//
you're reading...
Αναλύσεις

Η εποχή του Φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού.

history-chch-1930si dont  have a job, dis iz why i am hot

die antwoord

Τα τελευταία χρόνια.

Η δυναμική της ταξικής πάλης, οι νίκες και τα όρια της,ως αναπόσπαστο κομμάτι και ως έκφραση της αντιφατικής δυναμικής του κεφαλαίου κατά την ιστορική του εξέλιξη, οδήγησε μετά το 80 περίπου σε σημαντικές αλλαγές. Τα ποσοστά συσσώρευσης έπεφταν και η παραγωγικότητα ανέβαινε, το κράτος δεν ήταν ικανό να παίζει τον ρόλο του εγγυητή της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Η σταδιακή, αλλά ταχύτατη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα, τότε έδωσε λύση προσωρινά σε αυτό το πρόβλημα τόσο στα κράτη όσο και στο(νέο και παλιό) κεφάλαιο, που βρήκαν σαν μοναδική έξοδο αύξησης της συσσώρευσης και εξεύρεσης κεφαλαίων τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα.Το περιεχόμενο του χρήματος πλέον, από την “αφηρημένη αναπαράσταση του γενικά καταβεβλημένου χρόνου εργασίας, της αξίας” γίνεται η εμπιστοσύνη στην “μελλοντική άντληση αυτή της αξίας”. Έτσι το κεφάλαιο σαν κοινωνική δυναμική δεν διεκδικούσε απλά την ζωντανή εργασία, αλλά, άρχισε να γίνεται όλο και πιο αφηρημένο, να απλώνεται πέρα από την παρούσα χρονική στιγμή, στο μέλλον .Αυτό οδήγησε από τη μία στην αύξηση της πειθαρχίας της εργατικής τάξης, την αύξηση της καταστολής, την πίεση για μεγαλύτερη και σίγουρη άντληση υπεραξίας τόσο απόλυτα όσο και σχετικά, και συνεπώς την όλο και μεγαλύτερη πτώση των μισθών, την δημιουργία πλεονάζοντος μίζερου πληθυσμού,σε κατάσταση ημι-εργασίας, ακραία υποτιμημένης, ή μόνιμης ανεργίας/αποκλεισμού κτλ.Μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 90, και τα μέσα του 00′ αυτός ο αναδιαρθρωμένος κύκλος συσσώρευσης λειτουργούσε. Από την άλλη όμως η δυναμική του, δημιούργησε τον κίνδυνο, αλλά και τις προϋποθέσεις για εκρηκτικές κοινωνικές καταστάσεις, για μεγαλύτερη κοινωνική αστάθεια και απειθαρχία, έκανε το τραπεζικό και νομισματικό σύστημα πιο ευέλικτο στην διαχείριση κινδύνου αλλά και πιο εύθραυστο, μεγάλωσε τον κίνδυνο εμφάνισης χρέους ή τραπεζικών “τρυπών” κτλ. Αυτό δημιούργησε έναν αναπόφευκτο φαύλο κύκλο της παραπάνω διαδικασίας που επιτάχυνε την νέα κρίση υπερσυσσώρευσης. Στο πλαίσιο αυτό το προνοιακό κράτος, εμφανίζει μια δυναμική πολλών κατευθύνσεων. Οι προνοιακές του λειτουργίες από συντήρηση της εργατικής δύναμης υποχωρούν, και όσες απομένουν  μετατρέπονται σε διαχειριστικές λειτουργίες των αποκλεισμένων. Συνεπώς το κράτος απομακρύνεται από τις παραδοσιακές λειτουργίες της πρόνοιας και μεταστρέφεται σταδιακά σε εγγυητή της τάξης, και οι μόνες (ατομικές) διέξοδοι από το κράτος που παρέχονται στους προλετάριους είναι ή το workfare, ή η ένταξη στα σώματα ασφαλείας.

Σε πιο διεθνές επίπεδο, η παραπάνω διαδικασία δημιούργησε μια κατάσταση τεράστιας κινητικότητας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που ψάχνει να βρει τις καλύτερες συνθήκες άντλησης σχετικής και απόλυτης υπεραξίας, δημιουργώντας μικρά και μεγάλα τερατουργήματα και πλήθος κοινωνικών αντιφάσεων, όπως, οι υποτιμημένες χώρες της ανατολής, η Κίνα, τα τεράστια οικονομικά χάσματα μεταξύ διάφορων περιοχών της Ρωσίας, την διαφορά ανατολής και δύσης-ως προς τις κοινωνικές σχέσεις- στην Ουκρανία και ταυτόχρονα η μεγάλη διαφορά με τις χώρες του “καπιταλιστικού πυρήνα”, τις “πρώτες χώρες”. Το βάθεμα της ιεραρχίας μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών, το οποίο όμως είναι απαραίτητο για την παγκόσμια κίνηση των προϊόντων σε επίπεδα που να μπορούν να πουληθούν. Ανάλογη, και αντιφατική, στο πλαίσιο της παραπάνω διαδικασίας είναι και η κίνηση του άλλου πόλου της σχέσης κεφάλαιο,του μεταβλητού κεφαλαίου ψάχνοντας τρόπους να “αξιοποιηθεί”, που εμφανίζεται με την απρόσκοπτη μετανάστευση, από τις χώρες του “τρίτου κόσμου” σε αυτές του πρώτου. Σε επίπεδο παραγωγικής διαδικασίας, αυτό εμφανίζεται με τη μετακίνηση της βιομηχανίας στην ανατολή και την σταδιακή αποβιομηχανοποίηση της Δύσης, την εμμονή των προλετάριων της Δύσης για άρνηση των βιομηχανικών επαγγελμάτων και την εξασφάλιση ενός καλύτερου εισοδήματος, το οποίο πλέον δεν μπορεί να δοθεί, ούτε μπορούν να απορροφηθούν σε αυτούς τους αριθμούς, και την μερική ενσωμάτωση των μεταναστών σε πλήρως υποτιμημένες δουλειές στις χώρες της ΕΕ ενώ διασπούν και περιπλέκουν ακόμα περισσότερο τις εργατικές σχέσεις στις χώρες που πάνε. Αυτό από τη μία κρατάει τις ισορροπίες εσωτερικά σε αυτές τις χώρες και διασφαλίζει κάποια κερδοφορία για το τοπικό κεφάλαιο,από την άλλη η παραπάνω δυναμική εντείνει αυτή την κατάσταση, οι μετανάστες δεν σταματούν να έρχονται, και μαζί με τους “απογοητευμένους πτυχιούχους” της Δύσης(και τώρα πιά και τους απολυμένους), σχηματίζουν έναν πλεονάζοντα πληθυσμό, άλλοτε συγκεντρωμένο στα κέντρα των πλατειών των πόλεων, άλλοτε στα προάστια των πόλεων τα σπάει όλα, και άλλοτε κλεισμένο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όλα τα παραπάνω σαν συνολική διαλεκτική κίνηση αυξάνουν την ιεραρχία μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, αλλά παράγουν πλεονάζων πληθυσμό, και μείωση μισθών-σε διαφορετικό βαθμό-σε όλες τις χώρες.Το κεφάλαιο δεν μπορεί να γλυτώσει από τις αντιφάσεις του, γιατί ο πυρήνας του είναι αντιφατικός. Είναι πολύ καλό όμως στο να τις κρύβει κάτω απ’ το χαλί.

Στο πλαίσιο αυτό από το 80 και μετά, οι κοινωνικές σχέσεις ρευστοποιούνται σε βαθμό που δεν έχει υπάρξει στο παρελθόν. Το κεφάλαιο στην προσπάθεια του, για μια νέα,πλήρη υπαγωγή, την αύξηση της κερδοφορίας του και τη φυγή από τις προηγούμενες αντιφάσεις της ταξικής πάλης(αφού είδε ότι η πολιτική του σφιχτού χρήματος δεν απέδωσε), δημιούργησε από το 80 και μετά πλήθος νέων τρόπων αυτοαξιοποίησης του, παρήγαγε πλήθος νέων κοινωνικών σχέσεων, ελαστικοποιημένων, που η αναπαραγωγή ήταν κυρίως ατομική υπόθεση. Έτσι ταυτόχρονα με την σταθερή αύξηση του πλεονάζοντος πληθυσμού, δημιουργείται και μια θολή και ρευστή ζώνη, μεταξύ ανεργίας και εργασίας, η οποία στην τωρινή κρίση, διευρύνεται, και  φαίνεται να αποτελεί πλεονεκτικό πεδίο άντλησης υπεραξίας. Από την άλλη η κοινωνικοποίηση του χρέους, κυρίως στις δυτικές κοινωνίες την δεκαετία του 90, βασίστηκε στην χορήγηση πίστωσης στους προλετάριους. Αυτό ρευστοποίησε περαιτέρω την εργατική ταυτότητα και την κατάσταση της. Η “λύση” αυτή, έδωσε για πρώτη φορά-σε κάποιους- προλετάριους αυτό που δεν είχαν ποτέ-ένα εισόδημα ακόμα πιο προσωπικό/ιδιωτικό από το μισθό,( άρα και ένα πιο ιδιωτικό κοινωνικό υποκείμενο), αλλά και πέρα από την εργασία- την προσωπική πίστωση, το δάνειο, την διεύρυνση της προσωπικής ιδιοκτησίας. Έτσι εξασφαλίστηκε η εργατική πειθαρχία, η ανάπτυξη και η ζήτηση, αλλά και η διάλυση/διάσπαση της εργατικής τάξης σε πολλές και αντιφατικές μεταξύ τους ταχύτητες. Ο καπιταλισμός αναδιαρθρώθηκε για να αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις του, προς αυτές τις κατευθύνσεις. Τώρα στην κρίση,το κεφάλαιο δεν προσπαθεί να έρθει σε ρήξη με την παραπάνω διαδικασία, αλλά προσπαθεί να την εξελίξει, να επιταχύνει, να δρέψει τους καρπούς της. Και αυτός ο καρπός δεν είναι άλλος από την διάλυση της εργατικής τάξης, ως υλικής κοινότητας που να κριτικάρει τον καπιταλισμό από την σκοπιά της επιβεβαίωσης της εργασίας. Η επισφάλεια, και ο μόνιμος αποκλεισμός, που παράγονται από την ίδια την δυναμική του κεφαλαίου και επιταχύνονται στην κρίση, λειτουργούν σαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, δημιουργώντας ένα πολύπλοκο αντιφατικό φάσμα,αντίστασης και κατάφασης, το οποίο έρχεται σε σύγκρουση και με το υπάρχον και με τα ίδια τα συστατικά μέρη του  “φάσματος”. Είναι αυτή η αντιφατική λειτουργία που κάνει τις πλατείες γεμάτες από το “διαταξικό υποκείμενο”, και ταυτόχρονα αποδυναμώνει τις απεργίες. Είναι η ίδια διαδικασία που βγάζει κάποιους στο δρόμο να θέλουν να τα καταστρέψουν όλα.[1]

Ο φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμός.

Το φετίχ στην μαρξιστική θεωρία-τουλάχιστον σε ένα μέρος της- παίζει κομβικό ρόλο. Τόσο στην συγκρότηση της συνείδησης μέσα στις διαμεσολαβημένες από την αξία κοινωνικές σχέσης όσο και στον τρόπο που επιλέγουμε να αντιστεκόμαστε, που αντιλαμβανόμαστε τις μορφές μας, τον εαυτό μας, στο “τι” τελικά διεκδικούμε κτλ. Η αξία όμως στην μαρξιστική θεωρεία δεν είναι μια ουσία, που κρύβεται πίσω από τις μορφές της, αλλά αντίθετα εμφανίζεται σε όλα τα αντικείμενα ως επίκτητο χαρακτηριστικό λόγω μιας κοινωνικής πρακτικής. Η αξία δεν είναι μια ουσία μέσα στα πράγματα, αλλά μια ουσία που προκύπτει από τον συσχετισμό πραγμάτων, Συνεπώς υπάρχει μέσω τον μορφών της, είναι οι μορφές της όπως γίνονται αντιληπτές, είναι μια αυτοδιαμεσολαβούμενη διαδικασία, και το κεφάλαιο συνεπώς, μια διαλεκτική των μορφών. Επακόλουθα η ανθρώπινη συνείδηση δεν είναι μονοδιάστατη αλλά καθώς οι μορφές της αξίας είναι αντιφατικές, και η συνείδηση που τις πραγματεύεται είναι αντιφατική,  μέσα στη σχέση κεφάλαιο συγκροτεί αντιφατικά υποκείμενα. Η σχέση συνείδησης και φετίχ είναι κοινή και μπορεί να συνοψιστεί στη φράση του Μαρξ  από τα Grudrisse  ως “ότι είναι δοσμένο στον νου, όπως είναι στην πραγματικότητα”. Όλα αυτά συνεπάγονται ότι η χρήση του όρου εδώ “φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμός” δεν υπονοεί την ύπαρξη ενός άλλου “απόφετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού”. Αντιθέτως υπονοεί ότι κάθε μορφή αντικαπιταλισμού είναι φετιχοποιημένη αλλά μέσα σε αυτή την διαδικασία παράγονται δυναμικές που οξύνουν τις αντιφάσεις των μορφών της αξίας και συνεπώς τείνουν να την διαρρήξουν, ή τουλάχιστον ανοίγουν αυτή τη προοπτική. Η έννοια αυτή έχει σαν σκοπό να αναδείξει τη κοινή αντιφατική γραμμή/δυναμική που ορίζει σαν βάση τους σύγχρονους αγώνες ακόμα και αν είναι φαινομενικά άσχετοι μεταξύ τους, ή και αντίθετοι, και να κάνει την απαραίτητη πλέον διάκριση μεταξύ μορφής αγώνα/περιεχομένου του, και μορφής/και περιεχομένου της καπιταλιστικής σχέσης. Ο καπιταλισμός ως διαλεκτική των μορφών κρατά ως κεντρικό περιεχόμενο τον χρόνο της καταβεβλημένης εργασίας, αλλά οι μορφές του διαρκώς αλλάζουν. Ανανεώνει το παλιό, παράγοντας το νέο. Συνεπώς ο “φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμός”  είναι ένας όρος ομπρέλα για την μορφή που παίρνει η ταξική πάλη σήμερα, η οποία  όμως έχει ξεφύγει σαν ιστορικό διακύβευμα από την παλιά εργατική ταυτότητα, και ακριβώς γιαυτό το λόγο δεν αντιστοιχούν στην εποχή μας και οι παλαιότεροι όροι, “επαναστατικός και ρεφορμιστικός” οι οποίοι ουσιαστικά δήλωναν τις διαδικασίες/μεθόδους που υιοθετούσε το προλεταριάτο στην πορεία χειραφέτησης του, ως προλεταριάτο, ως κριτικής δηλαδή του κεφαλαίου από την πλευρά της χειραφέτησης της εργασίας. Τώρα αυτό το υποκείμενο έχει εξαφανιστεί ως αποτέλεσμα της ίδιας της ταξικής πάλης.[2]. Με άλλα λόγια η διαφορά έγκειται στο ότι σήμερα οι ίδιες οι κατηγορίες του κεφαλαίου, βιώνονται ως οξυμένες αντιφάσεις του εαυτού τους, ως άρνηση και ταυτόχρονα κατάφαση τους, ως εξαναγκασμός και όριο τους. Ο φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμός είναι ακριβώς αυτή η δραστηριότητα, η άρνηση και ταυτόχρονα κατάφαση στις μορφές του κεφαλαίου, από της μορφές του κεφαλαίου.

Οι μορφές φετχοποιημένου αντικαπιταλισμού, έχουν μία κοινή βάση, αλλά παίρνουν διαφορετικές μορφές, συνεπώς περιπλέκονται με την καπιταλιστική λειτουργία με διαφορετικό τρόπο. Ξεκινούν σαν αντίδραση στις διαλυτικές τάσεις που εμφανίζει η δυναμική της συσσώρευσης σε αυτή την εποχή. Αυτές είναι η κρίση του έθνους κράτους ως πεδίου αντιπαράθεσης του προλεταριάτου με το κεφάλαιο. Όπως θα ισχυριστώ και παρακάτω, αυτή η κρίση έχει σαν θεμελιακή την κρίση του προλεταριάτου σαν τάξη, σε σχέση με την εργασία. Τα παραπάνω εντάσσονται σε μια γενικότερη δυναμική του κεφαλαίου, που στην παρούσα φάση χτυπάει κόκκινο: το κεφάλαιο δεν είναι μορφή ταξικής κυριαρχίας που μπορεί να γίνει κατανοητό με κοινωνιολογικούς όρους, αλλά μια μορφή αφηρημένης κυριαρχίας, που τα πάντα μέσα του είναι δεμένα σε μια αντιφατική ολότητα. Οι διάφορες μορφές αντίστασης εμφανίζονται ως αντίδραση στις διάφορες δυναμικές του κεφαλαίου. Παρόλα αυτά διαφέρουν τόσο μεταξύ τους, όσο ως προς το ιστορικό αποτέλεσμα που παράγουν σε σχέση με αυτό που ανήκουν-την καπιταλιστική ολότητα.

Η βασική αντίφαση της καπιταλιστικής σχέσης στην παρούσα συγκυρία είναι η σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, ως πόλοι της αντιφατικής τους ολότητας. Η δυναμική παραγωγή ανεργίας, και μόνιμου αποκλεισμού, καθώς και της θολής ζώνης της ημι-εργασίας, και η αντίφαση ακόμα και οι ανταγωνιστικές θέσεις που έχουν περιέλθει οι προλετάριοι μεταξύ τους στην παρούσα φάση, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται,με διακύβευμα την αναπαραγωγή τους, δημιουργεί μια περίπλοκη κατάσταση. Η εναπομένουσα εργατική τάξη δεν θέλει απλά να διατηρήσει τους μισθούς της, αλλά δεν θέλει να μείνει εκτός της κυκλοφορίας της αξίας. Γνωρίζει ότι χωρίς κεφάλαιο ένας εργάτης δεν είναι τίποτα, συνεπώς με διάφορους τρόπους διεκδικεί όχι την χειραφέτηση της τάξης, αλλά την λειτουργία του κεφαλαίου για να μπορεί να υπάρχει. Συνεπώς οι εργάτες σήμερα φαίνεται να βρίσκονται μπροστά σε μια ανυπέρβλητη αντίφαση: από τη μία η αναπαραγωγή της ζωής τους δεν είναι δυνατή με βάση τον μισθό τους, οπότε ζητούν αύξηση ή τουλάχιστον όχι πτώση, από την άλλη αν αυτό πραγματωθεί, τότε η συσσώρευση για μεγάλο μέρος του κεφαλαίου, γίνεται αδύνατη και ίσως κλείσουν ή φύγουν, τότε ο προλετάριος ξαναγυρίζει στο τίποτα, σε αυτό που ακριβώς φοβόταν. Η αντίφαση αυτή πυροδοτεί τη στροφή προς την αυτοδιαχείριση και την αλληλέγγυα οικονομία σαν την πιο αποτελεσματική μορφή φυγής από την αντιφατική και αδιέξοδη εργατική ταυτότητα, και ταυτόχρονα την πιο αποτελεσματική επαναλειτουργία μιας κεφαλαιακής μορφής. Από την άλλη, καθώς η αυτοδιαχείριση δεν είναι δυνατό να γίνει συνολική μορφή μιας οικονομίας με βιώσιμους όρους, όσοι εμμένουν στην μισθολογική διεκδίκηση αυτή καθ’ αυτή ή βιώνουν μικρές νίκες που δεν μπορούν να λειτουργήσουν ενοποιητικά, ή μένουν στο δρόμο. Αυτός ο φόβος του αποκλεισμού, του “προλετάριου χωρίς κεφάλαιο” είναι που πέρα από τα 2 παραπάνω ωθεί και μέρος των προλετάριων να δεχτεί τις μειώσεις, να γαντζωθεί με νύχια και με δόντια από τα κεφάλαια του, και να βγάλει το σκασμό, ή μάλιστα να τα υπερασπιστεί όταν αυτά απειλούνται από μια άλλη προλεταριακή απειλή, εντός ή εκτός του χώρου εργασίας(ποτέ σε καμία άλλη εποχή δεν είχαμε μέσα στους χώρους εργασίας τόσους ρουφιάνους εργαζόμενους). Η δυναμική της κρίσης που περιγράψαμε στο πρώτο μέρος, εντείνει και αναπαράγει την ίδια της τη δυναμική, την παραπάνω διαδικασία, με αποτέλεσμα η “ανασυγκρότηση της τάξης” να γίνεται όλο και πιο μακρινή ουτοπία, η τάξη υπό την απειλή της κατάργησης της , κάτω από την ίδια της την δραστηριότητα, διασπάτε όλο και πιο πολύ. Αυτό συμβαίνει γιατί οι προλετάριοι φαίνεται να δρουν παράλογα, κάθε δράση τους φαίνεται να τους καταργεί. Και όντως αυτό συμβαίνει, στο βαθμό που η δράση αυτή υπονομεύει την καπιταλιστική ολότητα και συνεπώς και το προλεταριάτο ως την τάξη που την αναπαράγει και αναπαράγεται μέσα σε αυτή. Συνεπώς δεν είναι τυχαίο, που κάποιοι -πολύ ορθά- μιλούν για κρίση της μισθωτής σχέσης σε σχέση με το κεφάλαιο, σε σύγκριση με το πως ήταν παλαιότερα. Ο μισθός φαίνεται αναγκαίος-άρα χρήζει υπεράσπισης- από τη μια, αλλά ανεπαρκής από την άλλη και αδύνατον να ανέβει, συνεπώς προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν κινηθούν οι προλετάριοι οι αντίφαση οξύνεται. Το σχήμα δηλαδή, αναπαραγωγή κεφαλαίου/εργατικής τάξης σύνδεση του οποίου αποτελούσε ο μισθός, έρχεται σε όλο και μεγαλύτερη εσωτερική αντίφαση. Οι εργάτες πλέον δεν βρίσκουν στην διεκδίκηση την πλήρωση της τάξης τους, αλλά την όξυνση της σχέσης που τους συγκροτεί, την χειροτέρευση των συνθηκών τους. Το τωρινό ποσοστό συσσώρευσης δεν επιτρέπει μεγαλύτερους μισθούς, η ΄σύνθεση του κεφαλαίου δεν επιτρέπει μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων, οι εργατικές διεκδικήσεις πλέον απειλούν το κεφάλαιο ως ολότητα, άρα απειλούν και το ίδιο το προλεταριάτο ως μέρος του. Αυτή είναι η βασική αντίφαση της συγκυρίας.

Συνεπώς αυτό που λέγεται ότι ως όριο του ταξικού αγώνα, είναι η ύπαρξη του προλεταριάτου ως τάξης, οδηγεί σε δύο μορφές φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού καθώς προσπαθεί να διαφύγει από την παραπάνω αντίφαση.Από την μία την υπεράσπιση της μορφής του μεταβλητού κεφαλαίου με την μορφή του σοσιαλδημοκρατικού αιτήματος, της ανάπτυξης ή της δημοκρατίας από την άλλη η προσφυγή στην αυτοδιαχείριση, ή άλλες μορφές πρόσδεσης στο κεφάλαιο. Η πρώτη μορφή αυτό που ουσιαστικά διεκδικεί είναι η πρόσδεση στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου,ως μεταβλητό κεφάλαιο,γιαυτό και ζητά υψηλότερους μισθούς, αλλά και “ανάπτυξη και επενδύσεις”, διεκδικεί την ύπαρξη κεφαλαίου δηλαδή, για να υπάρχει σαν τάξη. Η αυτοδιαχείριση από την άλλη πετώντας το αφεντικό εκτός εργασίας ζητά όχι απλά την επαναλειτουργία του κεφαλαίου, για να υπάρχει σαν τάξη, αλλά απαντά και στο ερώτημα που θέτει το κεφάλαιο στην παρούσα φάση “παιδιά, τα κουκιά δεν βγαίνουν, κάποιος πρέπει να φύγει από την παραγωγική διαδικασία” και απαντάει με το “να φύγουν τα αφεντικά”, και μέσα στον εργασιακό χώρο,συγχέει το αφεντικό με τον εργάτη. Υπό αυτό το πλαίσιο τα αιτήματα για σοσιαλδημοκρατία, για περισσότερη δημοκρατία(σε αυτό θα επανέλθουμε) και για αύξηση των επενδύσεων δεν πρέπει να ιδωθούν, μονόπλευρα ως “μικροαστικά αντανακλαστικά” ή ως απουσία “επαναστατικής συνείδησης” αλλά ως αντανακλαστικές και αντιφατικές αντιδράσεις του προλεταριάτου που είναι εγκλωβισμένο στις συμπληγάδες της αντίφασης του, στη  γενική κρίση των αστικών ρόλων.Μια τακτική προφανώς αδιέξοδη που θα βρει πολύ σύντομα τα όρια της. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, αυτούς τους “αγώνες” τους συνδέει ένα κοινό περιεχόμενο με τον συνδικαλισμό βάσης, η πλήρωση ή διατήρηση της εργατικής ταυτότητας, ο αγώνας ενάντια στις απολύσεις κτλ.[3] Από την άλλη η αυτοδιαχείριση εμφανίζεται ως η πιο ριζική μορφή αναδιοργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής και επαναλειτουργίας του κεφαλαίου, γιαυτό πρέπει να ιδωθεί, ως αντεπανάσταση,ή τουλάχιστον ως παραδοχή της ήττας της τάξης.

Μια άλλη μορφή της βασικής αντίφασης είναι η σύγκρουση γύρω από το περιβαλλοντικό ζήτημα. Η ανεξέλεγκτη δυναμική του κεφαλαίου κατά την αξιοποίηση του, δεν βρίσκει όρια και βλέπει το περιβάλλον σαν το τελευταίο οχυρό. Αυτή η δυναμική έχει φέρει το προλεταριάτο, αλλά και την κοινωνία μπροστά σε μια ακόμα αντίφαση. Ή θα βρει-σε καιρούς τεράστιας ανεργίας- την πλήρωση της ως εργατική τάξη, μέσα σε ένα κεφάλαιο, το οποίο όμως καταστρέφει το φυσικό κόσμο που εκμεταλλεύεται ή θα γίνει προλετάριος χωρίς κεφάλαιο και θα πεθάνει από την πείνα. Η βασική αντίφαση που περιγράψαμε παραπάνω εδώ εμφανίζεται ίδια, αλλά πιο διευρυμένη.[4] Η ταξική ύπαρξη βιώνεται σαν καταναγκασμός, και μάλιστα με ολιστικούς όρους, ο προλετάριος καλείται να δώσει το σώμα του όχι μόνο κατά την εργάσιμη ώρα, αλλά γενικά, και το μέλλον του, το ίδιο το περιβάλλον που ζει, όπως ακριβώς και ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός ζητά το μέλλον της εργασίας. Ή ο προλετάριος θα είναι προλετάριος και θα πεθάνει από καρκίνο,ή θα πεθάνει από την πείνα. Αυτή η πρακτική του κεφαλαίου, δημιουργεί μια εκρηκτική κατάσταση που φέρνει τον εργατισμό σε τρομερή σύγχυση καθώς οι διάφορες επαναστατικές λενινιστικές πρωτοπορίες βρίσκουν απέναντι τους τους εργάτες που ζητούν δουλειά, ενώ βρίσκονται σύμμαχες με μια διαταξική σούπα, η οποία προέρχεται από την αντίδραση στην δυναμική του κεφαλαίου, να αναδιαρθρώνει τον εαυτό του με κόστος τόσο τους προλετάριους όσο και ένα μέρος των κεφαλαιοκρατών. Έτσι δημιουργείται η μορφή φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού που στην γενική δυναμική του κεφαλαίου αντιπαραβάλει τη αποσυγκεντροποίηση του, την πράσινη ενέργεια, το πράσινο κεφάλαιο, και τις διαταξικές, ακόμα και αντιεργατικές διαμαρτυρίες. Αυτό το οποίο ουσιαστικά ζητά είναι μια άλλη μορφή κεφαλαίου, που θα διασφαλίσει την αρμονικότερη και “ανθρωπινότερη” συσσώρευση, άρα δεν διαφέρει δηλαδή από το περιεχόμενο του σοσιαλδημοκρατικού αιτήματος “για μη μείωση μισθών και για για ανάπτυξη”. Δεν είναι τυχαίο που η σοσιαλδημοκρατία έχει ταχθεί ανοιχτά με τις ηπιότερες μορφές αυτών των κινημάτων. Από την άλλη αυτά τα κινήματα φαίνεται να συγκροτούν και ένα υποκείμενο πιο δυναμικό που δεν συστρατεύεται με την προαναφερθείσα τακτική, καθώς ως ήδη αποκλεισμένο από το κεφάλαιο, τουλάχιστον στον αστικό χώρο, θεωρεί το περιβάλλον και τον αγροτικό χώρο ως τη μοναδική διέξοδο αναπαραγωγής του. Συνεπώς η παραπάνω αντιφατική και προφανώς αδιέξοδη κίνηση πρέπει πάλι να ιδωθεί υπό την διαλεκτική της κρίσης, και όχι με τον μικροαστικό χαρακτιρισμό “not in my backyard” ή ακόμα χειρότερα με μονόπλευρους όρους “εξέγερσης τοπικών παραγόντων”. Αυτό που τροφοδοτεί κινήματα σαν τις Σκουριές ή τους αγώνες στα ΧΥΤΑ είναι μια εκδοχή της βασικής αντίφασης.

Αρχικά οι πλατείες θα πρέπει να ιδωθούν ως αντίδραση στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, η οποία ως δυναμική σημαίνει την καταστροφή των μη αποδοτικών κεφαλαίων. Αυτό σημαίνει ότι πολλά μικρά αφεντικά, στον λυσσαλέο ανταγωνισμό της κρίσης πετιούνται εκτός κυκλοφορίας μαζί και οι εργάτες τους, ενώ οι περικοπές σε μισθούς συντάξεις, κρατικές παροχές και απολύσεις, βγάζουν και άλλο κόσμο στο δρόμο. Η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και οι περικοπές είναι η βασική μορφή της αναδιάρθρωσης. Πάνω σε αυτή την συνολική κρίση των αστικών ρόλων, οι πλατείες είναι εύκολο να κατανοηθεί γιατί έγιναν και γιατί το βασικό υποκείμενο τους ήταν ο διαταξικός “αγανακτισμένος πολίτης”. Ο ιδιαίτερος εθνικός και δημοκρατικός τους χαρακτήρας έχει να κάνει με την ίδια δυναμική του καπιταλισμού η οποία εμφανίζεται σαν κρίση του έθνους κράτους και κρίση των δημοκρατικών κυβερνήσεων. Πλέον ενώ η διαχείριση/αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης γίνεται ακόμα στα πλαίσια των εθνικών κρατών, από την άλλη η δυναμική του καπιταλισμού είναι παγκόσμια. Η ιεραρχίες μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών βαθαίνουν,κάθε χώρα έχει πλέον ένα πολύ συγκεκριμένο ρόλο στην παγκόσμια καπιταλιστική ιεραρχία, ενώ η οικονομική της απόδοση μετράται βάσει των στάνταρ που βάζει το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Αυτό φέρνει και τις δημοκρατικές κυβερνήσεις των χωρών να βρίσκονται ανάμεσα σε μια θυελλώδη αντίφαση, από τη μία να καλούνται να διαχειριστούν την εργασία στο εσωτερικό τους με βάση τα στάνταρ του διεθνούς κεφαλαίου, ώστε να διασφαλίζουν χρηματοπιστωτική ρευστότητα, από την άλλη αυτή η διαχείριση, πολλές φορές σημαίνει πειθαρχεία, υποτίμηση, καταστολή, δηλαδή κίνδυνο κοινωνικής αναταραχής, αστάθειας της κυβέρνησης κτλ. Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, κυρίως στης χώρες έξω από τον καπιταλιστικό πυρήνα-τις πρώτες χώρες- φαίνονται να προδίδουν με εκκωφαντικό τρόπο τους ψηφοφόρους τους.Η μορφή με την οποία εμφανίζεται η βασική αντίφαση στο μεγαλύτερο και συνολικότερο επίπεδο αφαίρεσης είναι η διεκδίκηση της ύπαρξης ενός έθνους κράτους, “πραγματικά ανεξάρτητου”  από τα “ξένα συμφέροντα”, γιατί ξέρουν ότι ένας προλετάριος, συγκροτημένος και αναγκασμένος να αναπαράγεται σε εθνικό επίπεδο, δεν είναι τίποτα ως προλετάριος αν δεν έχει απέναντι του για να διεκδικεί μια “εθνική” ή “τοπική αστική τάξη”. Την ίδια αντίδραση έχουν και αρκετοί  “μεσαίοι” μικροκεφαλαιοκράτες που προλεταριοποιούνται, και είχαν συνηθίσει το κράτος να αποτελεί τον βασικό  εγγυητή του στάτους τους ,μέσω του συνδυασμού κοινωνικών παροχών, φορολογικής και αναπτυξιακής πολιτικής. Τώρα το κράτος σαν συλλογικός καπιταλιστής κάνει πράξη την αναδιάρθρωση. Πλέον οι προλετάριοι και οι μικρομεσαίοι νιώθουν ότι δεν έχουν κανέναν απέναντι τους να διεκδικήσουν πέρα από τις αόριστες και αφηρημένες “αγορές”. Η κρίση του έθνους κράτους βιώνεται ως διάλυση της ταυτότητας του πολίτη, κρίση των αστικών αφηρημένων κοινωνικών ρόλων γενικά, δυσπιστία προς τις κυβερνήσεις που “μας κοροϊδεύουν” μούτζες κτλ, και άνοδος της εθνικής ιδέας, με μορφές που ουσιαστικά ζητούν την δημιουργία ξανά μιας “τοπικής αστικής τάξης”. Η άνοδος της εθνικής ιδέας είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άνοδο της(άμεση) δημοκρατίας, η οποία μεταφράζει με άλλο τρόπο την ίδια ακριβώς ανησυχία, την κρίση των αστικών ρόλων και την αντίφαση που πέφτουν οι δημοκρατικές κυβερνήσεις, και διεκδικεί την ανανέωση της “δημοκρατικής υπόσχεσης” καθώς η αφηρημένη δυναμική του καπιταλισμού πλέον δεν αφήνει περιθώρια για έλεγχο της ατομικής(και συλλογικής) ζωής. Η ρευστοποίηση στην οποία έχουν περιέλθει οι κοινωνικές σχέσεις, το πολυποίκιλο καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας αποκτηθείσας μέσω πίστωσης, ο κατακερματισμός της εργασίας σε μια όλο και πιο ατομική εμπειρία, η ημιεργασία, η δυναμική της βασικής αντίφασης, δεν αφήνει την μετάφραση της εμπειρίας[5] της συγκυρίας να πάρει άλλη μορφή πέρα από την “δημοκρατία” καθώς δεν υπάρχει τίποτα που ενώνει αυτούς τους ανθρώπους, τίποτα κοινό στις άμεσες ιδιαίτερες κοινωνικές τους σχέσεις πέρα από την αφηρημένη ταυτότητα του πολίτη, συγκολλητική κόλλα των οποίων ήταν το κράτος ως βασικός κοινωνικός διαμεσολαβητής. Η συνύπαρξη τους στις πλατείες ως αφηρημένα υποκείμενα ως εννιαίο σώμα αλλά και ως σύνολο ιδιωτών ταυτόχρονα, ήταν και το όριο του αγώνα τους, αυτό που τελικά τους γύρισε σπίτια τους.  Η “πολιτικοποίηση” του αγώνα αυτού ήταν άμεση, και αναπόφευκτη καθώς από την αρχή του ήταν αγώνας των αστικών υποκειμένων ως προς το κράτος. Είτε το έλεγαν έθνος είτε το έλεγαν (άμεση) δημοκρατία, η κίνηση των πλατειών είχε στον πυρήνα της την κρίση των αστικών ρόλων και την ένωση στις πλατείες κάτω από ,μιά αφηρημένη ταυτότητα, σε τελική ανάλυση μια ταυτότητα ως προς το κράτος. Αυτός είναι και ο λόγος που η “κοσμοπολίτικη κάτω πλατεία” δεν ήρθε σε πραγματική ρήξη ποτέ με την εθνική “άνω πλατεία”. Αυτές οι μορφές φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού, διεκδικούν τον επαναπροσδιορισμό της καπιταλιστικής ολότητας με όρους διαχειρίσιμους, συνεπώς μένουν εγκλωβισμένες, ακόμα και σε πιό αφηρημένες μορφές στην βασική αντίφαση: Η ζωή στις παρούσες συνθήκες βιώνεται σαν εξαναγκασμός, είναι αδύνατη, η φυγή από τις παρούσες συνθήκες, κινδυνεύει να οδηγήσει στην όξυνση, στον μεγαλύτερο κατακερματισμό, στην κατάρρευση των ήδη καταρρέοντων κοινωνικών ρόλων. Εγκλωβισμένοι σε αυτή την αντίφαση, οι προλετάριοι, δημιούργησαν τις παραπάνω τακτικές που λόγω του επιπέδου αφαίρεσης τους, βρήκαν ταβάνι πολύ γρήγορα, ενώ άλλοι, επέλεξαν τον “γλυκό δρόμο του φασισμού”.

Τελευταία μορφή που θα ήθελα να αναλύσω είναι η αντίστροφη όψη των πλατειών, που πολλές φορές τις συναντάει, οι ταραχές. Οι ταραχές δεν μπορούν να οριστούν σαν τρόπος αγώνα, παρά σαν πρακτική δραστηριότητα του πιό υποτιμημένου κομματιού του προλεταριάτου, τόσο στην Δύση όσο και σε όλο τον κόσμο. H ιεράρχηση των καπιταλιστικών χωρών σε ζώνες, η εμφάνιση της “πολεοδομίας της εξαθλίωσης” στην Δύση, με τα υποβαθμισμένα προάστια, δείχνουν τις συνθήκες στις οποίες ζουν εντός καπιταλισμού όλοι όσοι βρίσκονται σε κατάσταση αποκλεισμού, μόνιμου, ή σχεδόν μόνιμου πλεονάζοντος πληθυσμού. Αυτή η κατάσταση είναι η αντίθετη όψη από όλους όσους βρίσκονται στην κατάσταση που περιγράφηκε παραπάνω, είναι το φόβητρο τους, το παράδειγμα προς αποφυγή, είναι αυτό που τους εγκλωβίζει στην βασική αντίφαση και τους κάνει να δεχτούν και μια πιθανή υποτίμηση κτλ. Από την άλλη οι αποκλεισμένοι, και όσοι υιοθετούν τις τακτικές τους, βρίσκονται σε μια ρήξη με την κανονικότητα, πρεσβεύουν ακριβώς την απαξίωση πλέον της εμπορευματικής μορφής, που τους πέταξε έξω, την απαξίωση του θεάματος που πρεσβεύει και χαρακτηρίζει η εμπορευματική κυκλοφορία, την απαξίωση και καταστροφή των μέσων παραγωγής ως τέτοιων, ως κομμάτι δηλαδή του κεφαλαίου που με την ανθρώπινη εργασία αναπαράγει την αξία, τα εμπορεύματα κτλ. Από αυτήν την άποψη, η πρακτική αυτή αποτελεί την πιο προωθημένη μορφή δραστηριότητας. Από την άλλη η έκταση και η μορφή που παίρνουν οι ταραχές, δεν συνεπάγεται και την ρήξη με το περιεχόμενο της καπιταλιστικής σχέσης. Οι αποκλεισμένοι ή αυτοί οι εργάτες που παγιδευμένοι στην βασική αντίφαση, επιλέγουν σε μια έκρηξη οργής να καταστρέψουν τα ίδια τα εργοστάσια των οποίων διεκδικούν την επαναλειτουργία, βουλιάζουν ακόμα πιο βαθειά στην αντίφαση, καθώς παρά το μίσος τους, έρχονται αντιμέτωποι με την βασική αντίφαση, βλέπουν ότι δεν είναι δυνατό να αναπαραχθούν εκτός της κυκλοφορίας του εμπορεύματος, εκτός κεφαλαίου. Δεν υπάρχει κανένας κόσμος εκτός από το εμπόρευμα. Αυτό τους οδηγεί σε μια δυναμική αλλά αντιφατική και ασταθή κίνηση μεταξύ των πρακτικών τύπου πλατειών, και τύπου ταραχών, ενώ μέσω του αποκλεισμού τους οδηγούνται στο να τοποθετούν-αυτό που στερούνται, το εμπόρευμα- ακόμα πιο κεντρικά ως “επιθυμία” . Είτε το απαλλοτριώνουν είτε το διεκδικούν στις πλατείες . Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργούνται και εντάσσονται στο απαραίτητο κομμάτι κάθε καπιταλιστικής οικονομίας, της σκιώδους οικονομίας, ή αναπαράγουν άλλες τακτικές που μεν έρχονται σε ρήξη με το εμπόρευμα, αλλά όχι ολική,καθώς έχουν μέσα τους όλα τα συντρίμμια του φετιχισμού του, αναπαράγουν μεταξύ τους σχέσεις κυριαρχίας, φύλου, κτλ. Παρόλα αυτά η οργανική συνάντηση των τακτικών των ταραχών με το υποκείμενο των πλατειών είναι γεγονός, όπως στο Μαϊνταν ή στο Γκεζί. Εκεί ακριβώς το υποκείμενο των πλατειών, συναντήθηκε με τους αποκλεισμένους, και υιοθέτησε τις πρακτικές τους ακριβώς από φόβο να μην μετατραπεί σε αυτούς. Υπό αυτή την σκοπιά η γενική κίνηση του Μαϊντάν και του Γκεζί, αποτελούν πρότυπο της αντιφατικής συνάντησης των πρακτικών της ταραχής και της πλατείας και αποτελούν την καλύτερη απεικόνιση ακριβώς αυτής της συνεχούς αντιφατικής κίνησης του μη υποκειμένου των ταραχών, μεταξύ λατρείας και απαξίωσης του εμπορεύματος, τον εγκλωβισμό του δηλαδή στην βασική αντίφαση αλλά από την άλλη πλευρά αυτή τη φορά. Ο προλετάριος βιώνει την ταξικότητα του ως καταναγκασμό, ως μια αντίφαση μεταξύ υπερ-απαξιωμένης εργατικής δύναμης και εν δυνάμει αποκλεισμένου, ο αποκλεισμένος την βιώνει από την άλλη πλευρά της σχέσης, ως αποκλεισμένος(που δεν μπορεί να ζήσει) και ως εν δυνάμει εργαζόμενος που πάλι δεν θα μπορεί να ζήσει. Ακριβώς αυτή η οργανική σχέση που έχουν οι δύο καταστάσεις, με την βασική αντίφαση, ως πλευρές του ίδιου νομίσματος είναι που δημιουργούν και αυτή την οργανική παλινδρόμηση μεταξύ τακτικών πλατείας και ταραχής, και την συνάντηση των δύο σε συγκρουσιακό ή συνθετικό πλαίσιο. Παραδείγματα αυτών των καταστάσεων από την μία το Μαϊντάν ή το Γκεζί,και από την άλλη οι πορείες των αγανακτισμένων και οι πορείες του Φεβρουαρίου του 2012 στην Ελλάδα, δείχνουν στιγμές συνάντησης αυτών των πρακτικών αντιθετικά. Συνεπώς πάνω σε αυτό το [μη] υποκείμενο που συγκροτούν/και συγκροτούνται από/ αυτές οι διαδικασίες, συναντούμε την ολική απεικόνιση της βασικής αντίφασης, στην πιο ανεπτυγμένη της μορφή. Η συνάντηση των ταραχών με το υποκείμενο των πλατειών, είναι και η συνάντηση των ετερόκλητων υποκειμένων που γεννά η βασική αντίφαση.

Επίλογος: Η βασική αντίφαση και το πρόταγμα του κομμουνισμού

Στον παρόν κείμενο χρησιμοποίησα τον όρο/πλεονασμό “φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμός” για να δείξω δύο πράγματα. Ότι η αντικαπιταλιστική πρακτική, είναι η πρακτική που αναπτύσσουν τα αντιφατικά υποκείμενα της κρίσης, μέσα στα πλαίσια των καπιταλιστικών οριοθετήσεων. Πέρα από αυτό ισχυρίζομαι ότι το αντικαπιταλιστικό πρόταγμα ή πρακτική είναι κάτι που μεταχειρίζεται τις ίδιες τις φετιχιστικές μορφές του καπιταλισμού και ακριβώς για αυτό τον λόγο δεν εμφανίζεται εξ αρχής ως “επαναστατικό” στους διάφορους βερμπαλιστές της επανάστασης ή στους νοσταλγούς του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Παρόλα αυτά δεν ταυτίζομαι με τους φετιχισμούς του αλλά θεωρώ ότι τα όρια που αυτοί οι φετιχισμοί συναντούν ως αναπαραστάσεις της βασικής αντίφασης της συγκυρίας, αποτελούν την όξυνση του αντιφατικού χαρακτήρα των μορφών τους ,( καθώς το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση υπάρχει μόνο μέσω των μορφών του), και επακόλουθα αυτή η όξυνση αποτελεί την ιστορικά καθορισμένη παραγωγή της πιθανότητας και του περιεχομένου της επανάστασης σε αυτή τη περίοδο. Η όξυνση του αντιφατικού χαρακτήρα των μορφών του κεφαλαίου λοιπόν, την οποία συνοψίζω με τον όρο “φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμός” και ο οποίος ανήκει με την σειρά του σε αυτές της μορφές, μεταβάλει διαλεκτικά τις μορφές του κεφαλαίου, άρα και τον αντικαπιταλισμό, δημιουργεί  έτσι τις πιθανότητες και τις συνθήκες που κρύβουν οι ίδιες οι αντιφάσεις μέσα τους, για την μετατροπή ή και το ξεπέρασμα τους, συνεπώς και το ξεπέρασμα του αντικαπιταλισμού ή της εργατικής τάξης κτλ. Αυτή την διαδικασία την ονομάζουμε το τωρινό πρόταγμα του κομμουνισμού ή κομμουνιστικοποίηση. Το ερώτημα κατά τη γνώμη μας είναι πως θα καταφέρει αυτό το ετερόκλητο υποκείμενο να έρθει σε ρήξη με τις αντιφάσεις του εαυτού του και να διανύσει την απόσταση που το χωρίζει από την κατάργηση του εαυτού του.Οι αντιφάσεις πραγματικά ανοίγουν περάσματα, αλλά ταυτόχρονα βιώνονται και ως όρια που δεν υπάρχει κάποια ιστορική αναγκαιότητα που να διασφαλίζει το ξεπέρασμα τους. Η έννοια του φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού συνεπώς έχει σαν σκοπό να αναδείξει το γεγονός ότι οι παρούσες μορφές αγώνα είναι ιστορικά συγκεκριμένες, και δεν είναι ούτε μικροαστικές και ρεφορμιστικές ούτε επαναστατικές αλλά η παραγωγή της επανάστασης ως ρήξη με τον εαυτό τους. Στο κείμενο παρουσίασα τις κυριότερες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται η βασική αντίφαση, στην παρούσα συγκυρία, από την πιο βασική της μορφή στις πιο εκτεταμένες και γενικευμένες. Τέλος ισχυρίζομαι ότι οι πρακτική της ταραχής είναι μεν μορφή φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού αλλά αντεστραμμένου, και γιαυτό αποτελεί το αρνητικό ή θετικό σημείο συνάντησης των όλων των μορφών αγώνα όσων υποτιμούνται και όσων είναι αποκλεισμένοι. Η παραγωγή της επανάστασης δεν θα είναι η πλήρης σύνθεση των πρακτικών αυτών, αλλά το ξεπέρασμα αμφότερων τον πλευρών της αντίφασης, δηλαδή και των πλατειών και των “ταραχοποιών”. Αυτό είναι η κομμουνιστικοποίηση.

Ο όρος “φετιχοποιημένος αντικαπιταλισμός” έρχεται να περιγράψει καλύτερα κατά τη γνώμη μας, και όχι να έρθει σε ρήξη με, το συνολικό σχήμα της απόκλισης των TC, δείχνοντας τη δυναμική που συνδέει και ταυτόχρονα μπορεί να  ξεπεράσει τις παρούσες καπιταλιστικές αντιφάσεις. Τέλος νομίζουμε ότι το σύνολο των πρακτικών του φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού είναι ο “ζωτικός χώρος” κίνησης του [μη] υποκειμένου. Επίσης ο όρος είναι χρήσιμος και ως διαφοροποίηση από της επαναστατικές πρακτικές άλλων περιόδων, που η επανάσταση νοούταν σαν κριτική του κεφαλαίου από την πλευρά της εργασίας, συνεπώς δεν απειλούσε με ρήξη την φετιχοποιημένη κατηγορία της εργασίας σαν τάξης του κεφαλαίου. Τότε η αντιπαράθεση των εργατικών κατηγοριών ήταν επαναστατικός/ ρεφορμιστικός ανάλογα ως προς τα μέσα πάλης για το ίδιο διακύβευμα, την χειραφέτηση της τάξης, από ένα υποκείμενο, τον εργάτη, ενάντια σε κάτι άλλο, το κεφάλαιο. Σήμερα λόγω της κεντρικής αντίφασης, αυτός ο διαχωρισμός μεθόδων δεν μπορεί να γίνει, δεν υπάρχουν ούτε αμιγώς επαναστατικές πρακτικές ούτε ρεφορμιστικές γιατί δεν υπάρχει ένα συμπαγές υποκείμενο, υπάρχει συνολική κρίση και όξυνση, των “φετίχ” δηλαδή αντικαπιταλισμός. Αυτός βιώνεται ως όξυνση των φετίχ άρα ως όξυνση των καπιταλιστικών κατηγοριών με τον εαυτό τους και όχι ως αντιπαράθεση δύο πόλων, σήμερα ο προλετάριος, το μικροαφεντικό κτλ έρχονται σε αντιπαράθεση με το είναι τους, ερχόμενοι σε αντίθεση με το άλλο τους μέσα στην κοινωνία, καθώς αυτά τα δύο(κεφάλαιο και εργασία) έχουν έρθει σε πολύ κοντινή σχέση αλληλεξάρτησης[6]. Η ανάγνωση της βασικής δυναμικής που συνδέει αυτούς τους αγώνες μπορεί να μας δώσει ένα δυνατό όπλο: την ανάγνωση των γεγονότων όχι με όρους “ρεφορμιστικού/επαναστατικού, και συνεπώς την πιθανότητα ή μη επαναστατικής ΄σύμπραξης με αυτά, των “έτοιμων επαναστατών” της αριστεράς ή της αναρχίας, αλλά την αντίληψη των κοινωνικών διαδικασιών ως το ιστορικά συγκεκριμένο πεδίο δυνατοτήτων και δραστηριότητας, μέσα στις αντιφάσεις, όπως εμφανίζονται. Συνεπώς δεν υπαγορεύει σε ποιόν αγώνα να μπούμε-ως μια μορφή Λενινιστικής πρωτοπορίας- αλλά το πως να μεταχειριστούμε τις ίδιες τις αντιφάσεις που υπάρχουν γύρω μας, και υπάρχουμε και εμείς μέσα σε αυτές. Επίσης η έννοια του φετιχοποιημένου αντικαπιταλισμού, γίνεται αντιληπτή όπως και η απόκλιση, το [μη] υποκείμενο κτλ, ως έννοιες ιστορικά καθορισμένες που έχουν σαν αναλυτική αφετηρία και προϋπόθεση το ιστορικό σημείο αναφοράς που αναλύουν, συνεπώς το ξεπέρασμα αυτών των διαδικασιών συνεπάγεται και το ξεπέρασμα αυτών των εννοιών. Δεν διεκδικούν κανένα παράσημο ολιστικής θεωρίας στο πριν, ή το μετά.

[1] για περισσότερες πληροφορίες πάνω στην διαδικασία αυτή δες τα κείμενα των TC “η τωρινή στιγμή“καθώς και το μοντέλο τους για την θεωρεία της απόκλισης. Χρήσιμο επίσης είναι και το κείμενο των blaumachen για το [μη] υποκείμενο. Δίνοντας ένα περιληπτικό σχήμα του τι είναι η απόκλιση θα λέγαμε ότι είναι “οι διακριτές πρακτικές του προλεταριάτου, ο πολλές φορές συγκρουσιακός-αναστοχασμός αυτών των πρακτικών ως βίωμα των ορίων τους, και η θέση ότι αυτές οι πρακτικές παράγονται όλες ως μορφές της αντίφασης που βιώνει το ίδιο το προλεταριάτο εσωτερικά ως τάξη.

[2] η χειραφέτηση του προλεταριάτου ως τάξης ήταν η κριτική του καπιταλισμού από την σκοπιά της εργασίας, και η πραγμάτωση του κομμουνισμού ως απελευθέρωση της εργασίας. Αυτό έγινε σε εποχές που η μορφή της συσσώρευσης έδειχνε τους εργάτες ως απολύτως απαραίτητους στην παραγωγή, γιαυτό και αυτοί διεκδικούσαν να επικρατήσουν ως πολος συνολικά στην σχέση κεφάλαιο. Όμως η δυναμική του καπιταλισμού, και η συνεχής αναδιάρθρωση του, πλέον, οδήγησε στην πτώση του  ποσοστού κέρδους και στην χρηματοπιστοτικοποίηση του, αυτή η διαδικάσία άρχισε να παράγει όλο και περισσότερους μόνιμα αποκλεισμένους ενώ ταυτόχρονα ρευστοποιούσε και περιέπλεξε την  μορφή της εργασίας, κυρίως στη δύση. με αποτέλεσμα την σταδιακή ρευστοποίηση του ιστορικού υποκειμένου της εργασίας. Αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με αλλαγή στο περιεχόμενο της καπιταλιστικής σχέσης, η οποία πάντα είναι η εκμετάλλευση του καταβεβλημένου χρόνου εργασίας. Αντίθετα πρέπει να γίνει αντιληπτό σαν αλλαγή της μορφής που πήρε αυτή η εκμετάλλευση.

[3] οι συγκεκριμενες αντιφάσεις σαφώς και έχουν την ρίζα τους στην βασική αντίφαση που περιγράψαμε. Παρόλα αυτά η βασική αντίφαση δεν αποτελεί τίποτα άλλο από μορφή έκφρασης στον πεδίο των αστικών κοινωνικών κατηγοριών, αυτού που ο Μάρξ ορίζει ως “αντίθεση της βάσης του κεφαλαίου, με την δυναμική της ιστορικής του εξέλιξης” ή όπως το διατυπώνει καλύτερα ο ίδιος: “Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία. Προϋπόθεσή της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου. Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή ­–η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή από την εφαρμογή αυτής της επιστήμης στην παραγωγή. […] Δεν παρεμβάλλει πια ο εργάτης το τροποποιημένο φυσικό αντικείμενο σαν ενδιάμεσο όρο ανάμεσα στο αντικείμενο και τον εαυτό του· αντίθετα, παρεμβάλλει τη φυσική διαδικασία –που την μετατρέπει σε βιομηχανική– σαν μέσο ανάμεσα στον εαυτό του και την ανόργανη φύση, που την εξουσιάζει. Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντά της.”  ή Στο ξεδίπλωμα της ιστορικής αυτής δυναμικής ο χρόνος εργασίας, ως μέτρο της αξίας γίνεται όλο και πιό ακατάλληλος“[Postone, time, labor and social domination]. Είναι σαφές λοιπόν ότι όλα αυτά έχουν στενότατη σχέση με μια θεωρεία των κρίσεων.  Αυτή είναι η βασική ιστορική αντίφαση την πιό αφηρημένη μορφή της η οποία τώρα πυροδοτεί το “βίωμα της εργατικής τάξης, ως καταναγκασμό”.

[4] Εντυπωσιακό είναι ότι η ΟΑΚΚΕ(!?) για παράδειγμα στις Σκουριές έχει συλλάβει την έκταση αυτής της αντίφασης-αν και παίρνει θέση κατάφασης σε αυτή- η οποία στις συγκεντρώσεις υπέρ των μεταλλείων χρυσού έλεγε ότι τα μεταλλεία και τα εργοστάσια πρέπει να δουλεύουν για να “παίζει εκεί ταξική μπάλα το προλεταριάτο…” μπρος σε αυτή την αντίφαση και υπό το βάρος του άκρατου παρανοϊκού εργατισμού, η ΟΑΚΚΕ πήρε θέση υπέρ των μεταλλείων.

[5] Με τον όρο δημοκρατία οι διαδηλωτές σίγουρα δεν εννοούν την επαναφορά της σαπίλας της αστικής δημοκρατίας. Παρόλα αυτά δεν έρχονται σε ρήξη με το σχήμα “αφηρημένο συλλογικό/ συγκεκριμένο ιδιωτικό” που συγκροτεί την ατομική έννοια του πολίτη, δηλαδή ο όρος κουβαλάει ακόμα έντονα έναν κατακερματισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που έγινε τόσο δημοφιλής και κατάφερε να εκφράσει τις ανησυχίες των πλατειών, κατάφερε να συλλογικοποιήσει το κατακερματισμένο, το διαμεσολαβημένο το ετερόκλητο κτλ κτλ. Συνεπώς δεν αρκεί η επανανοηματοδότηση της λέξης δημοκρατία, αλλά η πλήρης ρήξη με την προϊστορία της. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η χωροταξία αυτών των κινημάτων, δεν ήταν τυχαία, και η συγκέντρωση στις πλατείες δεν ήταν απλά μορφή της “πολιτικοποίησης τους”. Πχ το ότι συγκεντρώνονταν μπροστά από τα δημόσια κτήρια δεν είχε να κάνει μόνο με το ότι εγκαλούσαν τις κυβερνήσεις από πολιτική σκοπιά. Αρχικά αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές καθώς πχ σε διάφορες περιπτώσεις όπως της Βουλγαρίας ή της Θεσσαλονίκης, ο κόσμος απλά συγκεντρώθηκε σε δημόσιους χώρους. Πριν απαντήσουμε λοιπόν στο γιατί πήγαν μπροστά από κυβερνητικά κτήρια, θα πρέπει να δούμε το ερώτημα γιατί βγήκαν, ως αφηρημένες υπάρξεις. Και εδώ εμφανίζεται μια μορφή της βασικής αντίφασης, ως ρευστοποίησης του προλεταριάτου. Για πολλούς λόγω της αντίφασης που βιώνει η εργατική τάξη, ο χώρος εργασίας δεν ήταν προνομιακό πεδίο αντιπαράθεσης, ενώ για άλλους η εργασία η ίδια δεν ήταν ζήτημα αντιπαράθεσης, πχ τους αυτοαπασχολούμενους. Η αδυναμία λοιπόν πρακτικού χειρισμού της αντίφασης της εργατικής τάξης από την ίδια την τάξη, είναι που ωθεί σε μεγάλο βαθμό τα κινήματα να πολιτικοποιηθούν-ως “κεϋνσιανικό αντανακλαστικό” από το παρελθόν- και ζητούν ουσιαστικά την πολιτική διαμεσολάβηση ενός τρίτου, στο αδιέξοδο της εργασίας. Αυτό σαφώς εντάσσεται στα πλαίσια μιας φετιχοποιημένης αντίδρασης καθώς βασίζεται στην φετιχοποιημένη αντίληψη του κράτους ως ουδέτερου διαμεσολαβητή.

[6] Αυτή η πολύ κοντινή σχέση αλληλεξάρτησης δεν αναιρεί αυτό το οποίο περιγράφεται από πολλούς ως “μερική αποσύνδεση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, από την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης” αλλά μάλλον την προϋποθέτει, δηλαδή αυτή ακριβώς η αποσύνδεση είναι που κάνει το κεφάλαιο, να γίνεται όλο και πιό πολύ X-X’ το κάνει πιό επισφαλές, το κάνει να ζητά και τ μέλλον της εργασίας και το αναγκάζει να ξαναγυρνά στην “μίζερη” και “βρώμικη” διαδικασία της εργασίας, δηλαδή το κεφάλαιο μεταχειρίζεται την εργασία σαν αναγκαίο κακό, σαν έξοδο(σε αντίθεση με την κεϋνσιανή περίοδο). και γιαυτό ενώ την έχει ανάγκη την “πιέζει προς τα κάτω, απόλυτα ή σχετικά”ή την αποβάλλει. Έτσι όμως το κεφάλαιο έρχεται σε αντίφαση με τον εαυτό του, με το περιεχόμενο του, ακριβώς αυτή η αντίφαση, βιωμένη από την πλευρά της εργασίας, του άλλου πόλου είναι ο αντίστροφος καταναγκασμός, ο καταναγκασμός του να είσαι εργάτης και παρόλα αυτά να μην μπορείς να αναπαραχθείς. Ακριβώς γιαυτό μιλάμε για κρίση της σχέσης των δύο πόλων, και άρα κρίση του εαυτού τους. Με άλλα λόγια, και λίγο πιό απλοϊκά, θα λέγαμε ότι όσο το κεφάλαιο προσπαθεί να απεξαρτηθεί από την εργασία τόσο πιο εξαρτημένο γίνεται, και αντίστροφα για το προλεταριάτο

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: