//
you're reading...
Αναλύσεις

Το νέο (ή παλιό) ταξικό σχολείο

old-classroom

Και εγένετο εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, το όνομα αυτής Νέο Λύκειο εν έτει 2013.

Η νέα μορφή του Λυκείου είχε προαναγγελθεί ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβρη. Η λογική που θα το καθόριζε θα ήταν λίγο πολύ γνωστή και κινείται στο γενικότερο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης. Το σχολείο γίνεται ακριβώς αυτό που λέει, πιο ανταγωνιστικό και πιο κοντά στις σύγχρονες απαιτήσεις(sic). Το σχολείο είναι ο σημαντικότερος «θεσμός» προετοιμασίας, «κατασκευής» αυτού του «ιδιόμορφου εμπορεύματος» που λέμε εργατική δύναμη. Στο πλαίσιο αυτό προετοιμάζει την εργατική δύναμη για το μέλλον,(τα κατάλληλα εφόδια για την αγορά εργασίας το λένε) αλλά και την «ξεδιαλέγει» την διαχωρίζει σε επιμέρους κατηγορίες απόδοσης ώστε το εργατικό δυναμικό να κατανεμηθεί στους ανάλογους τομείς παραγωγής. Είναι η «ιερή στιγμή» της εκπαίδευσης. Το σχολείο λοιπόν δεν πρέπει να γίνεται μονολιθικά κατανοητό ως «η διδασκαλία του συστήματος» ούτε ως «η αυταξία του αγαθού που λέμε παιδεία» ΄πως πολύ χαρακτηριστικά και άστοχα συνεχίζει να είναι η υπερασπιστική γραμμή της Αριστεράς. Το σχολείο πρέπει να γίνει κατανοητό ως αυτό που είναι σχεδόν το κάθε τι μέσα στον καπιταλισμό, δηλαδή μιά αντίφαση, ένα πεδίο κοινωνικού ανταγωνισμού, από τη μία σχηματοποιεί την ανθρώπινη δημιουργικότητα σε όρους απόδοσης και αξίας της εργατικής δύναμης και λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός, από την άλλη παρέχει τα ίδια τα μέσα της αμφισβήτησης του, παρέχει γνώσεις ανάγνωσης, τεχνικής, κοινωνικοποίησης ,παρέχει τις δυνατότητες στους προλετάριους να αμφισβητήσουν την ίδια τους την εργαλειοποίηση, να γίνουν απείθαρχοι. Αυτή είναι μια αντίφαση που διέπει τον καπιταλισμό στο σύνολο του.

Το νέο σχολείο λοιπόν θα έχει λιγότερα μαθήματα, πανελλαδικώς εξεταζόμενα, τα μαθήματα θα είναι μόνο 4. Τα επιστημονικά πεδία θα μειωθούν από όσα ήταν σε 3 και μάλιστα θα υπάρχει ειδικό «μπατσοπεδίο» για όσους θέλουν να πάνε σε στρατιωτικές σχολές και σώματα ασφαλείας. Οι μαθητές θα εξετάζονται σε πλήθος μαθημάτων ,ενώ κατά την αποφοίτηση προβλέπεται και μαθητεία τύπου «πρακτικής».  Πέρα από τα διάφορα μαθήματα τα οποία κυμαίνονται στα ίδια πάνω κάτω περιεχόμενα με αυτά του παλιού συστήματος(με εξαίρεση το νέο μάθημα της δημοκρατικής παιδείας!), έμφαση έχει δοθεί στο κομμάτι της περιβόητης(και αναλόγως εμετικής) «αξιοκρατίας». Τι είναι λοιπόν αυτή η αξιοκρατία; είναι βασικά αυτό ακριβώς που λέει, με βάση κάποια κριτήρια απόδοσης, πειθαρχίας και αξίας ουσιαστικά, το άτομο αποκτά και την ανάλογη πρόσβαση στις ανάλογες εργασιακές ευκαιρίες, δηλαδή θα οδηγηθεί σε έναν ορίζοντα επιλογών που η εργασιακή του δύναμη αμείβεται καλύτερα απ τον άλλων. Σημαίνει ότι το κεφάλαιο παίρνει πάντα «αυτό το οποίο πληρώνει»(ότι και αν σημαίνει αυτό, απόδοση, πειθαρχία κτλ) και από την πλευρά της «εργασίας» η αξιοκρατία ενσαρκώνει με καθαρότατους όρους το αίτημα μεταξύ των προλετάριων για πιο «αποδοτικό/αυστηρό ανταγωνισμό» για ενσωμάτωση στην εργασία, αξιοκρατία είναι η ιδεολογική και διαδικασιακή αποτύπωση του ανταγωνισμού μεταξύ των προλετάριων και του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων για καλύτερης(ή χειρότερης, πιο υποτιμημένης) ποιότητας εργατών,με λίγα λόγια ξεσκαρτάρισμα και κατακερματισμός. Είναι η ευρύτερη ανταγωνιστική κοινωνική διεργασία με την οποία το κεφάλαιο «κατασκευάζει» και κατανέμει την εργατική δύναμη σε μια διαβαθμισμένη κλίμακα, δυνατοτήτων, προσόντων και προσδοκιών, άρα αξίας .Η αντιφατική φύση αυτών των διαδικασιών δεν είναι ουσιαστικά παρά μια όψη των αντιφάσεων γενικότερα του καπιταλισμού και αντικατοπτρίζεται πλήρως στην πλειοψηφία των αγώνων που συμβαίνουν στην εκπαίδευση οι οποίοι αποτελούν έκφραση της ευρύτερης ταξικής πάλης.

Τι είναι λοιπόν αυτό το νέο σχολείο; Το νέο σχολείο, όπως και κάθε «σχολείο» πρέπει να προσαρμόζεται στις γενικότερες απαιτήσεις της «κοινωνίας». But these is  no such thing as society όπως πολύ εύστοχα το είχε θέσει η Θάτσερ. Υπάρχει κοινωνικός ανταγωνισμός, και δεν υπάρχει πιο αυτονόητος τρόπος να κατευθύνεις την ποιότητα, την αξιολόγηση και την κατανομή της εργασιακής δύναμης(και συνεπώς την ανταγωνιστικότητα της, το μέγεθος και τη διάρθρωση του γενικού κεφαλαίου κτλ) από το να επηρεάσεις τη διαδικασία δημιουργίας της, που κατά βάση αυτή η διαδικασία( είναι αποτέλεσμα του ταξικού ανταγωνισμού) πραγματώνεται μέσω του σχολείου. Το σχολείο(όπως και το πανεπιστήμιο)  είναι πεδίο ταξικού ανταγωνισμού και «αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης» δεν σημαίνει τίποτα άλλο από επίθεση του κεφαλαίου για να αλλάξουν οι συσχετισμοί που εκφράζει η παρούσα μορφή της, να αλλάξει η κατανομή της εργασιακής δύναμης. Η αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης πάει χέρι χέρι με τον ταξικό ανταγωνισμό, με τις ανάγκες του κεφαλαίου σε καιρό κρίσης, η κρίση της εκπαίδευσης είναι όψη της καπιταλιστικής κρίσης συνολικά, είναι κρίση αναπαραγωγής και ταυτόχρονα η διαδικασία επαναφοράς της. Συνεπώς ας ξεχάσουν κάποιοι τις παραδοσιακές προσεγγίσεις τους, κανένας δεν θέλει να «πουλήσει την εκπαίδευση»-καθώς δεν ανήκει σε κανέναν εξαρχής, η ιδιωτικοποίηση, οι συνεχιζόμενες πανελλαδικές και εξετάσεις η εντατικοποίηση εκφράζουν την γενική επίθεση,η πραγματοποίηση τους εκφράζει την γενική ήττα ,την έμπρακτη αλλαγή των συσχετισμών. Το νέο σχολείο καλείται να συμμετάσχει πιο έντονα στο ευρύτερο πνεύμα αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης, να συμμετάσχει πιο έντονα στην κατανομή της εργασιακής δύναμης σε μια διαβαθμισμένη κλίμακα διαχωρισμών και αξιολόγησης.

Πέρα όμως από την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της «αξιοκρατίας» και το τι σημαίνει αυτό με όρους γενικού κεφαλαίου και αναδιάρθρωσης πάμε να το δούμε λίγο πιο ειδικά. Η αύξηση του ανταγωνισμού θα φέρει αύξηση στις δουλειές των «φροντιστηρίων». Πέρα από το ότι αυτό σημαίνει «ανάπτυξη» σε αυτόν τον τομέα, σημαίνει και υποχρεωτική κίνηση του χρήματος, μείωση της αποταμίευσης, αύξηση της ταχύτητας των χρηματικών συναλλαγών γενικά. Σημαίνει επίσης στην πράξη ξεσκαρτάρισμα των υποψήφιων εργατών με πλήθος τρόπων, οι ήδη υποτιμημένοι αποκλείονται από τη διαδικασία, αφού δεν θα έχουν να κινήσουν τόσο χρήμα για να μετάσχουν και αυτοί στον ανταγωνισμό, συνεπώς η δυνατότητα της «κοινωνικής κινητικότητας» που λεν και οι κοινωνιολόγοι μειώνεται, οι προσδοκίες μειώνονται και παραμένουν χαμηλές για καιρό, η αξία της δύναμης τους πέφτει, και επίσης ακόμα και όσοι έχουν το χρήμα να μετάσχουν στον «αγώνα δρόμου» αυτό δεν σημαίνει ότι θα κερδίσουν(καθώς οι εξετάσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολες, όλο και πιο πολλές) κτλ…και αυτοί-οι χαμένοι- θα πέσουν στο επίπεδο του φτηνού εργάτη. Ο σχετικά μεγάλος αριθμός όλων αυτών θα ρίξει την αξία της δύναμης τους ακόμα περισσότερο ενώ θα απομαζικοποιήσει και την τάξη των «δυνάμει εργατών, των φοιτητών που απαιτούν αυτό που δεν μπορεί πλέον να τους δοθεί  και συνεπώς αντιστέκονται στην σύνδεση πανεπιστημίου-αγοράς». Αυτό το νέο υποτιμημένο προλεταριάτο θα εκπαιδευτεί φτηνά, ευέλικτα , κατακερματισμένα και γρήγορα με την «δια βίου μάθηση», που είναι η εκπαιδευτική μορφή που ταιριάζει στην «ελαστική εργασία» . Αυτή η διαδικασία είναι εμφανής σε ευρύτερο πλαίσιο: πολλές εξετάσεις στο λύκειο και μειώσεις των εισακτέων σε σχολές και κυρίως στις «καλές σχολές» κτλ. Έτσι η κατανομή αλλάζει, και μάλιστα με υποτιμημένους όρους, σε μια προσπάθεια να γίνει άμεσα σύνδεση των «αναγκών της αγοράς εργασίας» με την εκπαιδευτική διαδικασία γενικότερα(τόσο την δευτεροβάθμια όσο και την τριτοβάθμια).[1] Οι λίγοι επιτυχημένοι αυτής της ιστορίας θα είναι ευνοημένοι μόνο σε σχέση με τους υπόλοιπους, το κεφάλαιο απαιτεί την αλλαγή κατανομής, την εμβάθυνση των διαχωρισμών, της ατομικότητας(όλο και περισσότερος ανταγωνισμός για όλο και λιγότερες «καλές» θέσεις) και τη μείωση των προσδοκιών,περισσότερους υποτιμημένους και ευέλικτους προλετάριους(βλ και την 3η υποσημείωση για τη σχέση αυτού με τη νέα μορφή του πανεπιστημίου). Καθώς οι αγώνες στα πανεπιστήμια αλλά και γενικότερα από την δεκαετία του 80′ και μετά οδήγησαν σε μια «ακριβή εργασιακή δύναμη και σε πολλές προσδοκίες » και σε ένα αίτημα για ενσωμάτωση στην εργασία με ευνοϊκότατους όρους(μονιμότητα, σχετικά καλούς μισθούς, ελαφριές εργασίες, αποφυγή των πολύ υποτιμημένων εργασιών τόσο ως προς το κύρος όσο και ως προς το μισθό), αυτό εμφανίστηκε ως έκρηξη της μεσαίας τάξης και της μικροϊδιοκτησίας στην Ελλάδα. Η «ανάπτυξη» έγινε σε τέτοια βάση, ήταν αποτέλεσμα των -αντιφατικών-ταξικών αγώνων.

Από το σχολείο στο πανεπιστήμιο. Άρα πρέπει να ζητάμε πτυχία με αξία;                                                                                                             Το αίτημα για πτυχία με αξία δεν αντικατοπτρίζει την αντίσταση ενάντια στην υποτίμηση. Το αίτημα για πτυχία με αξία παρουσιάζει αρκετές προβληματικές. Αρχικά είναι αίτημα που αναπαράγει(αναπόφευκτα) τον αξιολογικό και υλικό διαχωρισμό μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας και γενικά των επιμέρους διαχωρισμών, τον διαχωρισμό αυτόν στην εκπαίδευση, στην παραγωγή στους μισθούς κτλ. Τον αναπαράγει αναπόφευκτα καθώς ο ρόλος του πτυχίου είναι ακριβώς τέτοιος, είναι η πιστοποίηση του γνωστικού διαχωρισμού, και του ανάλογου διαχωρισμού στην παραγωγή, στην κατανομή κτλ.[2] Οι διάφορες συζητήσεις επ’ αυτού στον χώρο της αριστεράς, εμμένουν σχεδόν εμμονικά στη συζήτηση περί πτυχίων(μάλλον για πολιτικάντικους λόγους) και υπεκφεύγουν γύρω από την αντιφατική και αδιέξοδη κατάσταση του ζητήματος. Το αίτημα για πτυχία με αξία-από αντικαπιταλιστική σκοπιά- είναι ένα αίτημα που απλά ζητάει ο διαχωρισμός, η αξιολόγηση και η κατανομή της εργατικής δύναμης να γίνεται με παλαιότερους όρους και όχι με αυτούς που επιδιώκει το κεφάλαιο στην παρούσα φάση συσσώρευσης, όμως δεν ρίχνει τους διαχωρισμούς. Εξακολουθεί να έχει τον ίδιο πυρήνα με την καπιταλιστική λογική, ότι απαιτεί με βάση την πιστοποίηση και την αξιολόγηση/διαχωρισμό γνώσεων και ανάλογες ιεραρχήσεις στους μισθούς και στην κατανομή της εργατικής δύναμης. Οι συζητήσεις όσο μένουν στο πτυχίο(ή στο δημόσιο με ιδιωτικό) είναι αδιέξοδες. Οι αγώνες αυτοί επίσης αναπαράγουν αυτούσιο το αίτημα για «αξιοκρατία» κυρίως όταν συνδυάζονται με συζητήσεις περί ΚΕΠ. Η συζήτηση του στιλ «εγώ έστρωσα τον κώλο μου να διαβάσω και να μπω στο πανεπιστήμιο και θα έχει τώρα αυτός τα ίδια δικαιώματα με εμένα; τα ίδια κάνουμε; το πρόγραμμα σπουδών τους είναι της πλάκας κτλ» ακόμα ηχεί μεταξύ των φοιτητών. Αν αυτό δεν είναι αίτημα για αξιοκρατία τότε τι είναι; Αν δεν είναι ανταγωνισμός μεταξύ των προλετάριων για ενσωμάτωση στο κεφάλαιο τότε τι είναι; Οι φοιτητές αντιδρούν συντεχνιακά, σαν εμπορεύματα που απαξιώνονται λόγω της ύπαρξης ενός όμοιου και πιο φτηνού εμπορεύματος στην αγορά-τον απόφοιτο ΚΕΠ, δεν κάνουν (έμπρακτη) κριτική γενικά στη σχέση κεφάλαιο, στην εκπαίδευση ως καπιταλιστική λειτουργία κτλ. Δεν ισχυριζόμαστε εδώ ότι κάτι τέτοιο δεν είναι ταξικός αγώνας, δεν είναι όμως αντικαπιταλιστικός, δεν έχει κάν προοπτικές να γίνει, (στα πλαίσια μιας προσπάθειας «αύξησης της αυτοπεποίθησης της τάξης» όπως διάφορα κομμάτια της Αριστεράς ισχυρίζονται) καθώς αναπαράγει και βασίζεται πάλι σε καπιταλιστικούς διαχωρισμούς.[3] Το σύνολο αυτών των αγώνων είναι ταξικοί, αλλά όχι επαναστατικοί, όχι αντικαπιταλιστικοί-όπως αυτοπαρουσιάζονται. Είναι αντιφατικοί στο βαθμό που είναι αντιφατική γενικά η σχέση κεφάλαιο, και όσο ενάντια είναι στη συγκυρία του κεφαλαίου τώρα άλλο τόσο κατάφαση προς αυτό είναι γενικά, κινούνται εντός των ορίων της. Είναι σύγκρουση παλαιότερων διαχωρισμών/αναπαραγωγής/κατανομής vs τους αναγκαίους διαχωρισμούς του τώρα. Είναι σύγκρουση κεϋνσιανισμού εναντίον κρίσης. Όμως το πραγματικό κίνημα είναι αυτό που καταργεί όλους τους διαχωρισμούς, όχι αυτό που αναπαράγει άλλους διαχωρισμούς ως άμυνα ενός κατακερματισμένου προλεταριάτου. Η μόνη διέξοδος προς ένα τέτοιο κίνημα θα ήταν μια σειρά επιθετικών αιτημάτων που θα έριχναν γέφυρες με το προλεταριάτο αντί να ζητούν ή να βασίζονται σε διαχωρισμούς.

Η έντονη αξιολόγηση, η αξιοκρατία, τόσο στους εκπαιδευτικούς, όσο και στους μαθητές, οι πολλές και δύσκολες εξετάσεις δεν είναι τίποτα άλλο παρά η βεβαίωση ότι επιτέλους το σχολείο (και ακόλουθα το πανεπιστήμιο) θα συνδεθεί πλέον με τις «απαιτήσεις της αγοράς» και συνεπώς θα διασπάσει εντελώς τις ταξικές σχέσεις. Το κεφάλαιο μετράει νίκες, και εμείς όχι απλά μετράμε ήττες αλλά οι αγώνες μας, αδυνατώντας έστω και θεωρητικά να διατυπώσουν μια συνολική κριτική(τόσο ως προς το κεφάλαιο όσο και ως προς τη γνώση του), την ίδια στιγμή που αποτελούν αγώνες αποτελούν και κατάφαση.

Σημειώσεις

[1]η «αγορά εργασίας» δεν είναι τίποτα άλλο από τις ανάγκες της συνολικής κίνησης του κεφαλαίου ως σχέσης,  δηλαδή σε ποιους τομείς παραγωγής, τι είδους και σε τι ποσότητες εργάτες έχει ανάγκη το κεφάλαιο στη παρούσα φάση. Είναι η διαλεκτική διαμόρφωση του κεφαλαίου κοινωνικά: από τη μία η κίνηση των προλετάριων προς καλύτερα αμειβόμενες εργασίες ή λιγότερο χρόνο και η απαίτηση το κεφάλαιο να τους ενσωματώσει με τέτοιους όρους, και από την άλλη η κίνηση των κεφαλαιούχων, που επενδύουν, πως θέλουν να κινηθούν οι ίδιοι κτλ. Είναι εμφανές δηλαδή ότι στον πυρήνα αυτού βρίσκεται ο ανταγωνισμός. Σε φάση «επέκτασης» της συσσώρευσης τα παραπάνω μπορούν να συνδυαστούν, όσο υπάρχουν περιθώρια κερδοφορίας κι η παραγωγικότητα της εργασίας ανεβαίνει πολύ γρήγορα, μέσω ενός σημείου ισορροπίας που εκφράζεται με έντονη επιρροή των εργατών στην συνολική κατανομή της εργασιακής δύναμης, οι εργάτες όντως ενσωματώνονται με ευνοϊκούς όρους σε μιά οικονομία που κάνει φυγή από τα χειρωνακτικά επαγγέλματα, τα κακώς αμειβόμενα κτλ, και  με κεϋνσιανές πολιτικές. Είναι λογικό οι εργάτες να συρρέουν προς τα εκεί που η εργασιακή τους δύναμη αμείβεται καλύτερα κι γενικά είναι «καλύτερη η δουλειά», μέχρι ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης να ρίξει αυτή την αμοιβή λόγω υπερπροσφοράς, όμως η εργατική τάξη(ή η εν δυνάμει, δηλαδή οι φοιτητές) θα συνεχίσουν να πιέζουν προς αυτή τη κατεύθυνση .Σε καιρό κρίσης τα παραπάνω γίνονται ασυνδύαστα και «εκρηγνύονται» , καθώς οι εργάτες συνεχίζουν να πιέζουν προς τα εκεί που πίεζαν, ενώ οι κεφαλαιοκράτες(και το κράτος) βλέπουν ότι αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, δεν μπορούν να απορροφηθούν οι εργάτες σε τέτοιες τιμές και σε τέτοιους αριθμούς όπως παλιά και οι «επενδύσεις» και οι ανάγκες τις «οικονομίας»εμφανίζονται να κινούνται «αντίθετα» από αυτό που απαιτούν οι προλετάριοι. Η όξυνση αυτής της αναντιστοιχίας(προσδοκιών του προλεταριάτου και αναγκών του κεφαλαίου), η όξυνση της πάλης δηλαδή, εμφανίζεται και ως κρίση της παιδείας, κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος, ως αναντιστοιχία της διαδικασίας «κατασκευής της εργασιακής δύναμής και των αναγκαίων συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου». Οι φάσεις αυτές δεν είναι τίποτα παραπάνω ουσιαστικά από τις φάσεις ανόδου και καθόδου ενός κύκλου συσσώρευσης.

[2]Η αντιφάσεις της μαρξιστικής λενινιστικής αριστεράς σε αυτό το σημείο δεν πρέπει να ερμηνευτούν μόνο στα πλαίσια ενός πολιτικαντισμού που έχει ως σκοπό απλά την αναπαραγωγή των ίδιων των αριστερών πολιτικών σχηματισμών, αλλά και στις αντιφάσεις της ίδιας της θεωρητικής Λενινιστικής παράδοσης καθώς και στον ίδιο τον μαρξισμό γενικά. Ο Μάρξ στα Grundrisse υιοθετεί μια κριτική στην επιστήμη αλλά μετά ακολουθεί μια θετικιστική στάση ως προς την «επιστημονική γνώση» ως ουδέτερη. Το ίδιο κάνει σε γενικές γραμμές και ο Λένιν ο οποίος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα με το «η επιστήμη στο συμφέρον του λαού» δηλαδή μιας ξεχωριστής διαχωρισμένης σφαίρας η οποία όμως δεν εξυπηρετεί πλέον τα συμφέροντα του κεφαλαίου αλλά των εργατών μέσω της διαμεσολάβησης του «εργατικού κράτους». Αυτή η θέση δεν αλλάζει τον αλλοτριωμένο χαρακτήρα γνώσης-εργασίας που αντιπροσωπεύει η επιστήμη σε τίποτα, αυτό μπορεί να δειχτεί τόσο θεωρητικά όσο και ιστορικά, καθώς ο διαχωρισμός επιστήμης/χειρωναξίας(και η επακόλουθη ύπαρξη του κράτους) είναι η γνωσιακή αποτύπωση των σχεσιακών διαχωρισμών στις σχέσεις παραγωγής, διαχωρισμοί που στην ΕΣΣΔ δεν άλλαξαν.

Η Σχολή της Φρανκφούρτης και κυρίως ο Μαρκούζε(που επηρέασε αρκετά ένα κομμάτι της αριστεράς) έχει επίσης αντικρουόμενη άποψη. Από τη μία δηλώνει ορθά ότι η γλώσσα, η επιστημονική γνώση, το πανεπιστήμιο κτλ δεν είναι ανεξάρτητα από το κεφάλαιο, αλλά λειτουργούν παρέχοντας του γνώση προς παραγωγή, και ότι μάλιστα ο χυδαίος πρακτικισμός, ο θετικισμός, κτλ όχι μόνο της εκπαίδευσης αλλά και της σύγχρονης κουλτούρας γενικότερα όχι μόνο είναι διαχωρισμός μεταξύ των εργατών και της γνώσης αλλά και η μέθοδος αναπαραγωγής του διαχωρισμού και του φετιχισμού αυτού πέρα από τα στενά όρια της εκπαιδευτικής διαδικασίας και του σχολείου/πανεπιστημίου. Παντού γύρω μας περιτριγυριζόμαστε από μια μαζική κουλτούρα που δέχεται ως ορθό και επιβεβαιωμένο μόνο το υπαρκτό, το μετρήσιμο, το πρακτικό, το άμεσα εφαρμόσιμο εγκλωβίζοντας μας για πάντα στην «αντικειμενικότητα της επιστήμης» στην αναγκαιότητα και αναπαραγωγή του διαχωρισμού δηλαδή, στις ανάγκες της σχέσης κεφάλαιο γενικά- μέτρηση, αγορά, πρακτική εφαρμογή, εργαλειοποίηση κτλ. Η Σχολή της Φρανκφούρτης ονόμαζε αυτές τις επιστήμες, «επιστήμες του υπαρκτού»που μελετούν τον κόσμο ως αποτέλεσμα δεδομένων-φυσικών σχέσεων και έχουν ως σκοπό την διατύπωση συμπερασμάτων άμεσα εφαρμόσιμων σε αυτές τις συνθήκες. Τις θεωρούσαν καθαρά αστικό φαινόμενο, διέγνωσαν την απαρχή τους στην απαρχή του κεφαλαίου, στην εποχή του διαφωτισμού. Όμως αντέτασσε λανθασμένα σε αυτό την καθαρή φιλοσοφία.

Από την άλλη ως απάντηση σε αυτή την «ανελευθερία» στοχασμού και στον χυδαίο πρακτικισμό θεωρεί ότι πρέπει να δημιουργήσουμε «καθαρά πνευματικά σχολεία», που ο πρακτικισμός και η πρακτική γνώση θα απουσιάζουν εντελώς και ο κόσμος εκεί απλά θα στοχάζεται, και κάπως έτσι θα βγει το όραμα για το μέλλον, καθώς αυτοί απαλλαγμένοι από την αναγκαιότητα της εργασίας, του κεφαλαίου και συνεπώς της αλλοτρίωσης θα μπορούν να στοχαστούν πέρα από τους εκβιαστικούς εξαναγκασμούς της καπιταλιστικής κοινωνίας». Θέλει δηλαδή έναν άλλης μορφής διαχωρισμό, δεν θέλει-όπως γίνεται- η διαχωρισμένη γνώση να ξανακυλά μέσα στη αναπαραγωγή(σαν γνωσιακό κεφάλαιο) του κεφαλαίου μέσω της εξειδικευμένης εργατικής δύναμης, αλλά θέλει ένα μοντέλο ανάλογο με αυτό της αθηναϊκής φιλοσοφίας, που κάθε άλλο παρά με απελευθερωτικό μοιάζει….

[3] Η συγκεκριμένη κριτική που είχε γίνει τότε από την πλειοψηφία του φοιτητικού κινήματος δεν κατανοεί το βάθος της δήλωσης -το πανεπιστήμιο παράγει εμπορεύματα. Δεν παράγει μόνο εμπορεύματα μέσω της έρευνας, αλλά κυρίως παράγει το πιο σημαντικό εμπόρευμα- την εργασιακή δύναμη- και κυρίως αυτήν της μέσης και ανώτερης «ποιότητας». Συνεπώς το πανεπιστήμιο(και η εκπαίδευση γενικότερα) είναι μια παραγωγική διαδικασία, άρα εμπεριέχει-πέρα από την αξιολόγηση/διαχωρισμό/κατανομή και την πλευρά της «παραγωγικότητας». Τα πανεπιστήμια είναι μονάδες παραγωγής εργατικής δύναμης, μιας αναβαθμισμένης εργατικής δύναμης, διαχωρισμένης τόσο από τους άλλους όσο και μεταξύ της. Τα ΚΕΣ δεν είναι τίποτα άλλο από ένα τρόπο το κεφάλαιο να αυξήσει σε κάποιο βαθμό την παραγωγικότητα σε αυτό τομέα, να παράγει αυτό το προϊόν πιο φτηνά, πιο γρήγορα, πιο ευέλικτα και κυρίως(ένα από τα πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά αυτού του προϊόντος) πιο πειθαρχημένα, καθώς το παραδοσιακό πανεπιστήμιο αποδείχτηκε ανίκανο να δημιουργήσει ένα πλήρως πειθαρχημένο και ευπροσάρμοστο  προλεταριάτο. Όμως όλα αυτά δεν προεικονίζουν το κλείσιμο του Δημόσιου Πανεπιστημίου, αλλά την αλλαγή λειτουργίας του, τον εξαναγκασμό του να λειτουργήσει ανταγωνιστικά, επιχειρηματικά. Το κεφάλαιο έχει ανάγκη την κοινωνική κινητικότητα σε κάποιο βαθμό. Απλά ο κατανεμητικός ρόλος/τρόπος του πανεπιστημίου θα αλλάξει. Οι εισακτέοι θα μειωθούν αρκετά και θα ωθηθούν στη δια βίου, φτηνή, ελαστική μάθηση, ενώ μέσα στο πανεπιστήμιο ο ανταγωνισμός θα γίνει ισχυρότερος,και το πανεπιστήμιο δεν θα επενδύει σε συλλογική αξία των φοιτητών του, αλλά σε ατομική επένδυση. Το δημόσιο πανεπιστήμιο θα γίνει κυνηγός ταλέντων απ όλη τη δεξαμενή της κοινωνίας, τα οποίο θα απασχολούνται-κυρίως αρχικά με τη μορφή της άμισθης φοιτητικής εργασίας- στις επιχειρηματικές δραστηριότητες με τις οποίες αυτό συνδέεται. Η επιτυχία σε αυτόν το τομέα καθορίζει την αξία του πανεπιστημίου, και την αποκατάσταση των αποφοίτων μετά(αυτό σημαίνει και ανάλογα με την επιτυχία και ιδρύματα-άρα και απόφοιτους-πολλών ταχυτήτων). Έτσι η εκπαίδευση γενικά, το σύνολο δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας θα παίξει(επιτέλους) το ρόλο που αρμόζει σε μια καπιταλιστική κοινωνία, θα κατανέμει την εργατική δύναμη, με ανάλογους γνωστικούς/παραγωγικούς διαχωρισμούς σύμφωνα με τις ανάγκες της ευρύτερης αγοράς εργασίας, και ταυτόχρονα το ίδιο θα συνδέεται άμεσα με μία αγορά εργασίας και με τρόπους παραγωγής υπεραξίας. Αυτό είναι το νέο ανταγωνιστικό και αξιοκρατικό μοντέλο.

Advertisements

Συζήτηση

2 thoughts on “Το νέο (ή παλιό) ταξικό σχολείο

  1. http://gameoversite.gr/wp-content/uploads/2013/04/gm-mnimi1.pdf

    Posted by δεξιά και αριστερή οπορτουνίστρια | Μαρτίου 4, 2014, 16:11

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: