//
you're reading...
Αναλύσεις

Το ΑντιΜαϊντάν, το Μαϊντάν και άλλες περιπέτειες

Ukraine in 1918 (2)εισαγωγή

Καθώς τα γεγονότα κάνουν τον κύκλο τους, ήρθε η ώρα μάλλον να επεκτείνουμε τη σκέψη μας για το αντιΜαϊνταν. Το αντιΜαϊντάν είναι το μαζικό κίνημα της ανατολικής Ουκρανίας, το οποίο ξεκίνησε άμεσα μετά την ανατροπή του Γιανούκοβιτς στα τέλη Φεβρουαρίου του 2014. Κατά τη γνώμη μας αυτό το κίνημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο ως προς τη σύσταση του κοινωνικά, αλλά και ως προς τις πολιτικές μορφές που συγκέντρωσε ιδεολογικά κτλ. Το αντιΜαϊντάν πέρασε μη διαδοχικά στάδια εξέλιξης και ανέπτυξε μια δυναμική σε όλη τη Νοτιοανατολική Ουκρανία. Αναπτύχθηκε κυρίως στις πόλεις του Χαρκόβου, της Οδησσού, στην περιοχή της Κριμαίας και στις ακραία ανατολικές επαρχίες την λεγόμενη περιοχή του Ντόνμπας. Ανέπτυξε την πιο έντονη δυναμική του, κυρίως στην περιοχή του Ντόνμπας και του Χαρκόβου, αν και με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε το Μαϊντάν και το ΑντιΜαϊντάν υπό το φως ταξικών αντιθέσεων που αδυνατούν να πραγματωθούν όμως ως ταξική πάλη με τους “παραδοσιακούς όρους”. Σε διάφορα σημεία του κειμένου που αναφέρονται φράσεις όπως “ανατολικό” ή “δυτικό” κεφάλαιο δεν εννοούμε κάποια συγκεκριμένη εταιρία που έχει “σχέσεις” με την ΕΕ ή με κάποιο κράτος της(δηλαδή κάποιο μονοπώλιο) αλλά γενικά το Κεφάλαιο στη Δύση και την Ανατολή ως κοινωνική δύναμη, ως σύνολο κεφαλαίων με συγκεκριμένη δυναμική, σύνθεση κεφαλαίου, μέσο ποσοστό κέρδους κτλ. Το παρακάτω κείμενο ήταν ανάγκη να γραφτεί από εμάς, καθώς το ζήτημα της Ουκρανίας ήταν ένα ζήτημα το οποίο απασχόλησε ιδιαίτερα το ιστολόγιο, μας οδήγησε σε θεωρητικές και πρακτικές αναζητήσεις στην προσπάθεια μας να μείνουμε κριτικά συνεπείς στο επαναστατικό πρόταγμα και την κριτική. Σκοπός του είναι να δείξει τις ταξικές αντιφάσεις εσωτερικά της Ουκρανίας που πυροδότησαν την κρίση, να εξερευνήσει τα κίνητρα και την ουσία των διαδηλώσεων, να απαντήσει σε ερωτήματα που προβληματίζουν πρώτα απ όλα εμάς, να βάλει το ουκρανικό ζήτημα στα πλαίσια της ευρύτερης δυναμικής του καπιταλισμού και της κρίσης του, και κυρίως να το βάλει με όρους αναδιάρθρωσης δηλαδή ως “αδυναμία αναπαραγωγής της αξίας, και ταυτόχρονα την διαδικασία επαναφοράς της” και όλων των κοινωνικών της σχέσεων. Κεντρική θέση του κειμένου είναι ότι αυτό που προέκυψε από την ευρύτερη ουκρανική κρίση και τις διαμεσολαβημένες ταξικές αντιθέσεις της, είναι μια αμφότερα εθνοποιητική διαδικασία. Αυτή η εθνοποιητική διαδικασία είναι μια ακραία “πρότυπη” εκδοχή της “εθνικής και πατριωτικής στροφής” που έχουν όλες οι πλατείες ως μορφές αντίστασης στην αναδιάρθρωση του έθνους κράτους. Αυτό το οποίο ακολούθησε ως εθνοποιητική διαδικασία ήταν μια εκδοχή ένοπλης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και περιφερειοποίησης στην ευρύτερη περιοχή. Επακόλουθα αυτό που μπορεί να την διαρρήξει είναι νέοι αγώνες που θα ξεπερνούν την υπάρχουσα σύγκρουση(ως αμοιβαία καπιταλιστική αναδιάρθρωση τόσο της Ουκρανίας όσο και της Ρωσίας) όπως έχει παραχθεί και θα εναντιώνονται και στις δύο πλευρές. Ουσιαστικά η σύγκρουση ξεκίνησε ως φετιχοποιημένη αντίσταση στην αναδιάρθρωση και έγινε τελικά αμοιβαία μορφή αναδιάρθρωσης δύο καπιταλιστικών σχηματισμών.

Περιεχόμενα.

Ο κοινός πυρήνας Μαϊνταν και ΑντιΜαϊντάν.

Η συνάντηση ως αντιφατική διαλεκτική της κρίσης

Τα σύμβολα ως ιδεολογικές κοινωνικές κατασκευές. Μια ταξική θεωρεία του λόγου.

Φασισμός και δημοκρατία στο Ουκρανικό ζήτημα.

Ιμπεριαλισμός, αντιιμπεριαλισμός και το Ουκρανικό ζήτημα.

Επίλογος-Μαϊντάν, αντιΜαϊντάν και πολιτικές οργανώσεις.

Τίποτα δεν τέλειωσε

Υποσημειώσεις.

Ο κοινός πυρήνας Μαϊντάν και ΑντιΜαϊντάν.

Όπως πολλοί παρατηρούν το Μαΐντάν και το αντιΜαϊντάν έχουν κοινό πυρήνα στις κοινωνικές σχέσεις που τα παράγουν. Ο φόβος της ανεργίας από τη μία, από την άλλη μια ζωή με μισθούς χαμηλούς, από τη μία οι νέες ευκαιρίες για αξιοποίηση του κεφαλαίου, από την άλλη ο φόβος της ολική αναδιάρθρωσης,είναι διαλύματα που παράγει η ευρύτερη δυναμική του κεφαλαίου στη παρούσα φάση, στην συγκυρία της κρίσης: “εμπορικοί πόλεμοι”, περιφερειοποίηση και συγκεντροποίηση, λυσσαλέος ανταγωνισμός, κρίση των αστικών υποκειμένων, καπιταλιστική κρίση. Αυτή η δυναμική του κεφαλαίου ισοπεδώνει εξίσου την ανατολική και τη δυτική Ουκρανία, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Το πρόβλημα ξεκινάει από τη στιγμή που το Ουκρανικό κράτος δεν μπορούσε όλα αυτά τα χρόνια να λειτουργήσει σαν συλλογικός καπιταλιστής, διχασμένο ανάμεσα σε δύο αλληλοαποκλειώμενες καπιταλιστικές περιφέρειες με διαφορετική σύνθεση κεφαλαίου, διαφορετική πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, με διαφορετικές ιδεολογικές/κοινωνικές και υλικές προϋποθέσεις. Και ήταν αυτή ακριβώς η αντίφαση που δημιουργούσε την κρίση χρέους της Ουκρανίας, και ήταν αυτή η κρίση χρέους που όξυνε την εσωτερική κρίση του Ουκρανικού κράτους περαιτέρω. Η μορφή που έπαιρνε το Ουκρανικό κράτος κατά τη συγκεντροποίηση ήταν το λεγόμενο “ολιγαρχικό κράτος”. Ως βασικό χαρακτηριστικό αυτού του κράτους εμφανίζεται η άμεση εμπλοκή των «ολιγαρχών» στην πολιτική, με σκοπό να αποκτήσουν τον έλεγχο του κράτους μέσω της κυβέρνησης, και η λειτουργία του κράτους σαν βασικός διαμεσολαβητής της συγκεντροποίησης σε αντίθεση με τη δύση που κάτι τέτοιο το κάνει η αγορά. Το Ουκρανικό κράτος μέσα από ένα σύμπλεγμα σχέσεων με το ολιγαρχικό κεφάλαιο, και τις αντίστοιχες καπιταλιστικές περιφέρειες, μέσω ενός συνόλου νόμων και τακτικών, πραγμάτωνε τις απαιτήσεις της συγκεντροποίησης. Έτσι όποια γκρούπα ολιγαρχών αποκτούσε τον κυβερνητικό έλεγχο του κράτους, μέσω υπερφορολόγησης άλλων ανταγωνιστικών κεφαλαίων, του αγροτικού κεφαλαίου της δυτικής Ουκρανίας, ή άμεσων διαταγμάτων, προσπαθούσε να βγάλει τους ανταγωνιστές της από την άκρη,να υποτιμήσει την εργασιακή δύναμη και το μικρότερο μεσαίο κεφάλαιο, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργήσει μια ευρεία βάση συμφερόντων, να ενσωματώσει και να προσδέσει τους αποκλεισμένους δημιουργώντας ένα ευρύ φάσμα επαγγελμάτων: από τους μπάτσους Μπερκρούτ, μέχρι τα ήμι-παράνομα ορυχεία/τάφους στα ανατολικά της χώρας. Κάπως έτσι έκαναν τις περιουσίες τους ο Αχμέτοφ, ο Ποροσένκο, και όλοι οι Ουκρανοί “ολιγάρχες”. Κάπως έτσι είχαν μάθει να ζουν και οι προλετάριοι της Ουκρανίας, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Και όσο και να μισούσαν τη ζωή τους και τη μαύρη τους τη μοίρα, η βασική αντίφαση της συγκυρίας την οποία παράγει η δυναμική του κεφαλαίου, η μαζική ανεργία, η αποβολή εργατικής δύναμης από τη μία, και από την άλλη ο λυσσαλέος ανταγωνισμός και τα επίπεδα συσσώρευσης τα οποία αν δεν αναδιαρθρωθούν πέφτουν συνεχώς, η διάλυση του μεσαίου κεφαλαίου, δεν επέτρεπε στη σύγκρουση να πάρει μαζικά ταξικά χαρακτηριστικά,(με την παραδοσιακή έννοια) αλλά να βγει στις πλατείες με την αφηρημένη σχέση του πολίτη. Και αυτό γιατί το κράτος δεν είναι απλά εργαλείο στα χέρια των τάξεων αλλά η αναγκαία μορφή που παίρνει το σύνολο της αστικής κοινωνίας, ως σύνολο συστατικών μερών που αλληλοπροϋποθέτουν και αλληλοπαράγουν το ένα το άλλο,συνεπώς αυτά τα υποκείμενα βγήκαν στο δρόμο από κοινού, για να υπερασπιστούν την σχέση που τα συγκροτεί ως αλληλένδετα, για να υπερασπιστούν το προσωπικό τους ταξικό ανήκειν, την ιδιωτική τους σφαίρα, και από την άλλη την κοινή κοινωνική σχέση που τα συγκροτεί. Αυτό ακριβώς σημαίνει ότι βγήκαν στο δρόμο σαν αστικά υποκείμενα, γιατί οι πλατείες και κυρίως το Μαϊντάν έχουν ακριβώς αυτό το διττό χαρακτήρα-της κοινωνικής γενικής σύνδεσης και αλληλεξάρτησης και ταυτόχρονα την ιδιωτικότητα τους. Κάθε εξέγερση ή κίνημα γίνεται ως προς τις ιδιαίτερες συνθήκες του κράτους του, δεν είναι δυνατή η κατανόηση κανενός κινήματος χωρίς την εξέταση του κράτους και μιας θεωρίας γιαυτό. Όταν η ευρύτερη δυναμική της καπιταλιστικής κρίσης, ως (βίαιη) αναδιάρθρωση των καπιταλιστικών σχέσεων και ρόλων διαλύει αυτές τις σχέσεις για να τις ανασυγκροτήσει, και μάλιστα ειδικά στην Ουκρανία προσπαθεί να το κάνει μέσω του ολιγαρχικού κράτους τότε αυτό βιώνεται ως, μείωση των ευκαιριών, “έλλειμμα δημοκρατίας” κρίση διαφθοράς κ.α τόσο γνωστά συνθήματα από τις απανταχού πλατείες. Τόσο στο Μαϊντάν όσο και στο αντιΜαϊντάν τα αντιολιγαρχικά συνθήματα, τα συνθήματα ενάντια στη κρίση, στην διαφθορά κτλ ήταν ιδιαίτερα έντονα. Στην Ουκρανία απλά αυτές οι αντιθέσεις ήταν πολύ πιο έντονες, πολύ πιο ορατές, γιαυτό και αποτελεί “πρότυπο” εξέτασης αυτής της διαδικασίας. Η ιδιαίτερη αντίφαση του Ουκρανικού κράτους όμως, ο διαχωρισμός του σε ανατολή και δύση, η μακροχρόνια ένταση μεταξύ των δύο περιφερειών και ο αλληλοαποκλειόμενος χαρακτήρας τους, έδωσε και το πρόσθετο χαρακτηριστικό της ουκρανικής σύγκρουσης, την έντονη αντιανατολική ή αντιδυτική διάθεση, πέρα από την αντικυβερνητική διάθεση, την ερμηνεία της κρίσης του Ουκρανικού κράτους με όρους εθνικού χαρακτήρα. Και αυτό γιατί το κράτος το ίδιο αποκτούσε “δυτικό” ή “ανατολικό” χαρακτήρα. Τα κινήματα της κρίσης, της κρίσης του έθνους κράτους, τα κινήματα των πολιτών είναι κινήματα που άσχετα με το αν οξύνουν ή όχι της ταξικές αντιφάσεις και σε πιο βαθμό, αυτό που απαιτούν στο άμεσο οπτικό τους πεδίο, είναι η επαναδημιουργία του “ορθολογικού/σωστού καπιταλισμού” και δημιουργούν πάντα τον εαυτό τους, την αντιπαράθεση τους σε σχέση με τα άμεσα “αντιορθολογικά χαρακτηριστικά” του δικού τους κράτους, του “δικού τους” άμεσα βιωμένου καπιταλισμού. Αυτός είναι ο αδιαμφισβήτητος κοινός πυρήνας της ουκρανικής κρίσης, του Μαϊντάν και του αντιΜαϊντάν, που τα εντάσσει στο ευρύτερο πλαίσιο της κρίσης, αλλά δείχνει και τις ειδικά συγκεκριμένες συνθήκες της κρίσης στην Ουκρανική καπιταλιστική πραγματικότητα. Οι προλετάριοι και από τις δύο πλευρές παλεύουν για να σώσουν τις αστικές τους κοινωνίες από τη κρίση, παλεύουν για να σώσουν το ταξικό ανήκειν μαζί με τη μικρή ιδιοκτησία, μαζί με όλα τα καπιταλιστικά συντρίμμια της κρίσης.

Η συνάντηση ως έκφραση της αντιφατικής διαλεκτικής τη συγκυρίας.

Στο Μαϊντάν είδαμε πλήθος ουκρανικών σημαιών, και σημαιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ στα οδοφράγματα οι σημαίες του Μπαντέρα και του Σβομπόντα, ήταν ιδιαίτερα εμφανείς. Φορείς αυτών των συμβόλων ήταν ένα ετερόκλητο πλήθος που συναντήθηκε εκεί στη βάση των αντιφατικών ταξικών του συμφερόντων. Η παρουσία αριστερών συμβόλων ήταν ισχνή: από ελάχιστα στην αρχή, έως καθόλου στη συνέχεια. Αντίθετα στο αντιΜαϊντάν έχουμε μια έντονη παρουσία αριστερών συμβόλων, κυρίως κόκκινα αστέρια και σφυροδρέπανα, παράλληλα με ρώσικες σημαίες σύγχρονες ή τσαρικές. Το Μαϊντάν εκ πρώτης όψεως λοιπόν μοιάζει αμιγώς εθνικιστικό, ενώ το αντιΜαϊντάν φαίνεται τουλάχιστον μετριοπαθές αριστερό, ακόμα και αν δεν είναι αυτή η “αριστερά” που ακριβώς ονειρευόμαστε. Εδώ θα ισχυριστούμε ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Αρχικά πρέπει να κατανοήσουμε τι εννοούμε με τον όρο “συνάντηση”. Με αυτό νοείται το σύνολο των ταξικών αντιφάσεων που έφεραν αυτά τα υποκείμενα σε σύμπραξη μέσα στην πλατεία Μαϊντάν, αλλά και στις πλατείες του αντιΜαϊντάν. Ο καπιταλισμός για εμάς νοείται ως μια κατάσταση γενικευμένης κοινωνικής ετερονομίας. Είναι μια διαδικασία η οποία δεν αποτελείται απλά από μορφές ταξικής κυριαρχίας αλλά υπαγορεύει την αναπαραγωγή τους στα πλαίσια μιας δυναμικής που ξεφεύγει από τον άμεσο έλεγχο των παραγωγικών συντελεστών των τάξεων. Με άλλα λόγια ο καπιταλισμός δεν είναι απλά ταξική κυριαρχία με κοινωνιολογικούς όρους, αλλά ο τρόπος που αυτές οι τάξεις αλληλεπιδρούν και αλληλοπαράγονται συνολικά.Ταυτόχρονα δεν ελέγχονται άμεσα από τους ίδιους τους μετόχους της διαδικασίας, αν και οι μέτοχοι αυτοί συγκροτούνται και υπάρχουν ως τέτοιοι μόνο εντός της και η διαδικασία αυτή από αυτούς. Έτσι ο καπιταλισμός εμφανίζεται ταυτόχρονα-και όχι απλά παράλληλα- ως ένα σύνολο σχέσεων που έχουν ιδιωτική και κοινωνική διάσταση. Εκεί ακριβώς έγκειται η ιδιότητα του να εμφανίζεται τόσο απελευθερωτικός και ανελεύθερος ταυτόχρονα: Στο Μαϊντάν, στο αντιΜαϊντάν, στο Σύνταγμα και στην Ισπανία, οι άνθρωποι και από τις δύο πλευρές του οδοφράγματος πάλευαν για έναν καπιταλισμό και για μια “δημοκρατία” ,αλλά για την «πλευρά του καπιταλισμού» που αυτοί ένιωθαν ως δέουσα ή ως θετική ανάλογα τη συγκυρία και το ταξικό ανήκειν, ήταν προσπάθεια να διατηρηθούν οι αστικοί ρόλοι ως έχουν, να μην αναδιαρθρωθούν προς το χειρότερο…Αυτό που δεν μπορούσαν να γνωρίζουν είναι ότι αυτές οι δύο ιδιότητες του καπιταλισμού υπάρχουν ταυτόχρονα στην ετερονομία του, είναι οι δύο πλευρές που συγκροτούν το νόμισμα τους και είναι αδιαχώριστες… Η συνάντηση λοιπόν, παράγεται ακριβώς από αυτή την αντιφατική διαδικασία. Όταν τα υποκείμενα συναντιούνται, δεν σημαίνει ότι είναι το ίδιο, ούτε όμως ότι απλά συνυπάρχουν. Αυτή η γενικευμένη ετερονομία φέρνει τα αστικά υποκείμενα σε ενεργή σύμπραξη σε μια συγκυρία, για να προστατέψει το καθένα όμως το δικό του ταξικό/υποκειμενικό ανήκειν. Αυτή η διαδικασία συμβαίνει πέρα από τον άμεσο έλεγχο τους, “πίσω από την πλάτη τους” από τη μία, αλλά ως άμεση επιλογή τους στη συγκυρία, από την άλλη, βλέπουν την ευρύτερη δυναμική του κεφαλαίου να τους αποσαθρώνει, και εναντιώνονται από κοινού σε αυτή. Καθώς τα αστικά υποκείμενα αλληλοπαράγουν το ένα το άλλο και αποτελούν προϋπόθεση το ένα του άλλου(και ταυτόχρονα αντίθεση), συναντιούνται γιατί το ιδιαίτερο ταξικό ανήκειν του καθενός προϋποθέτει το ταξικό ανήκειν του “άλλου”. Κατά την εναντίωση τους σε αυτή τη δυναμική, μια μερίδα αυτών οδηγείται σε ενότητα και όχι σε ρήξη. Η αναδιάρθρωση που περιγράφεται εδώ, δεν είναι άλλη από τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου: η συγκεντροποίηση είναι η αντίστροφη αλλά αναγκαία όψη της συνάντησης. Ανάλογα τις ειδικές ιστορικές συνθήκες που έχει διαμορφώσει η ταξική πάλη, η συνάντηση αυτή παίρνει χαρακτηριστικά σύγκρουσης μεταξύ των αποσαθρωμένων υποκειμένων, ή σύμπραξης. Ας μην εκπλαγεί κάποιος λοιπόν που τόσο στο Μαϊντάν όσο και στο αντιΜαϊντάν το απόλυτο “επαναστατικό υποκείμενο” της εργατιάς συναντήθηκε με κάθε λογής φασίστες και αφεντικά,για να προστατέψει ή να απαιτήσει το ταξικό του ανήκειν, παλεύοντας όμως όχι για τον εαυτό του άμεσα αλλά για την καπιταλιστική ολότητα γενικά(το έθνος, την Ουκρανία, τη Νοβορωσία κτλ), και ως μέρος αυτής να διασώσει και τον εαυτό του.

Στο αντιΜαϊντάν αυτή η συνάντηση πήρε τα χαρακτηριστικά της συνάντησης του ανατολικού κεφαλαίου, του ανατολικού προλεταριάτου(ή τουλάχιστον μεγάλου μέρους αυτού), των Ρώσων φασιστών και πρώην μπάτσων που είχαν βολευτεί στις θέσεις απασχόλησης που παρήγαγε το ανατολικό κεφάλαιο, και της παλαιάς ανάμνησης της ΕΣΣΔ που είχε ένα στοιχειώδες κοινωνικό κράτος. Το ανατολικό προλεταριάτο δεν μπορούσε να υπάρξει στα πλαίσια ενός κοινωνικού σχηματισμού με βάση τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονταν στα δυτικά. Το ίδιο και το ανατολικό κεφάλαιο. Το ίδιο και οι πρώην μπάτσοι. Όλοι αυτοί είχαν ένα διαφορετικό ταξικό ανήκειν, μια διαφορετική θέση μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, αλλά τελικά συναντήθηκαν στα πλαίσια της “επίθεσης” συγκεντροποίησης του “δυτικού κεφαλαίου”. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν διαφορετικές ανάγκες αλλά ταυτόχρονα κοινές, δεν συνυπήρχαν εν αγνοία τους και απλά παράλληλα εκεί ούτε στο αντιΜαϊντάν, ούτε στο Μαϊντάν. Η αναδιάρθρωση της Ουκρανικής αστικής κοινωνίας πήρε-αναπόφευκτα- τα χαρακτηριστικά της συγκρότησης και μετά της αποσάθρωσης δύο αστικών κοινωνιών με τη μορφή αντίπαλων ευρύτατων μετώπων των συστατικών μερών της αστικής κοινωνίας. Το αντιΜαϊντάν ήταν το “απόλυτο” κάτοπτρο του Μαϊντάν. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν είχε εσωτερικές αντιφάσεις και διαφορές, αλλά εδώ μιλάμε κάπως πιο γενικά. Να σημειωθεί εδώ, ότι το -ανεκπλήρωτο- αίτημα για εθνικοποίηση δεν ξεφεύγει από τα παραπάνω. Η άποψη που θέλει το αντιΜαϊντάν προλεταριακή εξέγερση δεν είναι παρά φενάκη. Σαφώς και είχε μέσα προλετάριους(όπως κάθε αστική κοινωνία έχει μέσα εργάτες ως αναπόσπαστο αναπαραγωγικό κομμάτι της) αλλά μπορεί να ιδωθεί ως προλεταριακή εξέγερση μόνο αν κάποιος επιλέξει να δει μόνο αυτούς μέσα στο πλήθος, και να μην δει τι ζητούσαν οι ίδιοι οι προλετάριοι σε αυτή τη συγκυρία. Η παραπάνω θέση της συνάντησης προφανώς και σχετίζεται και με τη σχέση ακροδεξιών και “πολιτών” στο Μαϊντάν.

Αυτό δεν αναιρεί όμως την ανάγκη του κεφαλαίου να βλέπει την εργασία σαν το αναγκαίο όριο του, σαν έξοδο, και συνεπώς να αναπτύσσει τρόπους να την πειθαρχεί και να την μειώνει. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ρευστοποιούνται περισσότερο τα όρια μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, σε επίπεδο διαρρηκτών ορίων και διαδικασιών των φορέων της, αλλά αυτό γίνεται προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερη ανομοιογένεια και ιδιωτικότητα και οξύνοντας ακόμα πιο πολύ τις αντιφάσεις. Συνεπώς το κεφάλαιο, ξεπερνώντας την κρίση του, ταυτόχρονα αναπαράγει τις κοινωνικές αντιθέσεις και τις προϋποθέσεις της επόμενης κρίσης. Τα αστικά υποκείμενα όσο και αν συναντιούνται στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης, δεν ταυτίζονται, η δυναμική του καπιταλισμού τα έφερε κοντά, και αυτή θα τα ξαναχωρίσει και θα τα ανασυγκροτήσει. Αυτό στην Ουκρανία φάνηκε [βλ επίλογο] από τη στιγμή που εντάθηκαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και από τις δύο πλευρές, όπου ο κόσμος άσχετα με τη θέση του στην ευρύτερη σύγκρουση, δεν ταυτίζονταν με τη στρατηγική του κεφαλαίου να κάνει πόλεμο. Αυτή η ανομοιογένεια προκαλείται από την εγγενή αντίθεση της εργασίας και του κεφαλαίου, η οποία με τη σειρά της αποτελεί έκφραση της κεντρικής αντίθεσης του κεφαλαίου μεταξύ αφηρημένης και συγκεκριμένης εργασίας. Δεν υπάρχει κεφάλαιο χωρίς αντίφαση, και συνεπώς χωρίς δυναμική. Το όριο αυτής της συνάντησης συνεπώς είναι διπλό. Σε πρώτο βαθμό αποτελεί τον βαθμό στον οποίο τέτοια κινήματα, ως κινήματα των αστικών υποκειμένων αντιστέκονται στην αναδιάρθρωση τους από την ευρύτερη δυναμική του κεφαλαίου και συναντιούνται μεταξύ τους στα πλαίσια αυτής της αντίστασης. Σε δεύτερο βαθμό τα κινήματα αυτά καταρρέουν ως ενότητα, κάτω από το βάρος των εσωτερικών αφηρημένων σχέσεων τους και αντιφάσεων καθώς ως τέτοια αναπαράγουν την αστική κοινωνία, και όταν “νικάνε” προφανώς δεν χωράνε σε αυτή τη νίκη και στην νέα δυναμική της όσοι “συναντήθηκαν” καθώς αυτή δεν παύει να είναι καπιταλιστική, κάποιοι θα είναι πάνω και κάποιοι πιο κάτω-και κάποιοι ίσως πουθενά. Έτσι με την “νίκη” τους γίνονται τα ίδια πλέον ενεργό κομμάτι της αναδιάρθρωσης, ενός νέου σημείου ισορροπίας της αστικής κοινωνίας ή μιας νέας αστικής κοινωνίας,και προφανώς ταυτόχρονα απομαζικοποιούνται καθώς δεν μπορούν, ούτε υπάρχει λόγος να συνεχίσουν τη “συνάντηση”, οι σχέσεις ως αφηρημένες ξαναγίνονται ιδιωτικές και κατακερματισμένες. Αυτό ακριβώς έγινε στην Ουκρανία καθώς το Μαϊντάν ξεκίνησε ως μια αστική αντίδραση στην ευρύτερη αναδιάρθρωση και κατέληξε το ίδιο να είναι μορφή τη αναδιάρθρωσης καθώς πυροδότησε μια δυναμική που έφερε πόλεμο, χώρισε την Ουκρανία στη μέση, και δημιούργησε μια σύγκρουση στη περιοχή που ήταν, η ίδια αναδιάρθρωση. Δεν ήταν αντίσταση πλέον όλων των αστικών υποκειμένων σε μια δυναμική(πχ συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στο πρόσωπο του Γιανούκοβιτς ή του Αχμέτοβ) αλλά επιβολή του συμφώνου της ΕΕ και ΆΤΟ(“αντιτρομοκρατική” επιχείρηση στα ανατολικά). Από την άλλη το αντιΜαϊντάν από τα τέλη Απριλίου και λόγω τις μαζικής του δυναμικής, προκάλεσε εξελίξεις που το ξεπέρασαν, έπαψε να είναι ένα ετερόκλητο κίνημα ενάντια στη δική του αναδιάρθρωση(επιβολή συμφώνου της ΕΕ, ανατροπή της τάξης πραγμάτων του Γιανούκοβιτς) και έγινε το ίδιο αναδιάρθρωση: δημιουργία νέων κρατικών μορφωμάτων, ένοπλη σύγκρουση, αλλαγή συνόρων, “λαϊκοί πολιτιοφύλακες” με τη στήριξη των ιδεολόγων του Κρεμλίνου κτλ. Όμως σε αυτή τη φάση τα “κινήματα” αυτά έπαψαν να είναι “κινήματα” και έγιναν περισσότερο κομμάτια μιας συγκρουσιακής αμοιβαίας αναδιάρθρωσης. Τότε φάνηκε να απομαζικοποιούνται έντονα και τα δύο, καθώς οι εσωτερικές τους αντιθέσεις οξύνθηκαν έντονα και οι αναγκαίες μορφές που πήρε η σύγκρουση δεν μπορούσαν να ακολουθηθούν από τους εργάτες ή τους φοιτητές των δύο πλευρών που απλά, δεν ήθελαν να μείνουν άνεργοι από τη μία, και γιαυτό εντάχθηκαν στα αντίστοιχα κινήματα, αλλά ούτε να σκοτωθούν σε ένα πόλεμο.[1]

Τα σύμβολα ως ιδεολογικές κοινωνικές κατασκευές. Μια ταξική θεωρεία του λόγου.

α.Μια αναγκαία θεωρητική παρένθεση.

Παραμένει όμως το ζήτημα των συμβολισμών. Αν όντως οι ταξικές αντιφάσεις παρήγαγαν μια σύγκρουση ως τέτοια, ως ενότητα των αστικών υποκειμένων απέναντι σε μια άλλη αστική κοινωνία, τότε γιατί οι προλετάριοι σηκώνουν τα λάβαρα του κομμουνισμού; Πέραν του βασικού ερωτήματος εδώ, δηλαδή αν όντως ο κομμουνισμός ως κίνηση έχει λάβαρα, το αρχικό ερώτημα πρέπει να απαντηθεί στο ιστορικό του συγκείμενο. Αυτό το ιστορικό συγκείμενο δεν είναι άλλο από τα όρια της ταξικής πάλης και τις συνθήκες που αυτά διαμόρφωσαν μέχρι σήμερα στην ανατολική Ευρώπη. Η βασική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας, η αξία, υπάγει τα πάντα στις αντιφατικές αναγκαιότητες της συσσώρευσης και παράγει ένα σύνολο ανταγωνισμών, ανισοτήτων κτλ. Αυτές οι άνισες και αντιφατικές κοινωνικές σχέσεις, αποτελούν στο σύνολο τους, σχέσεις κοινωνικής αναπαραγωγής και συγκρότησης των υποκειμένων(της αντίληψης για τον εαυτό τους και τον κόσμο) και ταυτόχρονα αναπαραγωγής της κυρίαρχης σχέσης, της αξίας. Συνεπώς αυτές οι κοινωνικές σχέσεις συγκροτούνται ως ανταγωνιστικές και ταυτόχρονα ως αλληλοεξαρτώμενες .Κάθε κοινωνική ανταγωνιστική διαδικασία συγκροτεί κοινωνικές σχέσεις και στη συγκρότηση της αποσαθρώνει άλλες. Για την ακρίβεια κάθε αποσάθρωση είναι και συγκρότηση ταυτόχρονα. Αυτό συμβαίνει ακριβώς λόγω του αντιφατικού/διαλεκτικού χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό. Έτσι κάθε κοινωνική διαδικασία ως σύγκρουση αποσαθρώνει ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων που ορίζουν συγκεκριμένες αναπαραστάσεις και ταυτότητες(του κόσμου και του υποκειμένου) και συγκροτεί/συγκροτείται πάνω σε νέες ετερόκλητες σχέσεις, και σε νέες ετερόκλητες και πολύπλευρες κοινωνικές αναπαραστάσεις. Αυτή είναι η κοινωνική εμπειρία του ανταγωνισμού, που συγκροτείται πάνω σε μια διαρκή αμοιβαία αναπροσαρμογή των κοινωνικών πρακτικών, των ταυτοτήτων και των συμβολισμών και άρα μια μεταβολή της αντίληψης και της πράξης του υποκειμένου για τον εαυτό του και του τρόπου που αλληλεπιδρά με τον κόσμο. Επιπρόσθετα ανάλογα την ανταγωνιστική και αντιφατική τους θέση μέσα στην ταξική κοινωνία, τα υποκείμενα αντιλαμβάνονται διαφορετικά τις κοινωνικές διαδικασίες στις οποίες εμπλέκονται, τις μεταχειρίζονται αλλιώς και έτσι μεταβάλλουν διαρκώς αυτές και τον εαυτό τους. Εδώ δεν πρέπει να γίνει η παρεξήγηση και να κατρακυλήσουμε σε έναν οικονομισμό. Οι κοινωνικές σχέσεις στον καπιταλισμό δεν είναι απλά “άνισες” και η ιδεολογία δεν αντιγράφει, δεν είναι απόλυτα ανάλογη της κοινωνικής θέσης. Αντίθετα η κοινωνική θέση είναι εσωτερικά αντιφατική ως προς τον εαυτό της και πολύπλευρη. Ο αμοιβαίος χαρακτήρας των καπιταλιστικών κοινωνικών κατηγοριών και ο ανταγωνιστικός μεταξύ τους χαρακτήρας, συγκροτεί τον εσωτερικά αντιφατικό τους χαρακτήρα και κάνει τα υποκείμενα αντιφατικά στην πράξη ως προς τον εαυτό τους και στην ιδεολογία τους, αλλά και ταυτόχρονα τα συνδέει και πέρα από τις ιδιαίτερες σχέσεις τους. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κοινωνικό στρώμα που να είναι οργανικά ή a priori επαναστατικό στην ιδεολογία του ή κάποια ιδεολογία που να αντιστοιχεί απόλυτα σε μια κοινωνική ομάδα[2]. Ο άνθρωπος ακόμα και στις ετερόνομες κοινωνικές σχέσεις του κεφαλαίου, ενώ παραμένει δημιουργός αυτών των σχέσεων, και παραμένει υποκείμενο, το οποίο όμως μέσα στα πλαίσια που του ορίζει η κοινωνική πραγματικότητα, κάνει επιλογές και πυροδοτεί καταστάσεις πέρα από τον έλεγχο του, με άλλα λόγια δεν είναι παθητικός φορές μιας κοινωνικής πραγματικότητας αλλά ο δημιουργός και ταυτόχρονα το αντικείμενο της δραστηριότητας του.Το μόνο που υπάρχει είναι το γεγονός ότι η όποια δυνατότητα ξεπεράσματος του υπάρχοντος περνά(και) μέσα από την κατάργηση της καπιταλιστικής εργασίας. Η “ιδεολογική” τοποθέτηση όμως του εργάτη, οι συλλογικές του αναπαραστάσεις δεν είναι άσχετες αλλά ούτε δεδομένες ως προς τη θέση του στην καπιταλιστική κοινωνία. Μια τέτοια προσέγγιση μας χρειάζεται για το Ουκρανικό ζήτημα.

Εδώ πρέπει να προσθέσουμε κάτι. Η κατανόηση της παραπάνω διαδικασίας πρέπει να γίνει συναρτήσει μιας θεωρίας του λόγου και των συμβόλων. Τονίζουμε εδώ, ότι ενώ κάθε μορφή κοινωνίας έχει τρόπους κοινωνικών αναπαραστάσεων και ιδεολογιών, εδώ περιγράφουμε ένα μοντέλο πόλωσης ειδικό για την καπιταλιστική κοινωνία, όχι γενικά.Ας ξεκινήσουμε από την μερικώς λανθασμένη παραδοχή(για λόγους κατανόησης το κάνουμε αυτό) ότι ένα επικοινωνιακό σημείο ορίζεται διπολικά μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου. Η σχέση μεταξύ του σημαίνοντος και του σημαινόμενου(μεταξύ συμβόλου και έννοιας που αντιπροσωπεύει), είναι ιδεολογική και κοινωνικά καθορισμένη (ορίζοντας τον κοινωνικό καθορισμό και διαδικασία όπως ειπώθηκε παραπάνω). Όμως εδώ δεν θέλουμε απλά να δείξουμε πως αλλάζει η ιδεολογική αναπαράσταση κοινωνικά αλλά πως γίνεται αντιληπτή και πρακτική αυτή η αλλαγή από το κάθε υποκείμενο. Το επικοινωνιακό σημείο λοιπόν, αποτελείται από δύο πόλους, που το συγκροτούν, και αποτελεί την ελάχιστη μονάδα που μπορεί να φέρει πληροφορία. Η σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους πόλους είναι κοινωνικά καθορισμένη από την κοινωνική εμπειρία της πρακτικής, δηλαδή τη ταξική πάλη σε συνθήκες αδιαφανούς σχέσης, της αξίας. Στην ουσία, ενώ το σημαίνον και το σημαινόμενο μπορούν να διαχωριστούν λογικά ως ξεχωριστοί πόλοι, ως διακριτές στιγμές της διαλεκτικής του λόγου, πρακτικά δεν διαχωρίζονται δεν είναι κάτι ξεχωριστό. Αυτό σημαίνει ότι το σημαινόμενο δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό χωρίς το σημαίνον του, και αντίστροφα(ένα σημαίνον χωρίς σημαινόμενο δεν είναι τίποτα, είναι απλά ήχοι ή εικόνες). Αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο σε πιο αφηρημένες έννοιες και όχι σε καταστάσεις πρακτικές(πχ ότι η λέξη αυτοκίνητο αντιστοιχείται νοηματικά στο αντικείμενο του αυτοκινήτου, αν και εδώ ισχύει εξίσου το παραπάνω δεν γίνεται τόσο εύκολα αντιληπτό). Για να δώσουμε ένα παράδειγμα για καλύτερη κατανόηση αυτής της διαλεκτικής: είναι αδύνατον να γίνει αντιληπτή η έννοια της “διαλεκτικής” χωρίς τη λέξη “διαλεκτική” παρόλα αυτά η λέξη δεν είναι το ίδιο με την έννοια, είναι εμφανές ότι θα μπορούσε στη θέση της μιας λέξης να είναι κάτι άλλο. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι απλά κοινωνική η συσχέτιση μεταξύ της έννοιας της διαλεκτικής και της λέξης που την αντιπροσωπεύει, αλλά ότι οι δύο πόλοι του γλωσσικού ή επικοινωνιακού σημείου(δηλαδή οποιοιδήποτε συμβόλου, όχι μόνο του γλωσσικού), αλληλοπρουποθέτουν ο ένας τον άλλο και είναι αδιαχώριστοι αν και διακριτοί, και ότι αυτό που είναι κοινωνικά συγκροτημένο τελικά είναι το ίδιο το νόημα, το ίδιο το νόημα δηλαδή είναι η λογική σύνδεση μεταξύ του σημαίνοντος του και του σημαίνοντος. Αυτό που ουσιαστικά οι παλαιότεροι γλωσσολόγοι αντιλαμβάνονταν ως σχέση συμβόλου και νοήματος(σημαίνων και σημαινόμενο) είναι στην πραγματικότητα η σχέση μεταξύ συμβόλου και κοινωνικής εμπειρίας της πρακτικής, δηλαδή μεταξύ του πως κάτι λέγεται ή δείχνεται και του τι κάνει, τι είναι κτλ, το πραγματικό νόημα, το αντιληψιακό φαινόμενο που τα συγκροτεί ως αλληλένδετους πόλους έγκειται στη λογική σύνδεση μεταξύ τους, στη σύνδεση εμπειρίας και πράξης, πως την αναπαριστούμε, πως την πράττουμε και την αναπαράγουμε ,(δηλαδή πάνω στο τι πιστεύω ότι είναι κάτι, και στο τι πιστεύω ότι είμαι εγώ, άρα στο τι πιστεύω ότι πρέπει να κάνω). Έτσι το σημείο δεν είναι απλά το μικρότερο “μόριο” νοήματος αλλά το μικρότερο μόριο ταυτότητας(ιδεολογίας). Ο ιδιαίτερος αντιφατικός χαρακτήρας όμως που έχει η κοινωνική πρακτική στην καπιταλιστική κοινωνία δεν σημαίνει απλά ότι κάποιος που είναι εργάτης μπορεί να γίνει εξεγερμένος κομμουνιστής ή φασίστας λόγω τη αντίφασης που τον ορίζει στην κοινωνική του θέση(κάτι που συμβαίνει όπως βλέπουμε), αλλά ότι και η ίδια η συγκρότηση του σημείου, της ιδεολογίας και της αντίληψης είναι αντιφατική εσωτερικά και αδύνατο να σταθεροποιηθεί και εκδηλώνεται ως μια διαρκής πόλωση του νοήματος,(της λογικής συγκρότησης του σημείου δηλαδή) μια πόλωση μεταξύ εμπειρίας, και της λογικής σύνδεσης της με αυτό που την αναπαριστά ως σύμβολο. Εδώ λοιπόν αναπτύσσεται μια βαθιά διαλεκτική μεταξύ κοινωνικής πρακτικής και εμπειρίας, συμβολισμού και νοήματος. Αυτό είναι το σημείο που η ιδεολογία και η αντίληψη περνούν, επιδρούν και μεταμορφώνονται στην/από την πρακτική δραστηριότητα, περνούν δηλαδή στην ταξική πάλη. Η βαθιά διαλεκτική συσχέτιση αυτών των τριών(και όχι δύο απλά) πόλων του γλωσσικού σημείου είναι που του δίνει “κινητικότητα”το κάνει να εξελίσσεται, κάνει τα άτομα να εξελίσσονται. Αυτή η θεώρηση ξεφεύγει από την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση, ως συνειδητή λογική κατασκευή ή ως φυσική κατάσταση και διαδικασία: η ταυτότητα ως επικοινωνία είναι μορφή κοινωνικής πρακτικής και κοινωνικής συγκρότησης. Αποτυπώνει την κοινωνική πρακτική και ταυτόχρονα είναι πρακτική η ίδια. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο άξονες της αναπτύσσει την αντίφαση της ως κίνηση λόγω του ΚΤΠ

Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί, τι σχέση έχουν όλα αυτά με το αντιΜαϊντάν; Φυσικά και έχουν και φυσικά μας είναι αναγκαία σαν εργαλεία, όταν έχουμε ένα κίνημα που σηκώνει πορτρέτα του Τσάβες, του Λουκασένκο, του Πούτιν και του Λένιν, ή ένα κίνημα που έχει μέσα στην ίδια πλατεία πορτρέτα του Μπαντέρα και ταυτόχρονα ζητά “δημοκρατία” και “ΕΕ”. Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι ακαδημαϊκά αλλά έχουν πρακτικό νόημα: η κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων και της σχέσης κράτους-αστικής κοινωνίας-και ιδεολογίας είναι κομβική για την άσκηση-ή όχι- πολιτικής, για να κατανοήσουμε δηλαδή τι λένε αυτοί οι άνθρωποι. Αυτό που προκύπτει από την παραπάνω σημειολογική ανάλυση είναι ότι: α) ένα σύμβολο στο πέρασμα του χρόνου και μέσα από κοινωνικές διαδικασίες μπορεί να έχει διαφορετικά νοήματα και να συνδέεται με διαφορετικές κοινωνικές πρακτικές απ’ ότι σε άλλες εποχές ή καταστάσεις. Το σφυροδρέπανο δεν εγγυάται ότι κάποιος είναι κομμουνιστής ή επαναστάτης ως προς τη πρακτική του, μπορεί κάλλιστα να αντιπροσωπεύει την ιστορική εμπειρία της ΕΣΣΔ ως ισχυρού κράτους, να είναι μια όψη κρατισμού δηλαδή. β) Ο αντιφατικός χαρακτήρας της συγκρότησης του σημείου όπως περιγράφηκε παραπάνω λόγω των αντιφατικών κοινωνικών σχέσεων του ΚΤΠ, του δίνει δυναμική εξέλιξη. Προφανώς όταν μιλούμε για αντιφατικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων του ΚΤΠ σε επίπεδο πρακτικής περιλαμβάνεται και η ταξική πάλη, ή μάλλον είναι αυτό που την τροφοδοτεί. γ)Η επικοινωνία, και τα νοήματα γίνονται αντιληπτά μόνο μέσω των μορφών τους, όχι άμεσα σαν κοινωνικά συγκροτημένες διαδικασίες. Κάθε λέξη ή σύμβολο έχει μια ιστορική εμπειρία σαν περιεχόμενο, αλλά ταυτόχρονα μεταβάλλεται. Τα σύμβολα συνεπώς, ως κοινωνικά παράγωγα, πολλών και “πολλαπλών” ανθρώπων(οι άνθρωποι δεν είναι “μονοδιάστατα” υποκείμενα, αλλά το σύνολο πολλών κοινωνικών σχέσεων, ταυτοτήτων, εμπειριών, οι ίδιες οι κοινωνικές σχέσεις είναι πολύπλευρες κτλ) εμπλουτίζονται με “πολυφωνικότητα” και με αντιφάσεις, που τους δίνουν πολλές πλευρές, ρητές και άρρητες. Αυτό αν συνδυαστεί με το (β) κατανοούμε ότι το σύνολο των νοημάτων ενός συμβόλου μπορεί να μας διαφεύγει ανά κοινωνική περίπτωση, η δυναμική εξέλιξη των νοημάτων διαμεσολαβείται και διαμεσολαβεί τις αντιφατικές κοινωνικές διεργασίες που είναι αυτές τις αξίας και της ταξικής πάλης. Αυτή η «διαφυγή νοήματος» είναι η αντίστροφη αλλά όμοια πλευρά που αναφέρονταν μερικοί γλωσσολόγοι ως «νοηματικό ίχνος» πέρα από το άμεσο νόημα, δηλαδή το σύνολο των διαφορετικών αναφορών, εμπειριών κτλ που συναρθρώνονται ρητά ή άρρητα πάνω στα σύμβολα. Αυτός είναι ο κύριος μηχανισμός της δημιουργίας μιας εθνικής αφήγησης, που βρίσκει και κατασκευάζει νοηματικές συνδέσεις μεταξύ διαφορετικών μορφών και ιστορικών εμπειριών. Αυτή η σύνδεση εν συνεχεία(γιατί επικοινωνία και πρακτική είναι αδιαχώριστες) ανασκευάζει και δημιουργεί μια νέα ολόκληρη πρακτική[3]. Αυτό ακριβώς έγινε στην Ουκρανία, τόσο στο αντιΜαϊντάν όσο και το Μαϊντάν τα οποία λειτούργησαν τελικά αμφότερα σαν εθνοποιητικές διαδικασίες. Και αυτό φάνηκε από ότι τα αστικά υποκείμενα ήταν σε -προσωρινή πάντα- ενότητα, όχι σε ρήξη.

β.Η εθνοποιητική διαδικασία σε επίπεδο συμβολισμών.

Μια τέτοια διαδικασία συγκρότησε τις ετερόκλητες ιδεολογικές αναπαραστάσεις των δύο πλευρών της σύγκρουσης, το ετερόκλητο κοινωνικά και ιδεολογικά υποκείμενο του “Μαϊντάν” και του “αντιΜαίνταν”. Αυτό το ετερόκλητο των κοινωνικών σχέσεων είναι που προκάλεσε τα όρια αλλά και τη συνάντηση ανθρώπων με διαφορετική “κοινωνική καταγωγή” στις ουκρανικές πλατείες, αλλά και που έδωσε την ώθηση για την δυναμική μεταβολή των φαινομένων αυτών: το Μαϊντάν και το αντιΜαϊντάν δεν ήταν ίδια από την αρχή μέχρι το τέλος τους. Οι δρώντες του αντιΜαϊντάν και του Μαϊντάν δρούσαν σε μια διαρκή μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων που τους όριζαν, μεταχειρίζονταν αλλιώς αυτές τις κοινωνικές σχέσεις και έτσι μετέβαλαν και αντιλαμβάνονταν διαφορετικά τον εαυτό τους. Όμως δεν μεταχειρίζονταν διαφορετικά απλά τις ιδεολογικές και ταυτοτικές τους αναπαραστάσεις, δεν ετεροκαθορίζονταν ως αναπαραστάσεις, αλλά μεταχειρίζονταν διαφορετικά τις υλικές συνθήκες ύπαρξης τους, που αφορούσαν αυτές τις αναπαραστάσεις και τις συγκροτούσαν, αυτές οι συνθήκες ήταν συνθήκες κεφαλαίου, κράτους κτλ. σχέσεις αξίας, δηλαδή σχέσεις αδιαφανείς, όχι άμεσες. Συνεπώς-και εδώ είναι που θέλουμε να διαφοροποιηθούμε από μια αμιγώς μεταμοντέρνα προσέγγιση- δεν ετεροκαθορίζονταν μόνο ταυτοτικά αλλά μεταχειρίζονταν διαφορετικά τις συνθήκες αναπαραγωγής τους, την αντίφαση του Ουκρανικού κράτους και των συστατικών μερών της αστικής κοινωνίας. Έτσι ενώ τα δύο κινήματα είχαν κοινή ρίζα,αναπαράγονταν διαρκώς ως ιδεολογικές και υλικές αντιθέσεις το ένα του άλλου, και ταυτόχρονα όξυναν την κρίση που τα γεννούσε. Έτσι εμφανιζόταν μια όξυνση και μια παραγωγή της αντίθεσης στα πεδία της οικονομίας, της κουλτούρας, στη σύγκρουση με βάση εθνικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός λοιπόν ότι το ΑντιΜαϊντάν έφερε κομμουνιστικά σύμβολα δεν οδηγεί de facto στο συμπέρασμα ότι ήταν κομμουνιστές όσοι κουνούσαν τα σημαιάκια ούτε ότι ο “κομμουνισμός” τους έχει το ίδιο ιστορικό περιεχόμενο με το δικό μας. Αντίθετα το αντιΜαϊντάν προέβαλε την δική του τωρινή ιστορική πραγματικότητα, την δική του εθνοποιητική διαδικασία, στην ιστορικά βιωμένη πραγματικότητα του “κομμουνισμού” στην ανατολική Ευρώπη, που ήταν αυτή ενός ισχυρού κράτους, αντίπαλου της Δύσης. Έτσι κατάφερε να δημιουργήσει μια νέα αφήγηση για τον εαυτό του, ως συνέχεια της ΕΣΣΔ στο τομέα της ισχύος, και ταυτόχρονα να ανανοηματοδοτήσει τα σύμβολα αυτά σε τωρινά δικά του, να τους δώσει ένα τωρινό περιεχόμενο συνδεδεμένο με μια πλευρά του παρελθόντος που θεωρεί ότι έχει κοινή.Το ότι η δική τους αντίληψη όμως για τον κομμουνισμό φέρει σαν σύμβολο το σφυροδρέπανο και έχει όντως κοινές ιστορικές αναφορές(κοινό νοηματικό ίχνος όπως το ορίσαμε παραπάνω) με κομμάτια της ελληνικής και διεθνούς αριστεράς είναι γεγονός. Και εδώ είναι που γίνεται η μεγάλη παρεξήγηση. Όταν τα σύμβολα δεν γίνονται αντιληπτά ως κοινωνικές συγκροτημένες διαμεσολαβήσεις και συνεπώς ως ιστορικά και κοινωνικά διαφοροποιημένα ή ευμετάβλητα ανά περίπτωση, τότε το σύμβολο ταυτίζεται δια πάντως με το νόημα. Στην πραγματικότητα όμως το σύμβολο είναι μια πολική σχέση που σε συνθήκες κεφαλαίου, γίνεται αντιφατική γιατί η ίδια η πραγματικότητα είναι αντιφατική. Τα σύμβολα της εθνικής αφήγησης ανανοηματοδοτούνται από τις ταξικές αντιφάσεις και διαδικασίες με βάση το “τώρα” αλλά και την ιστορικά βιωμένη εμπειρία αυτών. Στη διάρκεια του Μαϊντάν και του αντιΜαϊντάν οι κοινωνικές διαδικασίες παρείχαν ένα νέο ετερόκλητο και αντιφατικό κοινωνικό βίωμα, το οποίο οδήγησε σε νέες, αντιφατικές εσωτερικά συλλογικές ταυτότητες και πρακτικές.

γ. Η μεγάλη παρεξήγηση.

Αυτές οι κοινωνικές αναφορές, αυτό το ίχνος νοήματος είναι σαφές: ο Λένιν, ο Μαρξ, η επανάσταση του 1917, η ΕΣΣΔ. Όμως η κοινωνική εμπειρία ως ταξική πάλη αυτών των ιστορικών αναφορών είναι διαφορετική μεταξύ της ελληνικής και διεθνούς αριστεράς και των εκεί ανθρώπων. Εδώ ήταν σημεία αναφοράς ταξικών αγώνων κυρίως με αναφορές στο ίδιο ιστορικό παρελθόν(Λενιν, επανάσταση κτλ)που νοηματοδοτήθηκαν από την εδώ πορεία της ταξικής πάλης, τους αγώνες της αριστεράς κτλ. Εκεί οι ίδιες ιστορικές αναφορές ήταν βιωμένες ως μια ιδιαίτερη μορφή αστικής κοινωνίας, ενός ισχυρού κράτους, με τον στρατό, την αστυνομία του, το οποίο προσπαθούσε να σχεδιάσει την αναπαραγωγή όλων των αστικών υποκειμένων με σχετική ασφάλεια.Το ότι η Σοβιετική Ένωση επιστρέφει ως κοινωνική αναπαράσταση και ως θετική διήγηση σε καιρούς καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης στη Ρωσία και την Ουκρανία, από τη μια σαφώς δείχνει ένα διαμεσολαβημένο αίτημα για ανατίμηση άρα δείχνει μια ταξική αντίφαση, από την άλλη σε καμία περίπτωση δεν έχει κινηματικό ή κομμουνιστικό περιεχόμενο, δείχνει μια ανατίμηση στα πλαίσια μιας αστικής κοινωνίας, στα πλαίσια αφηρημένων ρόλων που συνεχίζουν να αναπαράγονται και θέλουν να συνεχίσουν να αναπαράγονται ως τέτοιοι καθώς αυτό που λέει ουσιαστικά είναι: θέλουμε ένα ισχυρό κράτος, έναν ισχυρό κοινωνικό διαμεσολαβητή στις αφηρημένες σχέσεις μας που δεν αποσύρεται από την κοινωνική αναπαραγωγή, θέλουμε και επιδιώκουμε τη συμμετοχή σε έναν κοινωνικό σχηματισμό ικανό να αναπαραχθεί-και να αναπαράγει και εμάς στη τελική- μέσω της επιβολής της δύναμης, όπως έκανε η ΕΣΣΔ, ενάντια σε αυτό που μας απειλεί: την Δύση κτλ. Με λίγα λόγια, αυτή η κοινωνική εμπειρία, δεν είναι κοινωνική εμπειρία αγώνων αλλά κοινωνική εμπειρία κράτους η οποία βρίσκει κάποιες κοινές αντιστοιχίες με την τωρινή εθνοποιητική διαδικασία και εθνική στροφή. Εδώ όμως θα μπορούσε να προβάλει κανείς το ερώτημα, και μάλιστα σε σχέση με θεωρητικά κείμενα που έχουν ανέβει κατά καιρούς εδώ: δεν είναι το αίτημα για ανατίμηση έστω και σε αστικά πλαίσια, ένα αίτημα που το στηρίζουμε γιατί σε αυτή τη περίοδο οξύνει τις αντιφάσεις του κεφαλαίου; Η απάντηση είναι όχι. Το αίτημα για ανατίμηση μιας κοινωνικής ομάδας δεν συνάδει πάντα με όξυνση των αντιφάσεων του κεφαλαίου, αλλά μπορεί να διατυπωθεί και ως μεγαλύτερη απελευθέρωση των αστικών υποκειμένων και μεγαλύτερους διαχωρισμούς(νεοφιλελευθερισμός) ή τον φασισμό της δεκαετίας του 30, και γενικά διάφορες μορφές κατακερματισμού και πρόσδεσης στο κεφάλαιο, ιδιαίτερα γνώριμες σε καιρούς αναδιάρθρωσης. Για την ακρίβεια και για να μένουμε εντός διαλεκτικής, αυτές είναι μορφές αναδιάρθρωσης. Αυτό ακριβώς είναι σε τελική ανάλυση το πιο κοινό χαρακτηριστικό του Μαϊνταν και του αντιΜαϊντάν.(βλ προηγούμενη ενότητα)

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η κοινωνική κληρονομία στη Ρωσία έχει επιστρέψει σε μεγάλο βαθμό τόσο στην συμπολίτευση όσο και στην αντιπολίτευση, αν και παραλλαγμένη, προφανώς λόγω των συνθηκών συσσώρευσης. Όμως τον ίδιο ρόλο ως διήγηση μιας εξιδανίκευσης, για κάποιους άλλους μπορεί να τον παίξει και η καπιταλιστική Ευρώπη, που το βίωμα της-για κάποιους όλο και λιγότερους προφανώς- είναι πάλι παρόμοιο: κοινωνικό κράτος, σχετική ασφάλεια, ισχύς κτλ. Έτσι ξαναγυρνάμε στα ίδια, το περιεχόμενο του Μαϊνταν και του ΑντιΜαϊντάν είναι αντιθετικό αλλά κοινό.

Συνοψίζοντας αυτό που θέλουμε να πούμε στην παρούσα ενότητα, αφού εκθέσαμε μια μικρή θεωρητική περιγραφή του συγκεκριμένου μηχανισμού,είναι να καταδείξουμε την αδυναμία, αλλά και τη βαθιά αντιδιαλεκτική οπτική του επιχειρήματος ότι “εχουν σφυροδρέπανα άρα είναι δικοί μας”. Αυτό το επιχείρημα στην πραγματικότητα είναι ιδεαλιστικό, και αντιστρέφει τη μαρξιστική ανάλυση σε “εγελιανίζουσα”.[4] Αυτό που λέει είναι ότι τα σύμβολα ουσιαστικά δίνουν περιεχόμενο στις διαδικασίες και όχι οι μακρόχρονες διαδικασίες στα σύμβολα(ο συνδυασμός της βιωμένης πρακτικής εμπειρίας,με τη σημερινή πρακτική της συγκυρίας). Στην πραγματικότητα η σχέση δεν είναι μονομερής ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση. Η αντίσταση στην αναδιάρθρωση με στροφή προς την εθνική διαδικασία, είναι μια διαδικασία ενότητας των αστικών υποκειμένων στο τώρα, στην κρίση, τα οποία όμως βρίσκουν τους συμβολισμούς τους στο παρελθόν ανάλογα με την βιωμένη εμπειρία αυτών των συμβολισμών, βρίσκουν κάτι από την τωρινή τους πραγματικότητα ως διαδικασίες, σε αυτό που πιστεύουν ή ξέρουν ότι έχει προηγηθεί. Έτσι δεν νοηματοδοτούνται τα σύμβολα μονομερώς από την παρούσα εθνική/εθνοποιητική διαδικασία, δεν επιλέγονται τυχαία από την παρούσα διαδικασία, αλλά και η ίδια εκφράζει μεσώ της επιλογής τους σαν συμβολισμών-μέσω του γνωστού και κοινού σε όλους νοήματος των συμβόλων ανά κοινωνικό σχηματισμό- κάτι από τον τωρινό της εαυτό σαν διαδικασία, εκφράζει κάτι από το δικό της περιεχόμενο. Έτσι η διαδικασία αυτή εμφανίζεται ως ιστορική συνέχεια, προβάλλει κάτι από το παρελθόν πάνω της και τον τωρινό εαυτό της στο παρελθόν. Με αυτόν ακριβώς τρόπο, οι τωρινές διαδικασίες, και κυρίως αυτή της Ουκρανίας, συνδέεται με την ιστορική εμπειρία του παρελθόντος, την αναπαράγει, αλλά ταυτόχρονα την μετατρέπει και τη μεταβάλει σε κάτι δικό της στο τώρα. Αυτή είναι πρακτικά η θεωρητική διαδικασία που περιγράψαμε παραπάνω.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι αυτά τα πράγματα δεν υπάρχουν και είναι αυταπάτη του κεφαλαίου, κάθε άλλο:οι βόμβες του ουκρανικού στρατού στην ανατολική Ουκρανία, οι Ρώσοι παραστρατιωτικοί στο Ντόνμπας και την Κριμαία και οι βόμβες του Ισραήλ στην Παλαιστίνη είναι-προφανώς και δυστυχώς- αληθινές. Το ζήτημα είναι ότι το ιδιαίτερο περιεχόμενο της κάθε περίπτωσης πρέπει να αναλύεται στις ιδιαιτερότητες του, και στις συνθήκες που του αναλογούν και όχι σε a priorι σχήματα αλλιώς μπορεί να οδηγηθούμε σε σημαντικές παρανοήσεις που θέτουν το κομμουνιστικό πρόταγμα σε κίνδυνο και μας θολώνουν να νερά για τις “προθέσεις του τέρατος”. Αυτό σημαίνει ότι το Μαϊντάν και το αντιΜαϊντάν σαν αντιφατικές διαδικασίες πρέπει να κριθούν όχι από τα σημαιάκια τους(μόνο) αλλά από τις ιδιαίτερες κοινωνικές σχέσεις που τα παρήγαγαν και που παρήγαγαν τα ίδια, από τον τρόπο που λειτούργησαν και λειτουργούν, από τα όρια που συνάντησαν κτλ. Μέσα σε όλα αυτά πάει προφανώς και το ζήτημα του συμβολισμού, δηλαδή το γιατί αυτές οι κοινωνικές σχέσεις χρησιμοποίησαν αυτούς τους ιστορικούς συμβολισμούς, τι αναφορές βρήκαν σε αυτούς από τον εαυτό τους και τι νοήματα πέρασαν μέσω αυτών. Όμως η λογική σειρά ανάλυσης είναι από τις κοινωνικές σχέσεις προς τα “σημαιάκια” όχι το αντίστροφο. Εδώ αναδύεται πάλι το ζήτημα της συνάντησης: γιατί και κατά πόσο οι εργάτες της δυτικής Ουκρανίας συναντήθηκαν με την διήγηση του Μπαντέρα και γιατί και κατά πόσο οι εργάτες της ανατολής συναντήθηκαν με το μύθο της μεγάλης Ρωσίας του τσάρου, της ΕΣΣΔ και του “αντιφασισμού” κτλ, τι προβάλλουν από το «τωρα τους» σε αυτές τις διηγήσεις;. Αυτό είναι το καίριο ερώτημα το οποίο όμως για να απαντηθεί, όπως προείπαμε προϋποθέτει μια άλλη ανάλυση. Και από εδώ περνάμε στο επόμενο σημαντικό ζήτημα.

Φασισμός και Δημοκρατία στο Ουκρανικό ζήτημα.

α.Η νέα εθνοποιητική διαδικασία στην Ουκρανία.

Υπό την έννοια της συνάντησης όπως περιγράφηκε παραπάνω, όσοι συναντήθηκαν εκεί με τους φασίστες δεν ήταν φασίστες από την άλλη όμως δεν ήταν ξένοι ως προς το φασισμό ή τους φασίστες. Αυτό σημαίνει ότι τόσο στο Μαϊντάν όσο και στο αντιΜαϊντάν κατά τη διάρκεια των γεγονότων, ο κόσμος στις πλατείες και τους δρόμους δημιούργησε μια εκ νέου, ιδιαίτερη ιστορικά σχέση με τους φασίστες, η οποία δεν ήταν η άμεση πειθάρχηση της εργατικής τάξης(καθώς αυτή ήταν ανύπαρκτη ως υποκείμενο), αλλά πρωτίστως η δημοκρατικότητα και η εθνογένεση: και το Ντόνμπας και το Μαϊντάν ήταν διαδικασίες ανασυγκρότησης και δημιουργίας νέων κοινωνικών σχηματισμών και ταυτοτήτων, διαδικασίες που αναδύθηκαν από την αντίφαση του Ουκρανικού κράτους, διαδικασίες που συγκρότησαν νέα κράτη ή «νέες» αστικές κοινωνίες. Αυτό έγινε καθώς κατά τα γεγονότα τα συστατικά μέρη της αστικής κοινωνίας και στις δύο πλευρές ήταν σε ενότητα, όχι σε ρήξη στην προσπάθεια τους να αντισταθούν και να επιλύσουν από τα κάτω μόνα τους την αντίφαση του Ουκρανικού κράτους η οποία γιγαντώθηκε στα πλαίσια της διεθνούς κρίσης. Η «νίκη» ή η σχετική νίκη (στην περίπτωση του αντιΜαϊντάν) συνεπάγεται από τη μία την ολοκλήρωση αυτής της «συνάντησης» και την επίτευξη μιας νέας ισορροπίας της αστικής κοινωνίας. Στην περίπτωση της Ουκρανίας αυτή η νέα ισορροπία σήμαινε και την επίλυση της αντίφασης του Ουκρανικού κράτους-επίλυση αμοιβαία από το Μαϊντάν και το αντιΜαϊντάν- και μετά την απομαζικοποίηση των κινημάτων αυτών και την εμφάνιση πλέον των εσωτερικών τους αντιφάσεων. Αυτή η «εθνογένεση» ήταν η τελική αμοιβαία μορφή που πήρε η καπιταλιστική αναδιάρθρωση στη περιοχή .Η πειθάρχηση της όποιας, όσο μικρής και αν ήταν, “εργατικής τάξης” ήρθε όπως ήταν φυσικό, αμέσως μετά, όπως σε κάθε εθνογενετική διαδικασία, για να μπορέσει ο κοινωνικός αυτός σχηματισμός να λειτουργήσει καπιταλιστικά[6]. Μετά την επιτυχημένη καπιταλιστική του [ανα]συγκρότηση αυτή η κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει δημοκρατικά, όπως και έγινε στην Ουκρανία, και όπως γίνεται χρόνια στη Ρωσία, τα αστικά υποκείμενα είναι-σε σχετική πάντα- ενότητα.

β.Ταξική πάλη και δημοκρατία

Επομένως είναι όλα ζητήματα ταξικής πάλης. Και τι σχέση έχει με όλα αυτά η δημοκρατία και ο φασισμός; Η συζήτηση είναι πολύ μεγάλη και έχει τεράστιες πολιτικές προεκτάσεις σε επίπεδο τακτικής, κριτικής θέσης κτλ. Και αυτή η συζήτηση δεν έχει να κάνει μόνο με την Ουκρανία, αλλά και με την Ελλάδα. Η συζήτηση λοιπόν έχει να κάνει με το τι είναι η δημοκρατία και τι ο φασισμός. Συνήθως αυτά τα δύο ερμηνεύονται, κυρίως από την αριστερά, ως αντίθετα, τα οποία αξιακά αντιπαραβάλλονται ως ενσαρκώσεις συστημάτων ταξικών συμφερόντων: η δημοκρατία ενσαρκώνει την χειραφέτηση των εργαζόμενων, ο φασισμός την απόλυτη επικράτηση του κεφαλαίου. Αρχικά αυτό είναι λάθος από τη ρίζα του, καθώς, ενώ όντως μέσα στη δυναμική της σχέσης κεφάλαιο αναπτύσσεται η ένταση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, αυτά δεν είναι ανεξάρτητα πράγματα για να μπορούν να αντιπαρατεθούν απόλυτα. Από αυτό ακριβώς το σημείο ξεπηδούν και οι αξεπέραστες αντιφάσεις του καιρού μας. Εδώ δεν θέλουμε να κάνουμε μια ιδεαλιστική ανάλυση που να λέει ότι ακόμα και σε μια τέλεια δημοκρατία το προλεταριάτο είναι θύμα εκμετάλλευσης(που ισχύει) αλλά να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Αυτό το οποίο θέλουμε να πούμε είναι ότι η δημοκρατία και ο φασισμός δεν είναι πράγματα που αντιπαραθέτονται αλλά αναγκαίες μορφές το ένα του άλλου για την διαιώνιση της αστικής κοινωνίας και της σχέσης κεφάλαιο. Είναι μορφές διαχείρισης του τρόπου παραγωγής γύρω από τον οποίο οργανώνεται η κοινωνία και δεν πρέπει να συγχέονται με τον τρόπο παραγωγής. Με βάση την δυναμική της καπιταλιστικής ολότητας, αυτού του τρόπου παραγωγής που επιβάλλεται σαν αφηρημένη κοινωνική δύναμη στους παραγωγικούς συντελεστές του και τους υπάγει, και που τελικά γίνεται βάρος για τον ίδιο του τον εαυτό, στα πλαίσια αυτής της δυναμικής όπου εντείνεται και η αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, τα άτομα της καπιταλιστικής κοινωνίας αναπτύσσουν συγκεκριμένες πρακτικές, και συγκροτούνται ως συγκεκριμένα υποκείμενα δια της αλληλοπαραγωγής και ταυτόχρονα αντίθεσης τους. Όπως πολύ σωστά έχουν παρατηρήσει οι ΤC: σε κάθε συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου αντιστοιχεί μια συγκεκριμένη κοινωνία και το αντίστροφο. Σε μια κοινωνία κεφαλαίου εύρυθμη, πειθαρχημένη, και εξατομικευμένη αντιστοιχεί μια κοινωνία ατόμων, μια κοινωνία όπου όπως έλεγε και ο Μαρξ-“οι ελευθερίες μου ξεκινούν εκεί που τελειώνουν του άλλου, αυτή η ελευθερία απομακρύνει τα άτομα, ο άλλος γίνεται απειλή για την ελευθερία μου” δηλαδή μια δημοκρατική κοινωνία. Από την άλλη σε μια κοινωνία κεφαλαίου που η ένταση και η αντίθεση ανεβαίνει και ο κόσμος σχηματίζει τάξεις, ως συλλογικά αποφετιχοποιητικά σώματα, σε αυτή την κοινωνία, για να παραμείνει κοινωνία κεφαλαίου αντιστοιχεί ο φασισμός, ή μια κάποια μορφή απολυταρχικού κράτους, η οποία είναι ικανή να επιβάλει “συλλογική θέληση” ή “συλλογική τιμωρία” σε μια κοινωνία που οργανώνεται συλλογικά ξεπερνώντας τους κοινωνικούς(και όχι μόνο ιδεολογικούς όπως έλεγε o Gramsi) διαχωρισμούς της. Εκεί η δύναμη αυτών των αντιθέσεων αναγκάζει το κράτος και ένα μέρος του κεφαλαίου να πάρουν την “αποκλειστικότητα” της εξουσίας στα χέρια τους. Οπότε φασισμός και δημοκρατία είναι αναγκαία συμπληρώματα το ένα του άλλου στα πλαίσια της δυναμικής του κεφαλαίου και δεν μπορούν να αντιπαραβάλλονται. Μέχρι εδώ νομίζω όλα είναι καλά. Το ερώτημα παραμένει: τι γίνεται σήμερα και τι έγινε στην Ουκρανία;

Η ρευστοποίηση της εργατικής τάξης ρευστροποιεί και τις μορφές κυριαρχίας και πειθάρχησης σε αυτή. Η ακραία εξατομίκευση των κοινωνικών σχέσεων στις Ευρωπαϊκές χώρες και η- μέχρι στιγμής τουλάχιστον- απουσία εργατικής τάξης ως συλλογικού σώματος ενάντια στο κεφάλαιο, δημιουργεί μια πολιτική αντιστοιχία προφανώς ως προς το δημοκρατικό πολίτευμα: η κοινωνία γίνεται όλο και πιο πολύ μια κοινωνία αφηρημένων σχέσεων και ατομικών λύσεων, όσο και αν αποτυγχάνουν στη πλειοψηφία τους αυτά τα άτομα να αγγίξουν ένα “κάποιο όνειρο” και πρότυπο ζωής στα παρόντα μέσα συσσώρευσης καθώς αυτή η “αποτυχία” και η υποτίμηση αντισταθμίζονται από τον ανταγωνισμό, την ατομικότητα την απατηλή αντίληψη του “άμα μπορώ όλα είναι δυνατά”. Έτσι το κεφάλαιο δημιουργεί από την εκπαίδευση μέχρι τους χώρους εργασίας μια τεράστια κλίμακα πολλών εξατομικευμένων ταχυτήτων, οι οποίες στα πλαίσια του γενικού κεφαλαίου είναι αν και ατομικές, άμεσα εξαρτημένες. Σε μια τέτοια κοινωνία ο καθένας αποφασίζει για τον εαυτό του και ταυτόχρονα λαμβάνει υπόψιν του τις γενικές συνθήκες και τη δυναμική της “κοινωνίας” που ζει και από τις οποίες η ιδιωτικότητα του είναι άμεσα εξαρτημένη. Αυτό είναι το πρότυπο των κοινωνικών σχέσεων μιας δημοκρατίας, είναι όταν οτιδήποτε συλλογικό μπορεί να αποτυπωθεί και να ειπωθεί μόνο με όρους αφηρημένους. Οι τρόποι πειθάρχησης γίνονται πλέον και αυτοί διάχυτοι και είναι αυτοί της δημοκρατικής διαχείρισης.

Από την άλλη όμως σε αυτή τη συγκυρία υπάρχει και μια άλλη παράμετρος η οποία την συμπληρώνει: Έχουμε καπιταλιστική κρίση και αναδιάρθρωση. Και η καπιταλιστική αναδιάρθρωση η οποία ξεκινάει από αφηρημένες σχέσεις και καταλήγει ή θέλει να πάει σε πιο αφηρημένες έστω και με αφηρημένους όρους θα προκαλέσει αντίδραση-λαμπρό παράδειγμα αυτού οι “πλατείες”. Και όπως κάθε αντίδραση, χρειάζεται την καταστολή της. Στα κατασταλτικά σώματα, αναπαράγονται de facto διηγήσεις περί έθνους, περί “κατώτερων” και περί λοιπών διαχωρισμών. Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργούν αυτά τα σώματα. Οπότε αυτός ο χώρος ήταν ανέκαθεν το φυτώριο αλλά και το καταφύγιο λιγότερο ή περισσότερο φασιστών και εθνικιστών. Γιαυτό και οι φασίστες στην Ελλάδα αλλά και στην Ουκρανία βρήκαν καταφύγιο εκεί. Το ζήτημα είναι ότι έχουν να καταστείλουν μια κοινωνία που αντιδρά αλλά που δεν έχει συλλογικά ταξικά αντανακλαστικά, μια κοινωνία που δεν πολώνεται σε επίπεδο των πόλων που την συγκροτούν αλλά σε επίπεδο αφαιρέσεων και αφηρημένων ρόλων. Έτσι ενώ τους αντιστοιχεί όντως ένας ρόλος στη καταστολή με όλες τις φασιστικές διηγήσεις που αυτή περιέχει, αυτή υπάγεται στη δημοκρατική διαχείριση γιατί έχει να καταστείλει μια αντίδραση αφηρημένων υποκειμένων, μια αντίδραση υποκειμένων που αντιστοιχούν-παρά την αντίδραση τους- σε δημοκρατική διαχείριση, καθώς παραμένουν-και γιαυτό παλεύουν άλλωστε- αφηρημένα ατομικά υποκείμενα που με την αντίληψη που έχουν για τον εαυτό τους, και τις υλικές συνθήκες ζωής τους, αναπαράγουν την δημοκρατία και το κεφάλαιο ως κατάλληλες μορφές διαχείρισης για αυτούς. Αποτελούν οι ίδιοι μορφή αναδιάρθρωσης[πχ Μπαλότναγια ή τα πλένουμς της Βοσνίας]. Έτσι ενώ είναι αναγκαία μια ένταση της καταστολής δεν υπάρχει στρατηγική ανάγκη ούτε προκύπτει η διαλεκτική κοινωνική διαδικασία [συσπείρωση της αστικής τάξης, πόλωση κτλ] μέσα από αυτή η σύγκρουση για αλλαγή στη μορφή του κράτους. Γιαυτό και στην Ουκρανία αλλά και στην Ελλάδα οι φασίστες έγιναν η πρώτη γραμμή καταστολής-μέσα και έξω από τα σώματα ασφαλείας- υπαγμένοι όμως μέσα σε μια δημοκρατική διαχείριση. Αυτή η ειδική υπαγωγή του φαινομένου του φασισμού στην δημοκρατική διαχείριση στην Ουκρανία, στη Ρωσία και σε διάφορες χώρες που παίρνει τη μορφή κυρίως ένταξης συντηρητικών και φασιστών στα σώματα ασφαλείας, προκύπτει και από την κεντρική αντίφαση του καιρού μας. Ενώ όπως και παλαιότερα φασισμός και δημοκρατία αποτελούσαν εναλλακτικές μορφές διαχείρισης του κεφαλαίου, με κυρίως χρονική εναλλαγή, γιατί και οι διακυμάνσεις της ταξικής πάλης ήταν χρονικά διαχωρισμένες( πχ είχες δικτατορίες σε διάφορες χώρες από τότε μέχρι τότε… κτλ) σήμερα με την ρευστοποίηση των κοινωνικών σχέσεων και διαχωρισμών, ενώ το γενικό πλαίσιο παραμένει δημοκρατικό ως ενότητα των αστικών υποκειμένων, όπου προκύπτει ένταση στον κοινωνικό ιστό, η δημοκρατία χρησιμοποιεί τους φασίστες σε διάφορους χωροχρόνους και σφαίρες της κοινωνικής ζωής, παράλληλα με τη γενικότερη δημοκρατική διαχείριση. Έτσι η εναλλαγή των μορφών διαχείρισης γίνεται όχι χρονικά και συνολικά, αλλά ανάλογα την κοινωνική σχέση, την πειθάρχηση που πρέπει να επιβληθεί κτλ. Αυτή είναι μια διαδικασία παράλληλη και υπαγμένη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο δημοκρατικότητας. Αυτό ακριβώς είναι η Ελλάδα, η δυτική Ουκρανία μετά το Μαϊντάν, και η Ρωσία εδώ και αρκετά χρόνια.

Η δημοκρατία είναι ένα κενό σημαίνων, άνευ περιεχομένου. Ότι αγαπήσαμε στη δημοκρατία τόσα χρόνια ήταν επίκτητα χαρακτηριστικά που αποτυπώθηκαν και αναγκάστηκαν να ενσωματωθούν σε αυτή από την ταξική πάλη και από δεκαετίες αγώνων. Τη δημοκρατία την νοηματοδοτεί η ταξική πάλη, η δύναμη μεταξύ των δύο πόλων του κεφαλαίου στο βαθμό που δεν ξεπερνούν τις ταξικές τους οριοθετήσεις και διαχωρισμούς. Τι είναι η σημερινή Ρωσία και Ουκρανία λοιπόν; Είναι το πως δείχνει η δημοκρατία απογυμνωμένη από την ταξική πάλη και βυθισμένη σε μια θάλασσα ρευστοποιημένων και εξατομικευμένων σχέσεων. Για να το πούμε πιο σύντομα, η κριτική που λέει για υπαγωγή του φασιστικού φαινομένου στη δημοκρατία δεν έχει σαν σκοπό να ρίξει στα μαλακά στους φασίστες, αλλά να πει το αυτονόητο, ότι η δημοκρατία και φασισμός δεν αντιπαραβάλλονται αλλά είναι εναλλακτικές το ένα του άλλου. Έχει επίσης σκοπό να δείξει τον ειδικό χαρακτήρα με τον οποίο ξεδιπλώνεται η κεντρική αντίφαση του προλεταριάτου ως παραγωγικής τάξης στις μέρες μας και να τον γειώσει στη ρίζα του, στην απουσία δηλαδή ταξικής πάλης και στην εξάπλωση των αφηρημένων κοινωνικών σχέσεων. Έχει σκοπό να δείξει ότι αυτό που πρέπει να κάνουμε και να απαιτούμε είναι ταξική πάλη και όχι περαιτέρω διαχείριση των αφηρημένων μορφών, πάλη σε όλες τις μορφές της αξίας. Τέλος δεν είναι μια κριτική που έχει σκοπό να ρίξει στα μαλακά τον φασισμό- όπως νομίζουν πολλοί που έχουν ακόμα δημοκρατικές αυταπάτες- αλλά είναι μια κριτική που θέλει να ρίξει στα “σκληρά” την δημοκρατία και να δείξει ότι ως κενό σημαίνων η δημοκρατία μπορεί να έχει σαν περιεχόμενο μια άγρια ταξική κυριαρχία και υποτίμηση-η οποία αναπόφευκτα ομοιάζει στον φασισμό ή τον χρησιμοποιεί. Στις μέρες μας όπως ρευστοποιείται ο διαχωρισμός μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου έτσι ρευστοποιούνται και οι διαχωρισμοί μεταξύ των μορφών διαχείρισης της σχέσης. Αυτό είναι ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός,από την πλευρά της Ουκρανίας-κάτι που το βίωσαν άμεσα μετά το Μαϊντάν, και κάτι που θα το βιώσουν σύντομα και στην ανατολική Ουκρανία ή στην Κριμαία.

Ιμπεριαλισμός, Αντιμπεριαλισμός και το Ουκρανικό ζήτημα.

Όπως ήταν φυσικό το ζήτημα της Ουκρανίας και του Ντόνμπας έφερε στην επικαιρότητα γνωστά αναλυτικά μοτίβα του διεθνούς αριστερού κινήματος. Τα κυριότερα από αυτά ήταν ο αντιιμπεριαλισμος και ο αντιφασισμός. Εδώ θα μιλήσουμε κυρίως για το πρώτο. Η θεώρηση και η ανάλυση του πολέμου πρέπει να γίνει στα πλαίσια της διεθνούς κρίσης, και των Ουκρανικών ιδιαιτεροτήτων, δηλαδή στα πλαίσια της γενικής καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Η αντιιμπεριαλιστική κριτική βρήκε ξανά ένα προνομιακό πεδίο κριτικής μετά την έναρξη της Ουκρανικής κρίσης. Και όχι τυχαία, καθώς η Ουκρανία είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα ιμπεριαλισμού. Το πρόβλημα είναι ότι η παραδοσιακή κριτική του ιμπεριαλισμού, έτσι όπως διαμορφώθηκε από την ερμηνεία του Λένιν αλλά και την ακαδημία επιστημών της ΕΣΣΔ, όχι απλά δεν είναι προνομιακή και χρήσιμη σήμερα, αλλά για μία σειρά από λόγους μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα και παραπλανητικά συμπεράσματα. Η κλασσική αντιιμπεριαλιστική θεωρεία όπως προέκυψε από τον Λένιν, αν και είχε σκοπό να οξύνει τις αντιφάσεις του κεφαλαίου προκαλώντας κρίση στις «αποικίες» δεν μπορεί να λειτουργήσει .Ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας, όσο αναγκαίος και αν ήταν στην εποχή του, λειτούργησε ως χειραφέτηση των καπιταλιστικών υποκειμένων και ως δημιουργία νέων κρατικών καπιταλιστικών σχηματισμών. Τα αποικιακά κράτη όντως καταστράφηκαν, αλλά δεν καταστράφηκαν τα κράτη γενικά. Αντίθετα αυτοί οι νέοι σχηματισμοί με τη σειρά τους άσκησαν πειθάρχηση στο προλεταριάτο τους, και βρήκαν τη θέση τους μέσα στην παγκόσμια συσσώρευση του κεφαλαίου, με την δική τους τοπική αστική τάξη κτλ. Βέβαια η θεωρεία του αντιιμπεριαλισμού έχει όντως εσωτερική συνοχή αν συνδυαστεί με μια άποψη που α)θέλει το κράτος ουδέτερο εργαλείο στα χέρια των τάξεων, και  πιθανό εργαλείο για τη χειραφέτηση τους καθώς δεν βλέπει τίποτα το αρνητικό στο σχηματισμό νέων κρατών. Αν όμως το κράτος ιδωθεί ως αστικό, όχι από την κυβερνητική του πολιτική αλλά από τον τρόπο που οργανικά αλληλεπιδρά με την κοινωνία συνολικά, τον τρόπο που νομιμοποιείται και αναπαράγεται, και κυρίως ως μια συνολική αντιπροσώπευση της δυναμικής της αστικής κοινωνίας τότε τα πράγματα αλλάζουν. Επακόλουθα β) η αντιιμπεριαλιστική κριτική υποθέτει ότι όχι μόνο ένα κράτος μπορεί να λειτουργήσει ως χειραφέτηση της εργατικής τάξης αλλά και ότι ένα κράτος μπορεί να «αξιοποιηθεί οικονομικά» μόνο του χωρίς να μετάσχει στην ευρύτερη δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αντίθετα εδώ υποστηρίζουμε ότι:

α)το κράτος αναπαράγεται από την καπιταλιστική κοινωνία και την έχει ανάγκη καθώς το ίδιο δεν παράγει αξία.Συνεπώς το κράτος αποτελεί την πολιτική μορφή που παίρνουν οι κοινωνικές σχέσεις στην αστική κοινωνία, μια κοινωνία χρήματος. Αυτό το κράτος είναι το μόνο που μπορεί να υπάρξει, το εργατικό κράτος είναι απλά μια εκδοχή του.

β)το κράτος αναδύεται ως αναγκαιότητα στην καπιταλιστική κοινωνία, ως αναγκαία κοινωνική διαμεσολάβηση για τον έλεγχο και ταυτόχρονα την αναπαραγωγή των αφηρημένων κοινωνικών σχέσεων της αξίας. Χωρίς το κράτος δεν θα μπορούσε να υπάρξει αποτελεσματική αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, διαχείριση των συγκρούσεων κτλ. Πέρα από αυτό όμως το κράτος δεν επιλύει απλά τα κοινωνικά προβλήματα του κεφαλαίου. Αποτελεί το ίδιο προϊόν και μορφή των αφηρημένων κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό, είναι η μοναδική πολιτική μορφή που αποκτούν οι κοινωνικές σχέσεις στον καπιταλισμό, καθώς ως συγκεκριμένες και ατομικές σφαίρες, μπορούν να συσχετιστούν κοινωνικά μόνο σε αφηρημένο επίπεδο. Αυτή είναι η μορφή του νομικού και πολιτικού συστήματος. Το νομικό και πολιτικό σύστημα λοιπόν αποτελεί προϋπόθεση και ταυτόχρονα προϋποθέτει το κεφάλαιο, είναι η πολιτική μορφή που παίρνει η κοινωνία ως κοινωνία φορέων αξίας, ως ατόμων. Τα ίδια τα άτομα “κατασκευάζουν” έμμεσα το κράτος και ταυτόχρονα κατασκευάζονται από αυτό καθώς εναποθέτουν την κοινωνική τους αναπαραγωγή και συνοχή σε αυτό. Συνεπώς το κράτος δεν αποτελεί αυτόνομη μορφή συνδυασμένη με το κεφάλαιο αλλά αποτελεί τη σύγχρονη πολιτική μορφή που παίρνει το κεφάλαιο. Όπως ακριβώς ο Μάρξ εξηγούσε ότι για την παραγωγή του εμπορεύματος σε μια επιχείρηση, χρειάζεται συλλογική εργασία, η οποία πέρα από το ιδιαίτερο αντικείμενο της, στο κεφάλαιο σαν κοινωνική δύναμη εμφανίζεται αδιαφοροποίητη όσο παράγει (υπέρ) αξία. Μέσα σε αυτές τις διαφοροποιήσεις του καταμερισμού εργασίας εμφανίζονται διευθυντικά και διαχειριστικά πόστα, έτσι και το κράτος αποτελεί την αδιαφοροποίητη(αφηρημένη πλέον) μορφή που παίρνει η διαχείριση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου ως κοινωνικής δύναμης. Γίνεται ο συλλογικός καπιταλιστής. Είναι δηλαδή η πολιτική μορφή που παίρνει η παραγωγή της υπεραξίας συνολικά κοινωνικά και όχι ουδέτερη μορφή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος “αντιγράφει” την οικονομική βάση του. Εδώ δεν μιλάμε για εξέλιξη των παραγωγικών και οικονομικών δυνάμεων, αλλά για μια διαδικασία που “συμβαίνει πίσω από τις πλάτες μας” για μια δυναμική που γίνεται τελικά βάρος στον εαυτό της και ταυτόχρονα αυτός είναι ο τρόπος που αναπαράγεται. Το κράτος δεν αντιγράφει το κεφάλαιο, ούτε το κεφάλαιο ελέγχεται από το κράτος. Είναι ένα και το αυτό, αποτελούν τις διαφορετικές μορφές που παίρνει η ίδια κοινωνική διαμεσολάβηση, το ένα είναι αναγκαία λειτουργική προϋπόθεση του άλλου. Οι κοινωνικές εντάσεις στις οποίες το κράτος παρεμβαίνει είναι οι ταξικές αντιθέσεις και αντιφάσεις τις οποίες η ίδια η δυναμική του καπιταλισμού πυροδοτεί και αναπαράγει αλλά και αναπαράγεται-εν μέρει- από αυτές. Συνεπώς μιλάμε για την «λογική» των κοινωνικών σχέσεων του κράτους και όχι για τις ιδιαίτερες πολιτικές του, οι οποίες είναι προϊόν εσωτερικά των ανταγωνισμών της αστικής κοινωνίας.

Συνεπώς η αντιιμπεριαλιστική πολιτική παραβλέποντας- ξανά- ότι ο καπιταλισμός είναι δυναμικό φαινόμενο, και όχι σταθερό, προτείνοντας την χειραφέτηση του προλεταριάτου πρώτα εθνικά, ενάντια στην “μητρόπολη” γίνεται σύμμαχος μιας κοντινής ή μακρινής στο μέλλον, πολικής οικονομίας του κράτους, μιας εθνικής ιδέας, μιας περαιτέρω χειραφέτησης των αστικών υποκειμένων ως τέτοια, που αργά ή γρήγορα θα συγκρουστούν ταξικά μέσα στον σχηματισμό τους. Ξεχνά επίσης ότι όπως το κεφάλαιο είναι ο αφηρημένος συσχετισμός συγκεκριμένων εργασιών, μια σχέση αναγκαία δύο κατευθύνσεων-κοινωνική και ιδιωτική ταυτόχρονα, έτσι και η καπιταλιστική ολότητα σε διεθνές επίπεδο, αναπαράγεται ως ο συσχετισμός εθνικών καπιταλιστικών κρατικών διαχωρισμών. Με άλλα λόγια ο εθνικός διαχωρισμός και το ισχυρό έθνος κράτος δεν αντιπαραβάλλεται στον διεθνοποιημένο καπιταλισμό αλλά με αντιφατικό τρόπο αποτελούν πεδίο αναπαραγωγής του, όπως και ο συσχετισμός κοινωνικών κεφαλαίων στο ευρύτερο διεθνές πεδίο, στην «ολότητα», αποτελεί τον τρόπο και το πεδίο αναπαραγωγής του κράτους σαν διαχωρισμό. Συνεπώς δεν θα μπορούσε η «εθνικοαπελευθερωτική» προοπτική να αντιπαρατεθεί με τον διεθνή καπιταλισμό, καθώς αυτή αποτελεί κομμάτι του. Ξαναγυρνάμε συνεπώς στην ταξική πάλη ως αναγκαιότητα, ως αναπόφευκτο γεγονός, αλλά και ως κεντρική έκφραση της αντίφασης του κεφαλαίου. Αφού το κράτος αποτελεί μορφή και αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης γιατί να το υπερασπιστούμε, αφού θα οδηγήσει πάλι στην αναπαραγωγή της ταξικής πάλης; Γιατί να μην μιλήσουμε εξ αρχής για αυτήν σαν αναγκαιότητα;

Ο καπιταλισμός ως ευρύτερη δυναμική και όχι ως μεμονωμένη επιχείρηση φτάνει όντως σε ένα σημείο που δεν μπορεί να αγοράσει και να πουλήσει σε ικανοποιητικές τιμές, γίνεται βάρος στον εαυτό του και γιαυτό αναδιαρθρώνεται(κρίση) .Από τη στιγμή που ένα κράτος αναγκαία μετέχει και είναι κομμάτι αυτής της γενικής καπιταλιστικής δυναμικής, που είναι η γενική παγκόσμια διαπλοκή των γενικών κοινωνικών κεφαλαίων σε περιφέρειες συσσώρευσης με βάση τους νόμους της καπιταλιστικής δυναμικής(δυναμική του χρήματος, της σύνθεσης κεφαλαίου, του ανταγωνισμού κτλ). Κάθε κράτος ως μορφή του κοινωνικού κεφαλαίου, για να αξιοποιηθεί έχει μεθόδους και στρατηγικές που το συνδέουν και ταυτόχρονα διαχειρίζονται (στο βαθμό δυνατοτήτων του, που έχει να κάνει με τις εσωτερικές ταξικές του αντιφάσεις) τις εξωτερικές κι εσωτερικές συνθήκες αξιοποίησης του: καταστολή και πειθάρχηση της εργασίας, εμπορικοί πόλεμοι, δασμοί, στρατιωτικοί πόλεμοι, ο κατάλογος είναι μακρύς. Αυτή η ιδιότητα του κράτους δεν έχει να κάνει με την υποτιθέμενη «μονοπωλιακή» του φάση αλλά με την ίδια τη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου σε γενικό επίπεδο, στο επίπεδο του γενικού κοινωνικού κεφαλαίου η οποία υπάγεται σε φετιχοποιημένους, άρρητους νόμους, σε μια δυναμική πίσω από την πλάτη μας. Αυτές οι συνθήκες και οι αιτίες είναι διεθνείς και γενικές. Αυτές οι διαδικασίες προκύπτουν ως αναγκαιότητα να διαχειριστεί το κράτος της γενικές συνθήκες αξιοποίησης του κοινωνικού κεφαλαίου του που ακριβώς λόγω όσων εξηγήσαμε παραπάνω ως συνθήκες ή παράγοντες που το επηρεάζουν ξεπερνούν τα σύνορα του. Μια σημαντική τέτοια συνθήκη είναι η αμοιβαία έλξη(ή αποκλεισμός) που εμφανίζεται μεταξύ κοινωνικών κεφαλαίων με παρόμοιο(ή πολύ διαφορετικό) μέσο ποσοστό κέρδους, σύνθεσή κεφαλαίων κτλ, η τάση δηλαδή να ενταχθεί και να συσχετιστεί κάθε κοινωνικό κεφάλαιο σε μια περιφέρεια συσσώρευσης εντός της οποίας μπορεί να αναπαραχθεί,(η τάση δηλαδή το κράτος να ακολουθήσει μια τέτοια πολιτική και διεθνή στρατηγική). Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο: κάθε ατομικό κεφάλαιο μετέχει σε ένα κλάδο γενικού ποσοστού κέρδους, και τελικά αυτή η αλληλοδιαπλοκή σχηματίζει ένα μέσο ποσοστό στο κοινωνικό κεφάλαιο. Επακόλουθα κατά ανάλογο τρόπο συμβαίνει και έξω από τη χώρα, τα κοινωνικά κεφάλαια εμπλέκονται και σχηματίζουν περιφέρειες συσσώρευσης με μέσο ποσοστό κέρδους, σύνθεση κεφαλαίου κτλ. συγκροτώντας έτσι το πεδίο της παγκόσμιας εμπορευματικής παραγωγής και της δυναμική της, στην οποία μετέχουν όλα τα κράτη ως «οικονομικές μονάδες» κοινωνικού κεφαλαίου. Ένα τέτοιο φαινόμενο υπήρχε και στην Ουκρανία. Ο πόλεμος εκεί είναι μια από τις (συγκρουσιακές πλέον αλλά αμοιβαίες σε ευρύτερο πλαίσιο) μορφές που παίρνει η γενική καπιταλιστική αναδιάρθρωση ως επανακαθορισμός συνόρων, περιφερειών συσσώρευσης κτλ, ως αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής ευρύτερης δυναμικής σε επίπεδο εθνών κρατών(τα οποία είναι αναπόσπαστη όψη του), ως αμοιβαία έλξη ή αποκλεισμός των κοινωνικών κεφαλαίων στην ευρύτερη καπιταλιστική δυναμική, και τελικά ως διαμόρφωση νέων ισορροπιών και περιφερειών συσσώρευσης εντός αυτής της δυναμικής. Με άλλα λόγια κυρίως η περίπτωση της Ουκρανίας είναι ένοπλη περιφερειοποίηση και επίλυση της αντίφασης του Ουκρανικού κράτους ανάμεσα σε δύο αλληλοαποκλειόμενες καπιταλιστικές περιφέρειες συσσώρευσης. Δεν ήταν το άνοιγμα των συνόρων μονομερώς για το Ευρωπαϊκό κεφάλαιο που θέλει να «ελέγξει» την Ουκρανία αλλά και για μέρος του Ουκρανικού κοινωνικού κεφαλαίου που ήθελε να ενταχθεί στη δυτική περιφέρεια συσσώρευσης. Αντίστοιχα και για την ανατολή: Συνεπώς η Ουκρανία δεν είναι ένα «άδειο χωράφι» που ανταγωνίζεται ο δυτικός και ο ανατολικός ιμπεριαλισμός όπως μας τα παρουσιάζει(στην καλύτερη) η αντιιμπεριαλιστική κριτική, αλλά αντίθετα η σύγκρουση είναι ένοπλη μορφή που πήρε η καπιταλιστική αναδιάρθρωση εκεί, η περιφερειοποίηση , η οποία είναι αμοιβαία τόσο για την ΕΕ, την Ουκρανία και τη Ρωσική περιφέρεια συσσώρευσης. Αυτό συμβαίνει όπως προείπαμε λόγω της αναγκαίας διαδικασίας που παίρνει η αξιοποίηση του κεφαλαίου, η οποία πάντα είναι σε σχέση με άλλα κεφάλαια, και πάντα εντάσσεται και σχηματίζει ευρύτερες δυναμικές, και σε τελική ανάλυση έχει να κάνει με την ίδια τη δυναμική ροή του χρήματος, την αναγκαιότητα του να μεγιστοποιείται, να κυλά εκεί που υπάρχει μεγαλύτερη παραγωγικότητα και πειθάρχηση της εργασίας κτλ κτλ. Συνεπώς ακόμα και αν δεχτούμε την ύπαρξη μονοπωλίων αυτά δεν δρουν αυτοβούλως και ανεξάρτητα αλλά στα πλαίσια της δυναμικής του ευρύτερου καπιταλισμού και των νόμων του, τους οποίους  δεν μπορούν καταργήσουν, οι καπιταλιστές δεν είναι αυτόνομα υποκείμενα αλλά προσωποποιήσεις αυτής της δυναμικής.

Τα άρρητα αποτελέσματα της αντιιμπεριαλιστικής λογικής.

Συνεπώς η κουβέντα γυρίζει ξανά και ξανά με εκνευριστική συνέπεια στην ταξική πάλη και στο τι κάνουμε με αυτή, και κυρίως στην ταξική πάλη, ως άρνηση της τάξης, όχι ως χειραφέτηση της, ως άρνηση της υποκατηγορίας του κεφαλαίου. Αν ο ιμπεριαλισμός και ο πόλεμος, κυρίως στην περίπτωση της Ουκρανίας είναι η αμοιβαία έλξη(ή αποκλεισμός) των κοινωνικών κεφαλαίων στα πλαίσια της καπιταλιστικής ολότητας, είναι η αμοιβαία ένοπλη μορφή που παίρνει η περιφερειοποίηση και η αναδιάρθρωση  ως αναγκαίος επανακαθορισμός του τρόπου αλληλοδιαπλοκής των επιμέρους κοινωνικών κεφαλαίων. Τότε δεν έχει νόημα να μιλάμε για αντιιμπεριαλισμό, για το αν θα πλαγιάσουμε με τη μία ή την άλλη πλευρά της σύγκρουσης, καθώς εδώ δεν υπάρχει το διακύβευμα της “κρίσης” στις μητροπόλεις και τις όξυνσης των αντιφάσεων, που οραματίστηκε ο Λένιν. Ο σημερινός πόλεμος δεν είναι πόλεμος “δημιουργίας” ή επιβολής του καπιταλισμού. Είναι ένοπλη αναδιάρθρωση του υπάρχοντος καπιταλισμού. Η αμοιβαία έλξη(ή αλληλοαποκλεισμός) των κοινωνικών κεφαλαίων, η διεθνοποίηση του καπιταλισμού και η απουσία πλέον “αποικιών” κάνουν ουσιαστικά αδύνατη τη αμιγώς αντιιμπεριαλιστική κριτική. Μια τέτοια κριτική απλά θα ιεραρχούσε τις μορφές του κεφαλαίου και αν έπαιρνε μέρος στη σύγκρουση ως τέτοια, όπως αυτή έχει παραχθεί, θα συμμετείχε απλά στη αναδιάρθρωση της μίας ή της άλλης πλευράς. Δεν είναι τυχαίο που η αντιιμπεριαλιστική κριτική αγνοεί επιδεικτικά την ταξική πάλη ως παράγοντα της ιστορίας, και θεωρεί τους σχηματισμούς και τα μονοπώλια ως ενιαίους και ομοιογενείς. Ξεχνά έτσι ότι κάθε συγκρότηση ενός νέου κράτους, κάθε χειραφέτηση ανεξαρτησίας εντός του καπιταλισμού σημαίνει ανάπτυξη, και ανάπτυξη σημαίνει πειθάρχηση και καταπίεση ενός κομματιού της εργασίας. Επίσης η αντιιμπεριαλιστική λογική ξεχνά-και εδώ μοιάζει πολύ με τον Ρικάρντο- ότι καμιά επιχείρηση, και καμία χώρα(ευρύτερο κοινωνικό κεφάλαιο) δεν “αξιοποιείται” οικονομικά «μόνη» της, αλλά χρειάζεται τον συσχετισμό της με άλλα κεφάλαια για να αξιοποιηθεί, ανάλογα με τη σύνθεση κεφαλαίου, τη πειθάρχηση της εργατικής τάξης, το μέσο ποσοστό κέρδους κτλ. Γιαυτό και είναι «αμοιβαία έλξη» στα πλαίσια αυτής της δυναμικής και των νόμων της. Το χρήμα κυλάει μεταξύ πολλών χεριών και το που πάει έχει να κάνει με τη σύνθεση του κεφαλαίου, την αποτελεσματική ένταξη σε ένα γενικό ποσοστό κέρδους. Η αξιοποίηση είναι πάντα σε άμεσο συσχετισμό με μια ευρύτερη δυναμική, με άλλα κεφάλαια κτλ. Η μόνη διέξοδος που έχει ένα κράτος από αυτό είναι να γίνει το ίδιο όσο μπορεί πιο ανταγωνιστικό(με ότι συνεπάγεται αυτό εσωτερικά ή εξωτερικά ακόμα και πόλεμο), για να αντιστρέψει τους συσχετισμούς. Δεν γίνεται ένα κράτος απλά να «απελευθερωθεί» και να συνεχίσει να αναπαράγεται και να αναπτύσσεται “μονό” του όπως δεν μπορεί να το κάνει και ένα μεμονωμένο κεφάλαιο αυτό. Η αξιοποίηση ενός κράτους συνεπάγεται την ένταξη του στην καπιταλιστική ολότητα, την άνιση επιβάρυνση της εργατικής τάξης εσωτερικά και εξωτερικά του. Δεν γίνεται να υπάρξει σοσιαλισμός σε μία χώρα, όπως δεν γίνεται να υπάρξει και επιχείρηση που δεν λειτουργεί με τους γενικούς όρους του καπιταλισμού. Οι νέοι κρατικοί σχηματισμοί λειτουργούν εσωτερικά και εσωτερικά καπιταλιστικά. Μόνο η πόλωση των συστατικών μερών της καπιταλιστικής σχέσης είναι απέναντι στο κεφάλαιο, όλα τα άλλα είναι διαλεκτικοί επανακαθορισμοί του. Η αντιιμπεριαλιστική κριτική, δεν λύνει το πρόβλημα, το ανακυκλώνει.

Δευτερευόντως το επιχείρημα και η ιεράρχηση των εθνών σε αποικιακά και κεντρικά, και η υπεράσπιση των πρώτων, δεν είναι ουσιαστικά τίποτα διαφορετικό από μια εθνικοαπελευθερωτική οπτική. Δεν έρχεται σε ρήξη με το κράτος ή το έθνος αλλά στηρίζει την αναπαραγωγή τους, και στην καλύτερη την αναδιάρθρωση τους. Αν αφαιρέσουμε τις ρατσιστικές και αντισημιτικές καμπάνες του Δεξιού τομέα , η ρητορική του δεν διαφέρει πολύ από την κλασσική αριστερή ρητορική- ενάντια στους “ολιγάρχες” τους μεγάλους καπιταλιστές, και χειραφέτηση του έθνους ως πραγματικά ανεξάρτητου και “ελεύθερου”. Επακόλουθα, μαζί με την εθνική χειραφέτηση έρχεται και η απαλλαγή από τα μονοπώλια. Τι είναι ένα χειραφετημένο έθνος- κράτος χωρίς μονοπώλια; Ακούγεται πολύ ίδιο με “ελεύθερες χώρες και υγιή ανταγωνισμό”.  Έτσι η ρητορική αυτή όχι απλά γίνεται απολογητής του «υγιούς» καπιταλισμού, αλλά το κάνει αυτό παραβλέποντας ότι α)ο καπιταλισμός είναι δυναμικό και όχι σταθερό φαινόμενο(γιαυτό συνοδεύονται με μια δημοκρατική ρητορεία) και β)διατηρεί ξανά την αυταπάτη ότι τέτοιος καπιταλισμός μπορεί να υπάρξει «ατομικά» και όχι σε αλληλοσυσχετισμό με τους ευρύτερους νόμους της καπιταλιστικής αξιοποίησης και ότι αυτή συνεπάγεται. Ίσως το επιχείρημα μου και η διατύπωση μου να είναι υπερβολικά εδώ, αλλά όχι άδικα. Τα πολιτικά συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η σύγχρονη αντιιμπεριαλιστική λογική ακόμα και άρρητα μοιάζουν τελικά πολύ με τα αστικά επιχειρήματα των πλατειών του καιρού μας. Και δεν είναι τυχαίο που η αριστερά με αυτήν ακριβώς την λογική και ρητορική κατάφερε να κολυμπήσει πολύ καλά στις πλατείες. Το πρόβλημα με τις πλατείες είναι ότι δεν είναι απλά μαζικά κινήματα πολιτών, όπως με ευκολία φαντάστηκε η αριστερά αλλά βαθιά αντιφατικές διαδικασίες. Το Μαϊντάν, ως πρότυπο ταραχών και πλατειών έδειξε αυτές τις αντιφάσεις στο μέγιστο, και τελικά κάτω από αυτές τις αντιφάσεις κατέρρευσε οριστικά το ίδιο, δίνοντας γέννα σε τέρατα όπως ο πόλεμος. Μαζί με την οριστική κατάρρευση των πλατειών, το Μαϊντάν παρέσυρε μαζί του και την αντιιμπεριαλιστική αριστερή λογική που είχε ριζώσει μέσα στις πλατείες, και που τελικά πιάστηκε από το τελευταίο κλαδί πριν το έδαφος: το Λούγκανσκ και τις Λαϊκές δημοκρατίες. Τελικά η Ρικαρδιανή αριστερά, είναι πραγματικά αστική..όχι αστεία.

Τέλος η αντιιμπεριαλιστική ανάλυση έχει το πρόβλημα του ότι είναι ξεχειλωμένη. Αναλύει κάθε μορφή πολεμικής σύγκρουσης με βάση το μονοπώλιο, ενώ είναι εμφανές ότι οι σημερινές συγκρούσεις είναι όχι μόνο πολύ διαφορετικές από το παρελθόν, αλλά και μεταξύ τους. Πχ είναι εμφανές ότι η παλαιστινιακή -ισραηλινή σύγκρουση είναι πολύ διαφορετική από την Ουκρανική. Ο εθνικισμός, ο πατριωτισμός και άλλα συντρίμμια της αστικής κοινωνίας είναι εμφανή μέσα στη αντιιμπεριαλιστική ανάλυση. Παρόλα αυτά, όλα τα προβλήματα της ανάλυσης αυτής, δεν θα πρέπει να αποδίδονται – αποκλειστικά- στον Λένιν.[7]Συνεπώς το ζήτημα δεν είναι το αν κάνουμε κριτική ή όχι στον ιμπεριαλισμό. Αλλά τι κριτική του κάνουμε. Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι η τακτική των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών ενάντια στα ασθενέστερα, αλλά η πρακτική του κεφαλαίου σαν ευρύτερη-διεθνή- κοινωνική δύναμη για να αναδιαρθρώνεται αποτελεσματικά σε διεθνές επίπεδο και να επιλύει τα προβλήματα του, εσωτερικά του κάθε κρατικού σχηματισμού. Εμείς χρειαζόμαστε κάτι πέρα από αυτό.

Επίλογος.

1. Η συμμετοχή των πολιτικών οργανώσεων στο Μαϊντάν και το ΑντιΜαϊντάν.

Σύμφωνα με στατιστική έρευνα του κέντρου ερευνών της Ουκρανίας Cedos η σύνθεση του Μαϊντάν μέχρι το Φεβρουάριο παρουσιάζει αρκετά ενδιαφέροντα σημεία. Το πρόβλημα με τη συγκεκριμένη έρευνα είναι ότι αρχικά αποτελεί αποτέλεσμα κρατικού ινστιτούτου, που σημαίνει ότι τα αποτελέσματα μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο μαγειρεμένα. Παρόλα αυτά φαίνεται να παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον και να είναι αν όχι απόλυτα αξιόπιστα, τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά .Το δεύτερο και μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι κάθε στατιστική ποσοτικοποιεί και θετικοποιεί διαδικασίες που δεν είναι, και ούτε πρέπει να είναι μετρήσιμες. Οι κοινωνικές διαδικασίες δεν είναι δυνατό να αναλυθούν ποσοτικά αλλά μόνο ως αυτό που είναι: ως διαδικασίες υποκειμένων και αντικειμένων. Κυρίως σε μια καπιταλιστική κοινωνία, μια τέτοια θετικιστική ανάλυση αποκρύπτει τον βαθιά ταξικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων και τον βαθιά αντιφατικό χαρακτήρα της ίδια της τάξης. Παρόλα αυτά το κείμενο δημοσιεύεται καθώς αν κρατήσουμε στο μυαλό μας όσα έχουν αναφερθεί μπορεί να φανεί χρήσιμο. Αυτός είναι και ο λόγος που παρατίθεται στο τέλος. Το κείμενο είναι μετάφραση από ρωσική δημοσίευση για το Μαϊντάν. Δυστυχώς ακόμα δεν έχουμε στοιχεία για το ΑντιΜαϊντάν, καθώς αποτελεί πιο ετερόκλητο φαινόμενο ενώ σημαντικό εμπόδιο είναι και ο πόλεμος. Πάντως πολλοί σύντροφοι από Ρωσία και από Ουκρανία μας διαβεβαίωσαν ότι ενώ ακόμα δεν μπορούμε να έχουμε αριθμούς, το αντιΜαϊνταν στη φάση που αφορούσε την αντίθεση του στο Μαϊντάν και την ΕΕ(και όχι την στρατιωτική σύγκρουση που ακολούθησε με τους “πολιτοφύλακες”) ήταν αρκετά μαζικό.

Ανάμεσα στις 3950 πορείες που σημειώθηκαν,οι 3235 ήταν συνδεδεμένες με το Μαϊντάν ή σε στήριξη του ίδιου, ενώ 365 χαρακτηρίζονται ως αντιΜαϊντάν(περίοδος Νοέμβριος 2013-Φεβρουάριος-2014)

Τα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων.

Ανάμεσα σε αυτούς που συμμετείχαν στο Μαϊντάν, το κόμμα που προβλήθηκε πιο πολύ από τα ΜΜΕ ήταν το ακροδεξιό Σβομπόντα. Η συμμετοχή του προβλήθηκε περίπου στο 16% Άλλα κομμάτια των διαδηλώσεων προβλήθηκαν λιγότερο. Η συμμετοχή του Μπατκίφσινα αναφέρθηκε στο 13%των περιπτώσεων, του Ουντάρ στο 10%, της δημοκρατικής συμμαχίας στο 3%και 1% στο Ριζοσπαστικό κόμμα. Ένα ακόμα 2% των διαδηλώσεων, όπως εμφανίζονται στα ΜΜΕ, περιείχε οργανισμούς και κόμματα άγνωστα και αδιευκρίνιστα. Η συμμετοχή πολιτικών, μελών πολιτικών οργανώσεων και μελών τοπικών κυβερνήσεων καταγράφεται στο 35% των διαδηλώσεων έτσι όπως περιγράφηκαν από τα ΜΜΕ. Από την άλλη, η συμμετοχή πολιτών και πολιτικών κομμάτων καταγράφεται ως έντονη στην αρχή του Μαϊντάν ( μέχρι τις 19 Ιανουαρίου) -περισσότερο από 40% – και μειώνεται ραγδαία κατά την τελευταία φάση που τα γεγονότα γίνονται πιο βίαια (πέφτοντας στο 20%).

Ανάμεσα σε αυτούς που ήταν πρωτοβουλίες, οργανώσεις κτλ αλλά όχι κόμματα, πιο προβεβλημένοι ήταν το Automaidan (6%)και ο δεξιός τομέας (6%)καθώς και της ομάδας αυτοάμυνας του Μαϊντάν (4%). Από την άλλη, συμμετοχή πρωτοβουλιών πολιτών και οργανώσεων πολιτών καταγράφηκε στο 13% των διαδηλώσεων.

Είναι σημαντικό εδώ να τονίσουμε ότι αυτά τα στοιχεία αφορούν το βαθμό στον οποίο τα ΜΜΕ έχουν κάνει ξεχωριστή αναφορά σε οργανώσεις κτλ, καθώς πολλές φορές τα ίδια άτομα περιγράφονται με γενικούς όρους ως”Ακτιβιστές του Μαϊντάν” .Στο 50% με την ίδια λογική δεν αναφέρθηκε η συμμετοχή πολιτικών οργανώσεων ή συγκεκριμένων πολικών θέσεων και αντιλήψεων. Αυτά τα νούμερα να πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως “ελάχιστη ένδειξη συμμετοχής” αλλά και ότι τα ΜΜΕ είχαν τη δική τους λογική προφανώς στο τι προβάλλουν και τι όχι. Επίσης είναι σημαντικό να πούμε ότι τα γεγονότα αυτά αφορούν “αυστηρά” τις πορείες, και όχι άλλες πρωτοβουλίες που λειτουργούσαν παράλληλα με το Μαϊντάν

Ο ρόλος της ακροδεξιάς.

Επίσης η η συμμετοχή της άκρας δεξιάς (Σβομπόντα, Δεξιός τομέας και άλλες οργανώσεις και πρωτοβουλίες) φαίνεται να αποτελούν το 25%της συμμετοχής στις πορείες. Αυτή η εικόνα αντιφάσκει με την εικόνα της ρωσικής τηλεόρασης τον τελευταίο καιρό καθώς, οι περισσότερες πορείες γενικά στην Ουκρανία έλαβαν ώρα χωρίς τη συμμετοχή τους, και ο ρόλος του Δεξιού Τομέα έχει γιγαντωθεί σε μεγάλο βαθμό απ’τα ΜΜΕ. Από την άλλη ήταν ένα εμφανές και αξιόλογα μεγάλο κομμάτι του Μαϊντάν, είτε ανοιχτά είτε όχι το οποίο δεν γίνεται να το παραβλέψουμε. Το Σβομπόντα υπήρξε όντως πολύ ενεργό στη διάρκεια του Μαϊνταν.

Επίσης η προβολή του Σβομπόντα και το Δεξιού τομέα, ήταν πολύ μεγαλύτερη από τα ΜΜΕ σε σχέση με άλλες ομάδες. Ο Δεξιός τομέας υπήρξε η βασική δύναμη στις συγκρούσεις για το 16% των συγκρούσεων. Ακολουθεί το Σβομπόντα με 10%. Η αυτοάμυνα του Μαϊντάν φαίνεται να ήταν πρωταγωνιστής στο 7% ενώ η συμμετοχή άλλων πολιτικών δυνάμεων φαίνεται να είναι στο 3%

Οι πορείες και οι πλατείες γενικά στην Ουκρανία

Παρόλο που το Μαϊντάν του Κιέβου είναι το πιο γνωστό, η δραστηριότητα του αντιστοιχεί στο 16%των συνολικών Μαϊντάν.(Κίεβο, 445 πορείες)

Την πρώτη θέση σε αριθμό πορειών την καταλαμβάνει η δυτική Ουκρανία με 1218 πορείες, ή το 38% των συνολικών Μαϊντάν. Ακόμα και οι κεντρικές περιοχές υπερέχουν του Κιέβου με 29% (περίπου 918 πορείες και συγκεντρώσεις). Συνεπώς τα δύο τρίτα των πορειών έγιναν εκτός Κιέβου. Στις Νοτιoανατολικές περιοχές το ποσοστό αυτό πέφτει ραγδαία με το να αντιστοιχεί περίπου το 3% των πορειών του Μαϊντάν

Ανάμεσα στις πόλεις το Κίεβο έχει τον μεγαλύτερο αριθμό πορειών ανά πόλη. Η κοντινότερη πόλη είναι το Lvov, που έχει λιγότερες από τις μισές του Κιέβου(189 πορείες). Ανάμεσα στις 10 πόλεις με τα μεγαλύτερα ποσοστά πορειών υπέρ του Μαϊντάν μόνο μια εμφανίζεται από την περιοχή της Νοτιανατολικής, η Οδησσός με 94 πορείες.

Ο αριθμός των πορειών που συμμετείχαν πάνω από 1000 άτομα είναι μεγαλύτερος στη Δύση και κεντρικά. Ανατολικά ο αριθμός των συμμετεχόντων όπως αναμένεται στο 50% ήταν περί τα 100 άτομα

Πολύ σημαντικά για την κατανόηση της παρούσας σύγκρουσης είναι η συμμετοχή της ακροδεξιάς στις πορείες. Οπότε μετά το Κίεβο (32%),η μεγαλύτερη συγκέντρωση φασιστών και ακροδεξιών σε πορείες Μαϊντάν εντοπίζεται στο Ντόνμπας (29%),ενώ η χαμηλότερη στο κέντρο της Ουκρανίας (24% ) και στη Δύση (23%). Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με την άμεση συμμετοχή άλλων αντιπολιτευόμενων κομμάτων στις πλατείες. Στο Ντόνμπας αυτό το ποσοστό φτάνει το (54%),στις νότιες περιοχές το (51%) και σε άλλες ανατολικές το (40%) Επίσης ψηλά είναι το Κίεβο (37%),οι κεντρικές περιοχές (34%)και οι δυτικές χαμηλότερα (29%), όπου οι πλατείες έγιναν αντιληπτές ως μαζικά κοινωνικά φαινόμενα από ντόπιους και γιαυτό συμμετείχαν. Οι δυνάμεις της Ουκρανικής ακροδεξιάς έδιωχναν τους Ρώσους από τα Μαϊντάν, εμποδίζοντας έτσι τη δημιουργία ενός κινήματος ενάντια στον Γιανούκοβιτς σε όλη την Ουκρανία και βάθαιναν έτσι του διαχωρισμούς ακόμα περισσότερο.

πηγή

2. Οι πολιτικές οργανώσεις των δύο πλευρών.

Στο Μαϊντάν συμμετείχαν κυρίως ΜΚΟ, ανένταχτος κόσμος, ο οποίος αποτελούνταν από εργάτες, μικρά και μεσαία αφεντικά, φοιτητές και αυτοαπασχολούμενους, φιλελεύθερες οργανώσεις, ακροδεξιοί, ενώ υπήρξε και μεγάλη συζήτηση-αν και η συμμετοχή αμφισβητείται- για αναρχοεθνικιστές, πρώην εθνικιστές κτλ. Το κίνημα αυτό γνώρισε πολιτική στήριξη από τα μεγάλα φιλοδυτικά κόμματα της χώρας.

Στο Μαϊντάν συμμετείχαν κυρίως ανένταχτοι πολιτικά πολίτες, οι οποίοι διέπονταν από την πεποίθηση ότι η ΕΕ είναι η γη της (καπιταλιστικής) επαγγελίας και της κοινωνίας των πολιτών. Οι περισσότεροι από αυτούς το έκαναν αυτό στηρίζοντας το Μπατκίφσινα και το Ουντάρ, χωρίς όμως να αποτελούν μέλη τους. Τα δύο αυτά κόμματα όπως δηλώνουν πλήθος παρατηρητών δεν έχουν πραγματική οργανωτική βάση. Το τρίτο πολιτικό κόμμα που συμμετείχε έντονα ήταν το νεοναζιστικό Σβομπόντα. Το Σβομπόντα υπήρξε αδερφό κόμμα της ΧΑ και συντηρεί την παράδοση του Μπαντέρα στην Ουκρανία. Είναι το μοναδικό κόμμα το οποίο έχει οργανωτική βάση “ακτιβιστών” τους οποίους και κινητοποίησε μαζικά. Μέχρι και το καθεστώς Γιανούκοβιτς το Σβομπόντα ήταν περιθωριακό κόμμα. Όμως οι ακρότητες του Γιανούκοβιτς, η ακραία διαφθορά, και η στήριξη του ΚΚΟυ σε αυτόν, οδήγησαν το Σβομπόντα σε μεγέθυνση κυρίως στις πολύ δυτικές επαρχίες οι οποίες δέχονταν και τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση από το “καθεστώς” Γιανούκοβιτς, καθώς εμφανιζόταν ως το μοναδικό μαχητικά αντιπολιτευόμενο κόμμα σε αυτόν. Ο Δεξιός Τομέας αποτελεί συσπείρωση ακροδεξιών και κυρίως παραστρατιωτικών ομάδων που είχαν πέσει στην αφάνεια και σε δυσμένεια επί Γιανούκοβιτς. Αποτελείται από πρώην στρατιωτικούς, λούμπεν, χούλιγκαν, περιθωριακούς αλλά και από επαγγελματίες πολιτικούς όπως ο Γίαρος(ο αρχηγό τους). Μετά το Μαϊντάν κατάφερε να εισχωρήσει στα σώματα ασφαλείας. Παρόλα αυτά βρίσκεται σε διαρκή άτυπη και χαμηλής έντασης σύγκρουση με τα υπουργεία Αμύνης και Εσωτερικών.

Πέρα από τις επίσημες και σχετικά γνωστές αυτές ομάδες υπήρξε και μια άλλη ομάδα ακροδεξιών η Spilna sprava ομάδα η οποία τελικά διώχτηκε νομικά μετά το Μαϊντάν και έπεσε σταδιακά στην αφάνεια. Πολλά από όσα αποδίδονται στον Δεξιό τομέα ουσιαστικά ήταν πράξεις αυτής της οργάνωσης η οποία είχε ιδιαίτερα κακές και τεταμένες σχέσεις με το Σβομπόντα με το οποίο και συγκρούστηκε βίαια αμέτρητες φορές. Η οργάνωση αυτή προμοτάρει τον “παραδοσιακό ουκρανικό εθνικισμό” ο οποίος αντιτίθεται στον νεοναζισμό.

Παρά τις φήμες οι αναρχικοί στο Κίεβο δεν συμμετείχαν ενεργά στο Μαϊντάν. Υπήρξαν οργανώσεις όπως η ACT η οποία εξ αρχής αποστασιοποιήθηκε. Άλλες οργανώσεις προσπάθησαν να δημιουργήσουν “αριστερό” Μαϊντάν μέσα στα πανεπιστήμια, με μικρή όμως επιτυχία, καθώς γύρω τους συσπειρώθηκαν αμεσοδημοκρατικά κυρίως φιλελεύθεροι φοιτητές οι οποίοι δεν ήταν διατεθειμένοι να συνεχίσουν τις καταλήψεις και να ασκήσουν κριτική στη νέα ηγεσία.

Αυτοί οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στο Κίεβο ήταν η οργάνωση Avtonomni Opir(αυτόνομη αντίσταση) Υπήρξαν πρώην μέλη του Σβομπόντα που στη συνέχεια άρχισαν να έλκονται από τον Μαχνό, και την παράδοση του Ουκρανικού αναρχισμού. Οι ίδιοι δηλώνουν πως δεν έχουν σχέση με τον εθνικισμό και το εθνικιστικό παρελθόν τους, και όντως το πρόγραμμα τους δεν περιέχει τίποτα το εθνικιστικό ή το κρατικό. Δηλώνουν αντιεξουσιαστές. Παρόλα αυτά η θέση τους μέσα στις διαδηλώσεις και το ότι δέχτηκαν να κάνουν ad hoc συμμαχία με την Spilna Sprava ενάντια στο Σβομπότνα δείχνει το αντίθετο ή τουλάχιστον μια ευμενή στάση ως προς τον μετριοπαθή ουκρανικό εθνικισμό ή πατριωτισμό. Μεταξύ ακτιβιστών της οργάνωσης αυτής και του νεοναζιστικού Σβομπόντα υπήρξε μεγάλη και βίαιη σύγκρουση στο Λβοβ. Η συγκεκριμένη οργάνωση επίσης φαίνεται να μετέχει και στον πόλεμο ενάντια στις φιλορωσικές δυνάμεις(ΑΤΟ) υπό την ονομασία “Μαύροι φρουροί”. Παρόλα αυτά δεν θα πρέπει να συγχέονται με τους “μαύρους” όπως τους αποκαλούν οι κάοικοι της ανατολής που είναι πληρωμένοι μπράβοι επιχειρηματιών από την δυτική Ουκρανία ενάντια σε όσους τους αντιστέκονται στην ανατολή.

Οι αναρχικοί σχετίστηκαν ενεργά με το Μαϊντάν μόνο στο Χάρκοβο, όπου η παρουσία των ακροδεξιών δεν ήταν κεντρική. Περισσότερα εδώ.

Επίσης εντός του Μαϊντάν δημιουργήθηκαν και πλήθος άλλων πρωτοβουλιών και πολιτικών ομάδων, λιγότερο ή περισσότερο φιλελεύθερων που προσπάθησαν να μετακινήσουν το Μαϊντάν ως προς τις πολιτικές του θέσεις. Επίσης οι αριστεροί και οι αναρχικοί, όχι σαν οργανώσεις επίσημα, κατέλαβαν μαζί με δημοκρατικούς και φιλελεύθερους ακτιβιστές το κτήριο “οίκος της Ουκρανίας” μετατρέποντας το σε φαρμακείο και σε βιβλιοθήκη κτλ. Αυτό ήταν και το πιο κοντινό “αριστερό” εγχείρημα στο Μαϊντάν.

Στο αντιΜαίντάν, στην αρχική του φάση που αποτελούσε μαζικό κίνημα, συμμετείχαν κυρίως περιθωριακοί οι οποίοι βρίσκονταν στην υπηρεσία του καθεστώτος Γιανούκοβιτς, γνωστοί και ως “τιτούσκι”. Επίσης πρώην αστυνομικοί και λοιποί τοπικοί παράγοντες συμμετείχαν στο κίνημα καθώς δεν επιθυμούσαν μια αλλαγή του καθεστώτος τους μετά το Μαϊντάν. Επίσης στην αρχή φαίνεται να υπήρχε στήριξη και από τοπικούς ολιγάρχες. Μεγάλο κομμάτι του κινήματος αυτού επίσης αποτελούν οι βιομηχανικοί εργάτες τις περιοχής του Ντονμπας οι οποίοι απειλούνται άμεσα από την υπογραφή του συμφώνου με την ΕΕ.

Ως προς τις πολιτικές οργανώσεις, κομβικό ρόλο στις μαζικές κινητοποιήσεις έπαιξε το ΚΚΟυ. Η εκλογική βάση του ΚΚΟυ βρίσκεται κυρίως στα ανατολικά. Αν και η νεολαία του και τα σωματεία του είναι ισχνά σε δύναμη, τα εκλογικά του ποσοστά είναι αρκετά μεγάλα σε αυτές τις περιοχές. Αμέσως μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης Γιανούκοβιτς και δεδομένης της αδυναμίας του Κόμματος των Περιφερειών(κόμμα του Γιανούκοβιτς) να συνεχίσει να λειτουργεί λόγω των γεγονότων, το ΚΚΟυ αποτέλεσε τον βασικό πολιτικό φορέα του αντιΜαϊντάν. Αν και, όπως και στο Μαϊντάν, η πλειοψηφία του κόσμου δεν είχε κάποιο πολιτικό χρωματισμό, το ΚΚΟυ αποτέλεσε όντως την πιο ευδιάκριτη πολιτική οντότητα σε αυτές τις διαδηλώσεις ενώ με την πορεία των γεγονότων αποτέλεσε και καταφύγιο πολλών φιλορώσων πατριωτών και εθνικιστών. Παρόλα αυτά το ΚΚΟυ δεν υποστήριξε ποτέ ανοιχτά σε επίπεδο ηγεσίας την ανακήρυξη των λαϊκών δημοκρατιών. Από την άλλη σε πολλές συγκεντρώσεις σεπαρατιστών οι σημαίες του ήταν εμφανείς, πράγμα ου σημαίνει ότι οι υποστηρικτές του ή τοπική παράγοντες του είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό μπλεγμένοι στο σεπαρατιστικό κίνημα. Ως προς την ιδεολογία το ΚΚΟυ όπως και το ΚΚΡ έχουν διολισθήσει προς τον μετριοπαθή φιλορωσισμό, και κυρίως προς την σημερινή αναπαράσταση του Στάλιν ως μεγάλου εθνάρχη του ισχυρού Ρωσικού κράτους. Είναι μάλλον ένα φιλελεύθερο κόμμα που υποστηρίζει την Ρωσική εκδοχή του νεοφιελευθερισμού .Αυτή η ρητορική είναι κυρίαρχη στα ρωσικά κανάλια, τα οποία εκπέμπουν και στην ανατολική Ουκρανία

Η ομάδα “ενωση Μπορότμπα” υπήρξε η πιο δραστήρια ομάδα στο χώρο του διαδικτύου αν και το κατά πόσο ήταν ικανή να δραστηριοποιηθεί ενεργά στα γεγονότα είναι αμφίβολο λόγω του πολύ μικρού αριθμού ακτιβιστών της. Παρόλα αυτά, και δυστυχώς, υπήρξε ο κύριος προπαγανδιστικός μηχανισμός της ρωσικής προπαγάνδας στην διεθνή αριστερά. Η ένωση Μπορότμπα, συστηματικά συμμετείχε στο ανατολικό κίνημα σε όλες του τις φάσεις, στήριξε ανοιχτά τις λαϊκές δημοκρατικές και το αποσχιστικό κίνημα και συστηματικά απέκρυψε την ανάμιξη ακροδεξιών από τη Ρωσία στα γεγονότα. Το εντυπωσιακό είναι ότι η συγκεκριμένη οργάνωση συνέχισε να το κάνει αυτό ακόμα και όταν οι ίδιοι οι “πολιτοφύλακες” ηγέτες δεν έκρυβαν τον φιλορωσικό και πατριωτικό τους χαρακτήρα. Αποτελεί την “αριστερή” εκδοχή του σημερινού ρωσικού πατριωτισμού που θέλει το ρωσικό “έθνος” ιστορικό αντίπαλο του φασισμού, και παραδοσιακό φορέα αριστερών και αντικαπιταλιστικών ιδεών.

Η ομάδα “Προοδευτικό σοσιαλιστικό κόμμα Ουκρανίας” είναι ουσιαστικά μια μικρή ομάδα στα ανατολικά της Ουκρανίας με σχέσεις με ακροδεξιούς κύκλους της σύγχρονης Ρωσίας. Ουσιαστικά είναι ένα μικρό πατριωτικό κόμμα στα ανατολικά που χρησιμοποιεί την Σοβιετική νοσταλγία του μεγάλου κράτους και της δύναμης. Ο πραγματικός αριθμός των ακτιβιστών του παραμένει ασαφής, αν και πρέπει να είναι πολύ μικρός.

Η ομάδα “Δημοκρατία του Ντόνετσκ” αποτελεί ίσως την πιο γνωστή και ταυτόχρονα άγνωστη ομάδα στα γεγονότα. Η ομάδα αυτή συστάθηκε από ρώσους τοπικούς ακροδεξιούς, που δραστηριοποιούνταν χρόνια στην περιοχή και φαίνεται να είχαν σχέσεις με φράξιες της Ρωσικής “Ομπραζ” της πιό γνωστής ακροδεξιάς οργάνωσης της σημερινής Ρωσίας, που προωθεί τον φιλορωσισμό καθώς και με την “ευρασιατική ένωση”(σημαίες της ευρασιατικής ένωσης σε συγκέντρωση της ηγεσίας της ΛΔΝτ έχουν θεαθεί πολλές φορές) την ακροδεξιά ομάδα του καθηγητή Ντούγκιν από τη Μόσχα. Φαίνεται ότι η συγκεκριμένη οργάνωση αποτέλεσε τον μεγάλο ωφελημένο της σύγκρουσης καθώς σχεδόν όλα της τα μέλη μπήκαν στις κυβερνητικές θέσεις της Λαϊκής δημοκρατίας ενώ οι ίδιοι φαίνεται να κάλεσαν ή να διατηρούσαν σχέσεις με Ρώσους παραστρατιωτικούς τους οποίους και κάλεσαν άτυπα στο Ντόνμπας. Αυτή είναι μια κουβέντα που υπάρχει πολύ στη σημερινή Ρωσία, την ακούς ακόμα και στους δρόμους, στις στάσεις κτλ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ηγεσία αυτών των λαϊκών δημοκρατιών αποτελείται όντως από σχετικά γνωστούς ακροδεξιούς της περιοχής και της Ρωσικής ομοσπονδίας. Μετά τις εσωτερικές τριβές στην οργάνωση πολλοί ισχυρίζονται ότι πίσω από αυτή κρυβόταν σε κάποιο βαθμό και ο ολιγάρχης Αχμέτοβ, μέχρι που η σύγκρουση πήρε τέτοιες διαστάσεις που τον ξεπέρασε.

Η ομάδα “Οπλότ” αποτελούσε ομάδα μπράβων που σχετίζονται με τους «τιτούσκι»(τους πληρωμένους μπράβους του Γιανούκοβιτς) και είχαν έδρα το Χάρκοβο. Σήμερα δραστηριοποιούνται κυρίως στη ΛΔΝτ στα σώματα ασφαλείας, αλλά και στο Χάρκοβο.

Αυτές ήταν βασικές πολιτικές οργανώσεις των δύο πλευρών οι οποίες αναδείχτηκαν και πλαισιώθηκαν ευρύτατα από τους προλετάριους των αντίστοιχων περιοχών. Σε αυτό το πλαίσιο έγινε η “συνάντηση”, η αντίσταση δηλαδή από κοινού των αστικών υποκειμένων στην αναδιάρθρωση τους. Όμως αυτή η συνάντηση είχε ως όριο τις πολεμικές επιχειρήσεις. Οι προλετάριοι των περιοχών αυτών, συναντήθηκαν με τα υπόλοιπα αστικά υποκείμενα μόνο στο βαθμό που αυτό μπορούσε να τους εξασφαλίσει την συνεχιζόμενη αναπαραγωγή τους. Όταν όμως τα γεγονότα- λόγω της ίδιας της μαζικής στήριξης των δύο κινημάτων από τους εργάτες- πήραν τέτοιες διαστάσεις που πλέον το κεφάλαιο άρχισε πόλεμο, αυτή η ενότητα άρχισε να έχει ρωγμές. Όλοι ήταν έτοιμοι να παλέψουν για τα κεφάλαια τους, στο βαθμό που αυτά τους εξασφάλιζαν την αναπαραγωγή τους, όχι να πεθάνουν σε ένα πόλεμο.

Τίποτα δεν τέλειωσε.

Το ότι τα αστικά υποκείμενα βρέθηκαν σε ενότητα κατά την αναδιάρθρωση δεν λέει κάτι. Η δυναμική της αξίας, του ΚΤΠ αναπτύσσει και αναπαράγει νέες αντιθέσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Μπορεί αυτή η αντίθεση να μην πάρει τη μορφή που πήρε στο παρελθόν με το εργατικό κίνημα, αλλά σίγουρα η αντίθεση μεταξύ της αξιοποίησης του προλεταριάτου ως υποκατηγορίας του κεφαλαίου, και του κεφαλαίου σαν ολότητα υπάρχει, και η ταύτιση τους έχει πάντα όρια, λόγω της ίδιας της αντιφατικής δυναμικής του κεφαλαίου. Υπό αυτή την έννοια στην Ουκρανία αλλά και παντού τίποτα δεν τέλειωσε καθώς η νέα ισορροπία που θα βρεθεί μεταξύ των νέων αστικών κοινωνιών, θα έχει τις δικές αντιφάσεις, και σε αυτή δεν θα χωράνε όλοι-όπως δεν χώρεσαν όλοι και μετά το Μαϊντάν. Το Μαϊντάν και το αντιΜαϊντάν ήταν πάλη για ένα άλλο κράτος, για μία άλλη αστική δημοκρατία. Και αυτό το κατάφεραν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Όμως μέσα σε αυτούς τους σχηματισμούς αναπτύσσονται νέες αντιθέσεις. Τίποτα δεν είναι σίγουρο αλλά και τίποτα δεν τελείωσε. Το πώς θα είναι οι αγώνες του μέλλοντός εκεί, ή εδώ δεν έχει νόημα να το πούμε εμείς εδώ. Ένα βήμα του πραγματικού κινήματος ισούται με 10 προβλέψεις. Οι άνθρωποι που στο Μαϊντάν και το αντιΜαϊντάν, συμμετείχαν και γι’ αυτούς τα κινήματα αυτά αποτέλεσαν εμπειρίες αγώνα,και που τώρα δεν χωράνε πουθενά υπάρχουν εκεί έξω. Όπως υπάρχουν ακόμα εκεί έξω και οι εξεγερμένοι εργάτες της Βοσνίας που δεν χώρεσαν στα φιλελεύθερα πλένουμς. Τίποτα δεν  τελείωσε.

υποσημειώσεις

[1] Το Μαϊντάν και το αντιΜαϊντάν στις κορυφαίες στιγμές τους, όταν αποτελούσαν κινήματα είχαν χιλιάδες κόσμου. Από την άλλη όταν το Μαϊντάν εκκενώθηκε πριν από ένα μήνα, μόνο κάποιοι περιθωριακοί ακροδεξιοί και λούμπεν το υπερασπίστηκαν. Εμφανέστατα επίσης ήταν και τα όρια αυτής της «συνάντησης» όπως στις προεδρικές εκλογές όπου η αποχή στο κεντρικό και δυτικό κομμάτι της Ουκρανίας έφτασε σε ποσοστό 46%. Οι προεδρικές εκλογές θεωρούνταν η «κορυφαία» στιγμή της νίκης του Μαϊντάν, η Ουκρανία οριστικά «γύριζε σελίδα». Έτσι ενώ το 70% περίπου του πληθυσμού της δυτικής και της κεντρικής Ουκρανίας στήριζε το Μαϊντάν κατά τη διάρκεια των γεγονότων, ο ίδιος αυτός κόσμος, πολύ μετά την «νική» του κινήματος δεν στήριξε κανένα από τα κόμματα που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα, ούτε την διαδικασία γενικά. Το ίδιο και στο αντιΜαϊντάν, που ο Στρελκόβ δηλώνει ότι ο πληθυσμός δεν τους στηρίζει-πλέον- όσο θα έπρεπε.

[2] το ζήτημα της συγκρότησης του υποκειμένου σε σχέση με την κοινωνική του δραστηριότητα αποτελεί κομβικό σημείο για την κατανόηση αλλά και την εξέλιξη της μαρξιστικής αλλά και ανατρεπτικής κριτικής γενικότερα. Η πιο γνωστή θεωρία που έχει επηρεάσει έντονα τη μαρξιστική θεωρεία περί ιδεολογίας και ταυτότητας είναι η Γκραμσιανή-Αλτουσεριανή παράδοση. Αν και αδιαμφισβήτητα η οπτική του Αλτουσέρ στο ζήτημα της ιδεολογίας ήταν ιδιαίτερα εποικοδομητική, εδώ διαχωριζόμαστε από αυτήν, καθώς ενώ είναι ακριβής, είναι ακριβής μόνο σε περιγραφικό και όχι σε ερμηνευτικό επίπεδο. Ο Αλτουσέρ μη δεχόμενος την αξία ως κεντρική αντιφατική πρακτική κατηγορία του κεφαλαίου, χάνει το περιεχόμενο των αντιφάσεων που ο ίδιος περιγράφει μεταξύ των ετερόκλητων ιδεολογικών πρακτικών που συναρθρώνονται. Το ερώτημα δεν είναι δηλαδή στο αν οι ιδεολογίες και οι πρακτικές είναι αντιφατικές μεταξύ τους(που είναι) ούτε το αν αυτές οι αντιφάσεις έχουν μια δυναμική που τις αναδεικνύει(που έχουν) αλλά στο γιατί είναι αντιφατικές και γιατί αυτές οι αντιφάσεις δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές. Ο Αλτουσέρ το εξηγεί αυτό κάνοντας δύο εντυπωσιακά άλματα: κάνει χρήση της σπινοζικής ταυτολογίας για την θεότητα και τις εκφάνσεις της- και κατά δεύτερον ξεκινά από ένα Λακανικό επιχείρημα περί της “ιδεολογικής” αντίληψης της πραγματικότητας από τον άνθρωπο, ως σχεδόν αναγκαίο του χαρακτηριστικό κτλ(η ιδεολογία δεν είναι ψευδής συνείδηση αλλά εγγενώς ανθρώπινη πρακτική) Εδώ διαφοροποιούμαστε σχετικά από μια τέτοια ερμηνεία και λέμε ότι το πρόβλημα δεν είναι στην ασυνέχεια των ιδεολογικών πρακτικών μεταξύ τους, αλλά στο γεγονός ότι η ασυνέχεια αυτή προκαλείται από την κεντρική αντίφαση της αξίας σαν πρακτική, μια πρακτική που αντιφάσκει ως προς τον ίδιος της τον εαυτό ως προς τα πρακτικά και υλικά της αποτελέσματα Τα άτομα συνεπώς βρίσκονται σε μια διαρκή πόλωση με την ίδια τους τη δραστηριότητα, και προφανώς βρίσκεται σε πόλωση και η αντίληψη. Η ιδεολογία δεν έχει “σχετική” αυτονομία λόγω της εγγενούς απόστασης της από την “πραγματικότητα” ως θέση(άποψη για την οποία ο Αλτουσέρ δέχτηκε μεγάλη κριτική) αλλά γιατί η πρακτικές στις οποίες το άτομο εμπλέκεται είναι πάντα πρακτικές δύο πλευρών και δύο κατευθύνσεων καθώς οι αστικές κατηγορίες αντιπαραβάλλονται και ταυτόχρονα αλληλοπροϋποθέτουν η μία την άλλη, είναι ριζικά εσωτερικά συνδεδεμένες. Έτσι το άτομο όντως είναι υποκείμενο, κάνει όντως επιλογές αλλά όχι στην ιστορία, όχι στην πρακτική, αλλά μέσα στην ιστορία, μέσα στην πρακτική, η οποία ως δύο κατευθύνσεων και ως αντιφατική πάντα, έρχεται σε σύγκρουση με οποιαδήποτε επιλογή και αν γίνει. Με λίγα λόγια η ταυτότητα ως εσωτερική αντίφαση, επικοινωνία και πρακτική είναι μια από τις μορφές που παίρνει η αντιφατική κοινωνική διαμεσολάβηση στον καπιταλισμό. Επίσης πρέπει να τονίσουμε ότι όσες φορές μιλούμε εδώ για ιδεολογία δεν μιλούμε για «ιδεολογικές κριτικές θεωρίες, όπως ο μαρξισμός, ή η πολιτική θεωρία γενικά» αλλά για την κοσμοαντίληψη του ατόμου. Εδώ η ιδεολογία χρησιμοποιείται ως η λογική πλευρά της ταυτότητας.

[3] Για να γίνει πιο κατανοητό το συγκεκριμένο θεωρητικό παράδειγμα στην πράξη με βάση το συγκεκριμένο θεωρητικό σχήμα: Το ελληνικό έθνος ως κατασκευή κάνει την εξής σύνδεση: η ελληνική γλώσσα ως ήχος, ως μορφή, συνδέεται με το παρελθόν της, με τις παλαιότερες μορφές της, υποθέτει λόγω μορφής ότι και τα κοινωνικά περιεχόμενα και οι φορείς της είναι κοινοί. Αυτή η σύνδεση είναι νοηματική και ιδεολογική και είναι προφανώς η απαρχή της συγκρότησης της εθνικής αφήγησης η οποία μετά στα πλαίσια του ΚΤΠ αναπαράγεται ως αφαίρεση και ως πρακτική: Το πολιτικό έθνος κράτος.

[4] Αυτού του τύπου η εθνική αφήγηση είναι γνωστή σε όσους ζουν στην πρώην ΕΣΣΔ. Στην Ρωσία ο Λένιν και ο Στάλιν συνυπάρχουν ειρηνικά μέσα στην σύγχρονη εθνική αφήγηση ως ήρωες-που ο καθένας έπαιξε τον ιδιαίτερο ιστορικό του ρόλο στην οικοδόμηση της “μεγάλης Ρωσίας”- με την δυναστεία των Ρομανόφ. Αγάλματα του Λένιν και σφυροδρέπανα βρίσκονται δίπλα δίπλα με δικέφαλους αετούς και αγάλματα παπάδων. Αντίστοιχα στην Ουκρανία, ο μύθος του “πατριώτη Μπαντέρα” που αντιστάθηκε στους “ρωσους σοβιετικούς κατακτητές” και του Μαχνό- ο οποίος θεωρητικά έκανε το ίδιο- συνυπάρχει και αυτός αποτελεσματικά στην εθνική ουκρανική αφήγηση. Ο φασίστας Μπαντέρα έγινε γραμματόσημο και ο αναρχικός Μαχνό νόμισμα. Οπότε όταν μιλάμε για συμβολισμούς σε αυτές τις περιοχές, αλλά και γενικότερα, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στο τι λέμε και στο τι νόημα αποδίδουμε εμείς, και τι αυτοί στους συμβολισμούς αυτούς, και επακόλουθα γιατί στο σήμερα επιλέγουν αυτούς τους συμβολισμούς και όχι άλλους. Η εθνική αφήγηση είναι μια διαδικασία που συνταιριάζει τα πιο αταίριαστα πράγματα.

[5] Το επιχείρημα που χρησιμοποιεί την διαλεκτική και λέει ότι “όποιος κουνάει σφυροδέπανα” δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι κομμουνιστής πάει προφανώς και αντίστροφα. Το ότι η ιστορική εμπειρία σε τελική ανάλυση ορίζει τον περιεχόμενο των συμβόλων πάει και για την άλλη πλευρά: Όποιος χρησιμοποιεί τον αγκυλωτό σταυρό δεν είναι απαραίτητα Ναζί.Πχ οι ινδουιστές μοναχοί της Ινδίας προφανώς δεν είναι Κασιδιάρηδες. Η ταξική πάλη εκεί και η ιστορική εμπειρία έδωσε εντελώς διαφορετική νοηματοδότηση σε αυτό το σύμβολο. Το παράδειγμα εδώ είναι ακραίο και προφανές και κάπως γελοίο, όμως η διαλεκτική από πίσω του δεν είναι διαφορετική από το ζήτημα των συμβολισμών της Ουκρανίας. Το ότι ο αγκυλωτός σταυρός έχει στη Ευρώπη ένα κοινό φασιστικό νόημα(άσχετα με το αν κάποιος το υποστηρίζει ή όχι) έχει να κάνει με το ότι ο Δυτικός κόσμος έχει μια κοινή εμπειρία από αυτό το σύμβολο-όλη η Ευρώπη ρημάχτηκε από τους Ναζί και την σημαία τους. Ο κομμουνισμός όμως και κυρίως το σφυροδρέπανο δεν είναι κοινή ευρωπαϊκή και δυτική εμπειρία: Στην δυτική Ευρώπη ήταν το σύμβολο της αντίστασης, των κινημάτων, στην ανατολική ήταν το σύμβολο ενός αυταρχικού(για κάποιους-δοξασμένου για άλλους), και παράδοξα αστικού εθνικού κράτους και μιας παράδοξης εθνικής ιδέας. Μιας παράδοσης η οποία ως “μεγαλείο” αναβιώνει σήμερα με έναν ιδιαίτερο τρόπο στα πλαίσια των χωρών της πρώην ΕΣΣΔ.

[6] Εδώ ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει υπ’ όψιν του ότι σε κάθε εθνοποιητική διαδικασία το προλεταριάτο παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο, πρέπει να χειραφετηθεί και να πειθαρχηθεί ταυτόχρονα. Το αν παίζει μεγάλο ή μικρό ρόλο έχει να κάνει με τη συγκυρία. Παρόλα αυτά ιστορικά, το προλεταριάτο έπαιξε κομβικό ρόλο σε κάθε εθνοποιητική διαδικασία, όπως στα Βαλκάνια ή ακόμα και στη γαλλική επανάσταση μέσω των οργανώσεων του. Σε όλους αυτούς τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες συμμετείχαν ομάδες με σοσιαλιστικά, «σοσιαλίζοντα» και πατριωτικά σοσιαλιστικά προγράμματα. Ακόμα και χωρίς αυτές τις οργανώσεις όμως, η συζήτηση μεταξύ του “απλού κόσμου” ότι για να “απελευθερωθούμε” ή να χειραφετηθούμε πρέπει να έχουμε ένα “αντιπροσωπευτικό εθνικό κράτος” είναι κάτι ιστορικά γνωστό και σύνηθες. Το προλεταριάτο ως προλεταριάτο, κατά την εθνοποιητική διαδικασία πάλεψε ενεργά ως αυτό που είναι για να χειραφετηθεί εντός των πλαισίων του έθνους. Και φυσικά αυτό το έκανε καθώς δεν μπορούσε να υπάρχει χωρίς το “έθνος”, χωρίς την αστική ενότητα. Σε ιστορικές περιπτώσεις όμως που σε αυτή τη διαδικασία το προλεταριάτο ριζοσπαστικοποιήθηκε αρκετά και κινδύνεψε να διαρρήξει την ίδια την εθνική διαδικασία στην οποία συμμετείχε, αμέσως η αστική κοινωνία το πειθάρχησε αλλάζοντας την πολιτειακή μορφή σε πιό αυταρχικές μορφές. Το ίδιο έγινε στην Βουλγαρία κατά τον μεσοπόλεμο, το ίδιο έγινε στην Ελλάδα με το ιδιώνυμο σε πρώτη φάση και τη Δικτατορία του Μεταξά. Το ίδιο έγινε και στην Ουκρανία, μόνο που έγινε σε στις σύγχρονες συνθήκες, δηλαδή σε καταστάσεις που το προλεταριάτο είναι διασπασμένο, ρευστοποιημένο και δεν κάνει κεντρικούς αγώνες. Οι εργάτες της Ουκρανίας(ανατολικής και δυτικής) όντως στήριξαν μαζικά το Μαϊντάν και το αντιΜαϊντάν για να χειραφετηθούν και οι ίδιοι στα πλαίσια των νέων αστικών κοινωνιών, όχι σε πόλωση με το κεφάλαιο, άλλα σε σύμπνοια με το νέο κεφάλαιο. Οπότε εκεί η σχέση που ανέπτυξαν με τους ακροδεξιούς ήταν σχέση εθνικοποίησης και όχι πειθάρχησης, καθώς δεν τέθηκε ζήτημα “επαναστατικού προλεταριάτου” ποτέ, οπότε δεν μπορούμε να μιλούμε για φασισμό. Μετά την “νίκη” του Μαϊντάν και του αντιΜαϊνταν τα ελάχιστα κομμάτια και φράγματα του ρευστοποιημένου προλεταριάτου που ζήτησαν μια θέση στον ήλιο παραπάνω στους δύο νέους σχηματισμούς, κατεστάλησαν: Η απεργία των οδηγών τρόλλεϊ στην Κριμαία διαλύθηκε άγρια από τη νέα ρωσική ηγεσία με τη δικαιολογία ότι ήταν πράκτορες του Δεξιού τομέα. Οι εργάτες του Ντόνμπας που έκαναν αυτόνομες απεργίες τον Μάρτιο, συκοφαντήθηκαν από τα τοπικά ΜΜΕ των Λαϊκών δημοκρατιών, ενώ η νέα Ουκρανική κυβέρνηση μετά την άνοδο στη κυβέρνηση ψηφίζει νέους κανονισμούς με αυστηρές ποινές για τους φοιτητές που κάνουν καταλήψεις σε ιδρύματα, και νέο εργασιακό κώδικα που αφαιρεί πολλές από τις κοινωνικές παροχές. Έτσι ενώ η γενικότερη εθνοποιητική διαδικασία και η ρευστοποίηση του προλεταριάτου λόγω της παρούσας ιστορικής συγκυρίας, όντως δεν δημιουργούν τις στρατηγικές συνθήκες για την ανάδυση του φασιστικού κράτους στην Ουκρανία η κάπου αλλού, καθώς οι κοινωνικές σχέσεις γίνονται από αφηρημένες, ακόμα πιο αφηρημένες και κατακερματισμένες, τα ελάχιστα θραύσματα αυτού του προλεταριάτου που προσπάθησαν να κάνουν κάτι, κατεστάλησαν από όλες τις πλευρές αλλά στα πλαίσια πάντα ενός δημοκρατικού πλαισίου.(δες δημοκρατία και φασισμός στο Ουκρανικό ζήτημα). Αυτός είναι ο ιστορικά συγκεκριμένος τρόπος που έχει η εθνοποιητική διαδικασία στη παρούσα συγκυρία Είναι πραγματικά κρίμα που η διεθνής αντιιμπεριαλιστική υστερία της αριστεράς, την τύφλωσε από το να δει αυτούς τους θαρραλέους μικρούς προλεταριακούς αγώνες.

[7] Ακόμα και ο ίδιος ο Λένιν φαίνεται να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μια μονοπωλιακή ανάλυση του ιμπεριαλισμού και σε μια πιο διαλεκτική ως δυναμικής του κεφαλαίου σαν κοινωνική δύναμη, όταν γράφει στο βιβλίο του: “Η βαθύτερη οικονομική βάση του ιμπεριαλισμού είναι το μονοπώλιο, το οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι καπιταλιστικό, δηλαδή αναπτύχθηκε μέσα στον καπιταλισμό, υπάγεται στους νόμους και την δυναμική του, στις γενικές του συνθήκες της εμπορευματικής παραγωγής, του ανταγωνισμού και βρίσκεται μέσα σε αυτές( υπάγεται δηλαδή σε μια ευρύτερη δυναμική δεν αξιοποιείται “μόνο” του)” μετά όμως συνεχίζει και λέει “παρόλα αυτά όμως γεννά όπως κάθε μονοπώλιο τη στασιμότητα και το σάπισμα[…] παρουσιάζεται έτσι η οικονομική δυνατότητα να συγκρατηθεί τεχνητά η πρόοδος της τεχνολογίας”.

Το κείμενο είναι συνολική κριτική των Ουκρανικών γεγονότων, και μια (αυτό)κριτική και συνέχεια των κειμένων –Με εικόνες, με φωνές ,κόκκινες και μπλέ σημαίες. Μαϊντάν και ουκρανικές πλατείες, το Μαϊντάν πέρα από το Μαϊντάν, το Μαϊντάν ως πρότυπο των ταραχών, Τραγούδια της Μαυρης θάλασσας, και Σημειώσεις για το φασιστικό κράτος της Ουκρανίας

Κείμενα με εμπειρικά δεδομένα και απόψεις για το ζήτημα μπορείτε να βρείτε στο our baba doesnt say fairy tales

Στις  31 Αυγούστου έγιναν μικρές προσθήκες και διορθώσεις στο κείμενο.

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: