυροδότησε την κρίση στα στεγαστικά δάνεια και τα ακίνητα του 2001. Οι επικίνδυνες πολιτικές δανείων των τραπεζών και η πίεση της κυβέρνησης προς την ιδιοκτησία οδήγησαν σε αυτή τη κατάσταση. Τα ελαττώματα αυτής της πολιτικής θα γίνονταν ορατά μόνο μετά από πολύ καιρό όταν θα ήταν ήδη αργά, και όταν η διεθνής οικονομική κρίση θα είχε ήδη αγγίξει τη Ρουμανία. [11] Παρόλα αυτά καθώς τα στεγαστικά δάνεια ήταν ασφαλισμένα από το κράτος, οι τράπεζες έμειναν σχετικά ανεπηρέαστες από την κρίση του 2009. Συνδυασμένη με την έλλειψη πολιτικών κοινωνικής στέγασης αυτή η πολιτική οδήγησε σε μια έκρηξη του κτηματομεσιτικού τομέα. Τα αποτελέσματα αυτής της έκρηξης είναι ακόμα αισθητά:με το που ξεκίνησε η κρίση χιλιάδες δανειολήπτες που δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα χρέη τους ήταν υπό την διαρκή απειλή έξωσης. Το 2011σύμφωνα με το Ρουμάνικο πιστωτικό κέντρο 2000 κατασχέσεις έγιναν κάθε μήνα με την επίβλεψη πιστωτικών ιδρυμάτων, κάτι το οποίο ήταν τεράστιο πλήγμα στα όνειρα της μεσαίας τάξης. [12]

Μέσω της πολιτικής του κατά τα 90ς το κράτους έγινε ο κεντρικός πρωταγωνιστής, καθώς προωθούσε από τη μια την οικογενειακή ιδιοκτησία και αγορά ακινήτων, από την άλλη δημιούργησε ένα τεράστιο πιστωτικό τομέα στεγαστικών δανείων με σοβαρά ελαττώματα και ταυτόχρονα περιέκοψε την κοινωνική στέγαση για τους φτωχότερους. Αυτό που το έκανε όμως εφικτό αυτό, ήταν μια διαρκής ρητορική που έλεγε το πόσο σημαντικό είναι να έχει κάποιος δικό του σπίτι. Τα αποτελέσματα ήταν αντιφατικά όσο και η αρχή: Η Ρουμανία έχει έναν από τους υψηλότερους δείκτες ιδιοκτησίας σε οικογένειες και ταυτόχρονα τον υψηλότερο αριθμό αστέγων στην ΕΕ . [13]Στις περισσότερες ρουμάνικες πόλεις τα ενοίκια υπερβαίνον κατά πολύ(80%) το μηνιαίο μισθό: έτσι είναι αδύνατο τόσο για τα κατώτερα στρώματα αλλά και για τη μεσαία τάξη να ζήσει στο νοίκι με εξαίρεση μια ανώτερη τάξη με υψηλό εισόδημα [14]Στο μεταξύ από το 2009 η διαδικασία για στεγαστικό δάνειο έχει γίνει πολύ αυστηρή με αποτέλεσμα να έχουν αποβληθεί από την αγορά ακινήτων ακόμα και αυτοί που έχουν  μια δυνατότητα πληρωμής.[15] Από την άλλη ο κώδικας περι ενοικιάσεων είναι υποτυπώδης με αποτέλεσμα η αγορά ενοικίων να είναι σε μια ξέφρενη και ανεξέλεγκτη κατάσταση με τα ενοίκια να είναι πολύ υψηλά. Αυτό ξαναέσπρωξε τον κόσμο στις τράπεζες σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να πάρουν δάνεια, ενώ όσοι δεν πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να είναι σε πίστωση απλά μένουν χωρίς πρόσβαση σε οποιαδήποτε μορφή στέγασης. Αυτή είναι μια μάζα ανθρώπων που αυξάνεται συνεχώς.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ρουμάνικη μεσαία τάξη, δεν έχει ευκαιρίες ούτε να αναπτυχθεί μέσω αγορών και στεγαστικών δανείων, ούτε μέσω της αγοράς ενοικιάσεων, [16]βρίσκει τον εαυτό της λοιπόν σε μια παρόμοια κατάσταση με όσους ήταν στην οδό Vulturilor. Οι ίδιες οι δομικές λειτουργίες του ρουμανικού κράτους που έκαναν υπερμεγέθη τον πιστωτικό τομέα και την αγορά ακινήτων, έφεραν στην ίδια κατάσταση και τους φτωχούς Ρομά, μέσω των περικοπών της κοινωνικής στέγασης, και τους “φυλετικά” ρουμάνους που δεν μπορούν να συντηρήσουν σπίτια μόνοι τους. Παρόλα αυτά ρατσιστικές και ταξικές προκαταλήψεις αποτρέπουν μια συμμαχία μαζί μεταξύ τους: ζώντας με τη βοήθεια του κράτους, οι άνθρωποι της οδού Vulturilor 50 δεν μπορούν να ιδωθούν ως πιθανοί σύμμαχοι από την μεσαία τάξη, αλλά γίνονται αντιληπτοί ως “οι γύφτοι” οι οποίοι απαιτούν πράγματα από ένα πτωχευμένο κράτος που το συντηρούν μετά βίας οι ημιαπασχολούμενοι -φυλετικά- ρουμάνοι. Για κάποιους θεωρείται ακόμα και τώρα απαράδεκτο το να βάλεις στο ίδιο “τσουβάλι” τους χρεωμένους ρουμάνους της μεσαίας τάξης με τους «γύφτους» .Σε αντίθεση με την κλασική φιλελεύθερη βαβούρα που προκαλεί, σε καταστάσεις όπως του Βουκουρεστίου ο ρατσισμός δεν καταδικάζεται ως “προκατάληψη” αλλά αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό “ταξικής ενότητας” . Παρόλα αυτά, μόνο μέσω ενός μεγάλου φάσματος διαταξικού μετώπου θα μπορέσει να ασκηθεί τέτοια πίεση ώστε αλλάξου οι πολιτικές της δημόσιας στέγασης και της πίστωσης . Στη παρούσα φάση, σε αντίθεση με το παρελθόν η αγορά ακινήτων είναι σε ύφεση [17] και για να ξεφύγει από αυτή, πιέζει σε πολιτικές  gentrification σε πόλεις όπως το Βουκουρέστι ή η Cluj, οι οποίες θα αυξήσουν κατά πολύ την πίεση στις περιθωριακές και υποτιμημένες κοινωνικές ομάδες, όπως οι άνθρωποι της οδού Vulturilor 50. Στη παρούσα φάση, οι συμμαχίες είναι ανάγκη.


[1] Περισσότερα για αυτό δες εδώ http://fcdl.ro/category/en/info-in-english/ .

[2]FCDL(μέτωπο για τα δικαιώματα της στέγασης) προσπαθεί να καταγράψει τα περιστατικά: http://fcdl.ro/category/istorii/.

[3] Απο την αρχή της δεκαετίας του 1980s, τα προγράμματα αυτά περιορίστηκαν λόγω της συνεχόμενης οικονομικής κρίσης, ενώ η ανοικοδόμηση νέων διαμερισμάτων μειώθηκε και αυτή. Για περισσότερες πληροφορίες δες  Turnock, David. “Housing Policy in Romania.” Housing Policies in Eastern Europe and the Soviet Union. Ed. J Sillince (Routledge, New York) Pp, 1990, 135–65.

[4] Vincze, E. and Rat, C. (2013). Spatialization and Racialization of Social Exclusion. The Social and the Cultural Formation of ‘Gypsy Ghettos in Romania in a European Contex. Studia UBB Sociologia, 58(2): 5–21

[5] Chelcea, L. (2000). Marginal Groups in Central Places: Gentrification, Property Rights and Post-Socialist Primitive Accumulation. Sociologie Românească, Vol. 3-4: 51–68.

[6] δες“România, țara proprietarilor de apartamente” in Adevarul, 22 Nov. 2010.

[7] Zerilli, F. M. (2006). Sentiments And/as Property Rights: Restitution and Conflict in Post-Socialist Romania. In M.Svasek (ed.): Postsocialism: Politics and Emotions in Central and Eastern Europe, New York: Berghahn Books, pp. 74–94.

[8] Δες τα αποτελέσματ του εθνικού ρουμάνικου ινστιτούτου στατιστικής: https://statistici.insse.ro/shop/?page=tempo2&lang=ro&context=53 .

[9]Ο Zerilli σε άρθρα του καταφέρνει να πιάσει πολύ καλά την μπερδεμένη ατμόσφαιρα που επικρατεί στην μετασοσιαλιστική ανοικοδόμιση της χώρας.

[10] Δες για παράδειγμα το πρόγραμμα “το πρώτο μας σπίτι” (Prima Casă)που ενώ παρότρυνε νεαρά ζευγάρια να αγοράσουν το σπίτι τους, ταυτόχρονα ήταν ότι καλύτερο για τις τράπεζες και την πολιτική δανείων τους καθώς το κράτος εμφανίστηκε σαν εγγυητής για όποιο ρίσκο παρουσιαστεί.Αυτό αποτελεί ακόμα και σήμερα το μήλον της έριδος μεταξύ της κεντρικής τράπεζας και του εμπορικού τραπεζικού τομέα. Δες Claudiu Medrega’s “Isărescu, guvernatorul BNR: Bancherii să facă banking adevărat. Noi nu ne transformăm în societate de administrare a imobiliarelor”. Ziarul Financiar, 16 Feb. 2012.

[11] For the effects of the economic crisis on the housing market see Kıyılar, Murat and Ali Hepşen, “Analysing the Housing Market Structure in Romania and Turkey under the Global Financial Crisis Effect” in Annales Universitatis Apulensis Series Oeconomica, 1.2 (2010).

[12] Ciprian Botea, “Două mii de credite ipotecare ajung în executare silită în fiecare lunăZiarul Financiar, 12 Aug. 2012.

[13] Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat εδώ.

[14] Σύμφωνα με έρευνα της ρουμάνικης εφημερίδας Gandul.

[15] Η Ρουμανία έχει εξωφρενικά χαμηλό ποσοστό ιδιοκτησίας που να μην είναι σε κατάσταση στεγαστικού χρέους (0,6% σύμφωνα με τη Eurostat)

[16] Marius Radu, “BNR sugrumă creditul de consum şi cel imobiliar. Bancherii nu sunt de acord. Cum comentaţi ?”, Ziarul Financiar 17 Iun. 2011.

[17] Cristi Moga, Ciprian Botea, “Piaţa locuinţelor din Bucureşti se dezgheaţă: preţuri mari şi credite mai multe în leiZiarul Financiar, 1 Iul. 2014.

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: