//
you're reading...
αναδημοσιευσεις

Αλλαντάλλων από ένα τραγούδι που μ’ άρεσε

2014-04-04-Lavomat.psd

Εισαγωγή-a ruthless critique

Αναδημοσιεύουμε ένα παλιό χαριτωμένο κείμενο του Κώστα Μανιατόπουλου από την μπροσούρα «το μουνί μου μέσα!#2». Γιατί τα ρούχα μας θέλουν λίγο πλύσιμο και γιατί δεν μας αρέσει να ζούμε σε χώρες.

Μέχρι εκείνο το βράδυ-που παίζει να ήταν και νύχτα-τους χώρους με τα πλυντήρια όπου πάει ο καθένας τα άπλυτα του και με τις τσέπες του γεμάτες κέρματα, τους είχα δει μόνο σε ταινίες. Τώρα στεκόμουν μπροστά σε ένα από αυτά. 23.11 ώρα Κορέας. Η ώρα Κορέας δεν είχε καμία απόκλιση από την ώρα την εδώ, ήταν η ώρα της κορεάτικης συνοικίας. Στα κορεάτικα ήταν λοιπόν και η επιγραφή,στα κορεάτικα και οι οδηγίες χρήσης των πλυντηρίων.

Ωραία σκέφτηκα, να ένας τρόπος να καταφέρω να συγκεντρωθώ, να μου φύγει και το ζουζούνισμα από το κεφάλι και να πάει να γαμηθεί μόνο του, ανοιξιάτικα. Έβγαλα την άσπρη μάκα[μάκα=άσπρο μακό μπλουζάκι μετά από μια εβδομάδα χρήσης μη εναλλασσόμενης] από πάνω μου και στάθηκα μπροστά από ένα ελεύθερο πλυντήριο. Εκεί όπου υπέθεσα ότι μπαίνει το απορρυπαντικό, είχε ένα ίχνος σκόνης.Θεώρησα ότι είναι αρκετό για ένα και μοναδικό άπλυτο ρούχο, έριξα το κέρμα στη σχισμή και το πλυντήριο πήρε μπρος. Κάθισα στο πλαστικό καρεκλοκόκκινο πράγμα απέναντι κι έμεινα να χαζεύω τον κάδο που έκοβε βόλτες. Τότε πρόσεξα ότι δεν ήμουν ο μοναδικός πλαστικοκαρεκλοκοκκινοκαθήμενος εκεί μέσα. Δύο θέσεις πιο πέρα καθόταν μια ύπαρξη που έτεινε προς την ανυπαρξία, και αν δεν έκανε την κίνηση «φέρνω το τσιγάρο στο στόμα κλάνοντας» δεν θα την είχε προσέξει καν. Κορεάτικο πετσί και ασιατικό κόκκαλο ήταν. Η μύτη της ήταν στην ίδια ευθεία με το στήθος της άρα είχαν την ίδια μάλλον ώρα. Τα δε μάτια της πήγαιναν κάτι λεπτά πίσω, παρά τέταρτο τα έκοβα.

Έβγαλα ένα τσιγάρο από τη κωλότσεπη και το άναψα. Γύρισε, με κοίταξε και σηκώθηκε. Πήγε μπροστά από το πλυντήριο και κόλλησε τη μούρη της στο τζάμι της πόρτας. Άρχισε να κουνάει το κεφάλι της ακολουθώντας τις βόλτες του κάδου. Κι έπεσε κάτω ξερή. Στην αρχή δεν κουνήθηκα. Νόμιζα ότι έκανε πλάκα και περίμενα να σηκωθεί από στιγμή σε στιγμή. Μετά σκέφτηκα ότι μπορεί να λιποθύμησε από την αδυναμία. Πήγα πάνω της. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά. Της είπα κάτι σε μια γλώσσα που δεν κατάλαβε, μου είπε κάτι σε μια γλώσσα που δεν κατάλαβα. Χαμογέλασε, είπε «όκι» και συνεννοηθήκαμε. Γύρισα στη θέση μου κι εκείνη στη δική της. Της έδωσα το τσιγάρο μου και εγώ άναψα άλλο. Πιάσαμε ένα είδος κουβέντας από αυτές που δεν βγάζεις άκρη, πόσο μάλλον, όταν δεν την ψάχνει κιόλας. Μέχρι τότε όλες οι άκρες έβγαζαν στο τίποτα και το πουθενά. Πόσα τίποτα και πουθενά να γνωρίσω πια;! Ξεκίνησα εξ αρχής να μιλάω ακαταλαβίστικα με κορεάτικες καταλήξεις στις λέξεις και ατάκες από ταινίες κοινωνικού περιεχομένου και αντικοινωνικού φινάλε. Εκείνη μιλούσε στα αγγλικά αλλά με τραγουδιστή κορεάτικη προφορά. Δεν ήταν και η πρώτη φορά που καταλάβαινα αλλαντάλλων από ένα τραγούδι που μ’ άρεσε.

Το πλυντήριο μου σταμάτησε πρώτο. Δεν σηκώθηκα. Έμεινα να το κοιτάζω σαν να περιμένω να μου πει κάτι. Δεν μου είπε. Σηκώθηκε εκείνη και πάτησε ένα κουμπί δύο φορές. Υπέθεσα πως είναι το στέγνωμα. Έριξε μια ματιά στο δικό της. Μάλλον δεν ήθελε πολύ ακόμα γιατί δεν γύρισε στη θέση της. Κόλλησε πάλι τη μούρη της στο τζάμι ακολουθώντας τη φορά του κάδου. Μια, δυο, έξι, δέκα, τέλος της βόλτας. Άνοιξε το πορτάκι κι έβγαλε μέσα από το πλυντήριο τρία ψάρια και ένα χταπόδι. Τα έχωσε σε μια σακούλα κι από εκεί στη τσάντα της. «Κλινσέβεν σίφουουντ» είπε χαμογελώντας. Πήγε προς την πόρτα, την άνοιξε και βγήκε με την όπισθεν κουνώντας το χέρι της. «Γεια» είπα κουνώντας το δικό μου. «Για, γιααα γιαβόλ…» έκανε καθώς έκλεινε η πόρτα πίσω της.

Το πλυντήριο μου σταμάτησε. Σηκώθηκα. Φόρεσα τη μπλούζα. Είχε δυο τρύπες παραπάνω. «Κλινσεβεν σιθρούου» είπα και βγήκα έξω. Μέχρι εκείνο το βράδυ που ήταν και νύχτα μαζί, τους χώρους με τα πλυντήρια τους είχα δει μόνο σε ταινίες και πάντα εκεί ήταν το σημείο γνωριμίας των πρωταγωνιστών. Ταινίες κοινωνικού περιεχομένου και αντικοινωνικού φινάλε. Ο,τι και αν σημαίνει αυτό. Μπορεί και τίποτα.

Βγήκα από τη κορεάτικη συνοικία και πέρασα στη κινεζική, κι από εκεί στη γερμανική. Χωρίς σκοπούς στα σύνορα, χωρίς σύνορα καν, λίγο πριν τελειώσει η μια άρχιζε η άλλη. Πολλές φορές ήταν η μία μέσα στην άλλη, ένας δρόμος, ένα τετράγωνο, μπορεί και δύο σπίτια ή ένας άνθρωπος περαστικός. Ο τύπος πίσω από τη γερμανική καντίνα, με τα χίλια ζόρια κατάλαβε ότι ήθελα έναν καφέ και ένα λουκάνικο. Ωστόσο παρέμεινε χαμογελαστός μέχρι να καταλάβει. Είναι πιο εύκολο να χαμογελάς άμα δεν καταλαβαίνεις τι λέει ο άλλος. Εκτός αν είσαι μαλάκας. Αλλά οι μαλάκες προτιμούν να ζουν σε χώρες.

Κ.Μ.

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: