//
you're reading...
Αναλύσεις

ο Μπακαλόγατος

ο Μπακαλόγατος, και το άγιο μικρό κεφάλαιο.

Στη Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη της κρίσης γίνεται πολύς λόγος για τους περιβόητους «μικρομεσαίους» αυτή την περίεργη μυστήρια φυλή του ελληνικού καπιταλισμού. Και κυρίως για τις περιβόητες μικρές επιχειρήσεις. Το συγκεκριμένο κείμενο γράφεται με αφορμή την γενικότερη συζήτηση που γίνεται για τους μικρομεσαίους αλλά και για διάφορα κείμενα που αυτοπεριλούζονται οι συγγραφείς τους με δάφνες και κύρος για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

Το κεφάλαιο σαν σχέση και το μικρό κεφάλαιο σαν πραγματικότητα

Το μικρό κεφάλαιο λοιπόν ή μάλλον ο μικρός κεφαλαιοκράτης είναι ακριβώς αυτό που λέει η λέξη. Ένας κεφαλαιοκράτης με μικρό κεφάλαιο, λίγα παραγωγικά μέσα στην διάθεση του που απασχολεί μικρό αριθμό εργατών κτλ. Αυτό δεν αλλάζει φυσικά σε τίποτα την φύση της εκμεταλλευτικής σχέσης του με τους εργαζομένους του. Ας πάρουμε τα πράγματα όμως ένα ένα

Α) το μικρό κεφάλαιο παραμένει κεφάλαιο και συνεπώς παραμένει εκμεταλλευτικό. Κάποιος δουλεύει και σε κάποιον άλλο ανήκουνε τα μέσα παραγωγής. Κάποιος κατέχει κεφάλαιο πάγιο και κυκλοφορικό(και εγκαταστάσεις δηλαδή και αγορά πρώτον υλών αγορά της εργατικής δύναμης κτλ) και κάποιος κατέχει εργατική δύναμη και την πουλάει στον μικρό κεφαλαιοκράτη. Η εργατική δύναμη αμείβεται στο ύψος που ορίζει η αγορά εργασίας ανά ιστορική συγκυρία για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, στο ύψος που χρειάζεται το κεφάλαιο να αναπαραχθεί τουλάχιστον βάσει του  μέσου ποσοστού κέρδους. Το μικρό κεφάλαιο όπως και το μεγάλο, αναπαράγεται και μεγεθύνεται αλλιώς δεν θα ήταν κεφάλαιο, δεν θα  μπορούσε να λειτουργήσει και η επιχείρηση θα έκλεινε . Συνεπώς το μέγεθος του κεφαλαίου δεν αλλάζει σε τίποτα τη φύση των αντικρουόμενων συμφερόντων των δύο μερών της σχέσης κεφάλαιο εργασία. Ο εργάτης θέλει, τον συμφέρει να πάρει όσα μπορεί περισσότερα, ο μικρός κεφαλαιοκράτης έχει συμφέρον να δώσει όσα μπορεί λιγότερα και αν μπορεί θα το κάνει( το παραπάνω δεν είναι ακριβώς έτσι, δηλαδή η αποτύπωση του εδώ είναι υπεραπλουστευτική)

Β) Το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, χωρίζεται διαλεκτικά(και όχι αθροιστικά) σε επιμέρους παραγωγικούς τομείς( τομέας υφαντουργίας, επισιτισμού, παραγωγής πετρελαίου, οτιδήποτε…) Σε αυτός τους τομείς τα επιμέρους κεφάλαια διαπλέκονται διαλεκτικά μέσω του ανταγωνισμού(και μέσω της εμπορευματικής κυκλοφορίας με τους άλλους παραγωγικούς τομείς) και σχηματίζουν επιμέρους μέσο ποσοστό κέρδους. Όποιος δεν το καταφέρει αργά ή γρήγορα θα εξαφανιστεί. Οι παραγωγικές του δυνάμεις ίσως θα απορροφηθούν από άλλα ανταγωνιστικά κεφάλαια. Όσο αυξάνει η παραπάνω διαδικασία του ανταγωνισμού συμβαίνουν/προκαλούνται πολλές αλλαγές στην καπιταλιστική παραγωγή, και το κεφάλαιο συσσωρεύεται όσο βρισκόμαστε ακόμα σε φάση επέκτασης(ανάπτυξης) του βιομηχανικού κύκλου. Όμως στην διάρκεια μιας οικονομικής κρίσης εκδηλώνονται οι εσωτερικές δομικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της καπιταλιστικής κοινωνίας γενικότερα. Το  ποσοστό κέρδους πλέον πέφτει  σε τέτοιο βαθμό που δε μπορούν να πωληθούν τα προϊόντα σε ικανοποιητική(κερδοφόρα) τιμή(για να γίνει κατανοητή η ακριβής φύση της κρίσης πρέπει να μελετηθεί όλος ο κύκλος συσσώρευσης του κεφαλαίου κάτι που εδώ δεν είναι της παρούσης). Η παραπάνω αλληλοδιαπλοκή των κεφαλαίων έχει να κάνει με τη φύση του εμπορεύματος και του χρήματος και συμβαίνει σε κάθε παραγωγικό τομέα ανεξάρτητα από το μέγεθος των επιμέρους κεφαλαίων του(το μέγεθος των επιμέρους κεφαλαίων του κάθε τομέα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως η τεχνική πολυπλοκότητα των μέσων παραγωγής, η παραγωγικότητα των τομέων που παράγουν τα μέσα παραγωγής του συγκεκριμένου τομέα, το είδος του εμπορεύματος και η πολυπλοκότητα του-το πόσο σύνθετη εργασία απαιτεί- το επίπεδο του ανταγωνισμού κ.α πχ με 15000 ευρώ μπορώ να ανοίξω σουβλατζίδικο αλλά όχι πετρελαιοπηγή), και καθώς όλα τα κεφάλαια αλληλοδιαπλέκονται σε ένα όλον τότε η κρίση σταδιακά-αλλά και ορμητικά- εκδηλώνεται σαν συνολική κρίση της οικονομίας και μετά συνεπώς και σαν κοινωνική και πολιτική κρίση. Στην κρίση το κεφάλαιο συγκεντρωποιείται, μεταξύ δηλαδή των κεφαλαιοκρατών, εκδηλώνεται κανιβαλικός ανταγωνισμός, λυσσαλέος που οδηγεί από την μία στην απορρόφηση των μικρών από τους μεγάλους κάθε παραγωγικού τομέα(κλείνουν οι μικροί) και από την άλλη στην επίθεση των κεφαλαιοκρατών(όσο μικροί και αν είναι)σε όσους και όποιον μπορούν να το κάνουν καθώς αυτή είναι η μόνη διέξοδος για περαιτέρω αύξηση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων τους, για να «βγουν». Αυτή η διαδικασία δεν είναι άλλη από την επιθετική υποτίμηση της εργασιακής δύναμης.

Και και κάπου εδώ φτάνουμε στο Γ) ότι η κοινωνική σχέση του κεφαλαίου δεν είναι μόνο μορφή «οικονομικής» οργάνωσης αλλά και κοινωνικής. Στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα από τα δύο και είναι και τα δύο, για να ακριβολογούμε το κεφάλαιο εμφανίζεται ως οικονομική δραστηριότητα(αμιγώς δραστηριότητα του χρήματος) και διαχωρίζει τις λοιπές κοινωνικές σχέσεις που σχετίζονται λιγότερο ή περισσότερο με αυτή. Στην πραγματικότητα οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων είναι σχέσεις γενικευμένης εμπορευματικής ανταλλαγής οι οποίες εκφράζονται ως αλληλοδιαπλεκόμενες αλλά διακριτές-διαχωρισμένες κατηγοριοποιήσεις-οικονομία-κοινωνία-νομικό σύστημα-πολιτική κτλ . Οι άνθρωποι συνδιαλέγονται και συναντιούνται για να εμπορευτούν, και οι λοιπές  ανθρώπινες σχέσεις είναι-δυστυχώς-στο περιθώριο. Βασικός συνδετικός ιστός είναι το αμοιβαίο συμφέρον από τη χρηματική συναλλαγή. Ο κεφαλαιούχος  όσο μικρός και αν είναι δεν εκμεταλλεύεται απλά την εργασία κάποιου άλλου. Η οικονομικές σχέσεις δεν είναι μόνο σχέσεις εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης κάποιου αλλά και εξουσιαστικές σχέσεις επί αυτού. Αν εγώ είμαι κεφαλαιούχος τότε δεν σε εκμεταλλεύομαι απλά αλλά έχω και δικαίωμα επί της ζωής σου μπορώ να σε απολύσω, να σου αυξήσω ή να σου μειώσω το μισθό και συνεπώς την πρόσβαση σου στα εμπορεύματα, να ορίσω έμμεσα τις προσδοκίες σου, τα όνειρα σου, τις δυνατότητες σου, τις προοπτικές κοινωνικοποίησης σου, την ποιότητα ζωής σου κτλ. Αυτό συμβαίνει σε όλους τους κεφαλαιοκράτες ανεξαρτήτως μεγέθους. Απλά όσο αυξάνει το μέγεθος τόσο αυξάνει και ο βαθμός/οι τρόποι στον οποίο μπορεί να το κάνει και ο αριθμός επί των οποίων το κάνει. Η σχέση κεφάλαιο είναι μία κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης άρα και εξουσίας εξουσίας . Όπως πολύ σωστά γράφει ο Ντωβέ: Η εκμετάλλευση δεν είναι ποτέ απλά “οικονομική” (έχω κάποιον να δουλεύει για μένα, στη θέση μου και προς όφελός μου), αλλά και “πολιτική” (αντί κάποιος να αποφασίζει για τη ζωή του, οι αποφάσεις παίρνονται από εμένα, για παράδειγμα όταν τον προσλαμβάνω ή τον απολύω)[…] Οι επιχειρήσεις δεν είναι απλώς κερδοσκοπικοί οργανισμοί: είναι και εξουσιαστικές δομές, όμως συνεχίζουν να λειτουργούν μόνο στο βαθμό που δημιουργούν και συσσωρεύουν αξία, αλλιώς κηρύττουν πτώχευση…Ως εκφράσεις του κεφαλαίου λοιπόν η πολιτική, η κοινωνική και η οικονομική ζωή δεν την αντιγράφουν απόλυτα η μία την άλλη, αποτελούν διαμεσολαβημένες αποτυπώσεις της σχέσης που βασικό σκοπό έχει την διατήρηση  των κοινωνικών σχέσεων/ρόλων στην μορφή γενικά σε κοινωνικό επίπεδο και όχι την προστασία συγκεκριμένων προσώπων/καπιταλιστών. κτλ(διαμεσολαβείται από το σύνολο των θεσμών, των αιτημάτων, των ανταγωνισμών, της «ελευθερίας κινήσεων» που αφήνουν οι πρακτικές της κυριαρχίας, τα σημεία ισορροπίας που δημιουργούνται ανάμεσα στις διάφορες ομάδες πίεσης ή στους κοινωνικούς ρόλους, τον βαθμό υπαγωγής στο κεφάλαιο, τις ιδεολογίες, μαζικά ψυχολογικά φαινόμενα κτλ). Συνεπώς η διαπλοκή των επιμέρους κεφαλαίων σε ένα όλον, το κοινωνικό κεφάλαιο, οδηγεί και την κυριαρχία που εφαρμόζεται σε κάθε επιμέρους παραγωγικούς τομείς και επιχειρήσεις, σε ένα όλον κυριαρχικών πρακτικών με μεγαλύτερη ή μικρότερη αυτονομία. Άρα σε ευρύτερο επίπεδο, το κεφάλαιο με δύο τρόπους μπορεί να βρει διεξόδους, ή με τον επιτυχή ανταγωνισμό ή με την επίθεση/απαξίωση στους εργαζόμενους του καθώς αυτούς μόνο εξουσιάζει λόγω της θέσης του απέναντι τους. Η τελευταία πρακτική είναι αναγκαστική/αναπόφευκτη για τον μικρό κεφαλαιοκράτη καθώς το χαρτί του ανταγωνισμού το έχει χάσει ήδη. Από την άλλη σε καιρό κρίσης οι μεγάλοι κεφαλαιοκράτες έχουν την επιθυμία αλλά τη δυνατότητα να επιτεθούν και απαξιώσουν και αυτοί τους εργαζόμενους τους καθώς αυτό θα τους κάνει ακόμα πιο κραταιούς μέσα στον ανταγωνισμό. Γίνεται εμφανές όμως ότι η φύση της εκμετάλλευσης δεν αλλάζει ανάλογα με το μέγεθος του κεφαλαιοκράτη, ενώ η αύξηση του ποσοστού της για τον μικρό κεφαλαιοκράτη είναι αναγκαία για να επιβιώσει. Όμως οι πρακτικές απαξίωσης είναι κοινές τόσο στο μεγάλο όσο και στο μικρό κεφάλαιο, είναι οι πρακτικές του κεφαλαίου σαν ευρύτερη κοινωνική σχέση.

Ο μπακαλόγατος

Γίνεται λοιπόν εμφανές ότι η φύση του κεφαλαίου είναι εκμεταλλευτική ως κοινωνική σχέση, όχι ποσοτικά όχι ως μέγεθος. Υπεύθυνοι για την σημερινή κατάσταση δεν είναι ο Μπόμπολας και ο Λάτσης, αλλά η φύση των κοινωνικών σχέσεων. Δεν είναι απλά πρόβλημα άδικης κατανομής του πλούτου( και συνεπώς πρόβλημα πολιτικό) αλλά πρόβλημα άνισων κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες δεν είναι απλά άνισες αλλά αντιφατικές. Η σχέση κεφάλαιο είναι αντιφατική ιστορικά και συνεπώς είναι και αντιφατικές τόσο οι πράξεις των κεφαλαιοκρατών όσο και οι διεκδικήσεις των εργαζομένων: είναι αντίθετες στο βαθμό που εντός της σχέσης κεφάλαιο τα συμφέροντα του ενός συνεπάγονται τη ζημία των συμφερόντων του άλλου, αλλά και αντιφατικές καθώς η εκπλήρωση των συμφερόντων του καθενός είναι ζημιογόνα μακροπρόθεσμα για τα συμφέροντα του ίδιου. Η αντίφαση των διεκδικήσεων των εργαζομένων είναι η αντίστροφη όψη της αντίφασης του κεφαλαίου. Δεν υπάρχουν περιθώρια διαχείρισης λοιπόν. Ή θα ανατραπεί η σχέση κεφάλαιο ‘η θα είμαστε καταδικασμένοι να βλέπουμε το ίδιο έργο ξανά και ξανά κοροϊδεύοντας τον εαυτό μας. Ας αφήσουμε το κυνήγι του «πλούσιου» και ας αρχίσουμε από την ανατροπή της κοινωνικής σχέσης. Μπορεί ο Μπόμπολας να κερδίζει εκατομμύρια από την εκμετάλλευση των εργαζομένων του αλλά οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί δεν διαφέρουν από το σουβλατζίδικο της γωνίας που δεν κολλάει ένσημα ή κόβει τους μισθούς. Αντικαπιταλιστικός αγώνας δεν είναι η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου αλλά η κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων, η κατάργηση του πλούτου. Είναι ανούσιο και δείχνει άγνοια αν όχι ιδιοτέλεια το να συγκρίνουμε τους αγώνες πχ της χαλυβουργίας με τους αγώνες των εργαζομένων σε ένα μικρό εστιατόριο, και να λέμε ότι ο ένας κάνει αντικαπιταλιστικό αγώνα ενώ ο άλλος κάνει βλακείες και ερασιτεχνισμούς. Η εκμετάλλευση είναι η ίδια. Αν το κάνουμε αυτό τότε κλείνουμε τα μάτια στην αδικία που συμβαίνει δίπλα μας . Αυτή ανοίγει τον δρόμο για τις τακτικές και τα μέσα που ακολουθούνται σε ευρύτερο πεδίο, ή η ίδια ακολουθεί τον δρόμο που άνοιξαν άλλοι μεγάλοι ή μικροί. Το κεφάλαιο δεν είναι ένα στόκ χρήματος είναι μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης στη οποία υπάγονται όλοι, ανεξαρτήτως μεγέθους. Είμαστε με τους εργαζόμενους, γιατί η θέση τους μέσα στην εργασία και μέσα στη σχέση κεφάλαιο είναι τέτοια που δεν είναι ευνοημένη, δεν έχουν κανένα έλεγχο επί της ζωής τους, είναι τέτοια που την συμφέρει το ξεπέρασμα, η ανατροπή αυτής της σχέσης. Και ο κεφαλαιοκράτης και ο εργάτης είναι δέσμιοι της σχέσης κεφάλαιο. αλλά ο κεφαλαιοκράτης  δεν θα την ανατρέψει ποτέ καθώς είναι ο ευνοημένος «πόλος». Ποτέ αυτός δεν θα αρνηθεί την κοινωνική του θέση ακόμα και αν είναι σε κάποιο βαθμό εξαρτημένη. Αυτός έχει έλεγχο επί της ζωής κάποιου άλλου, μπορεί να μετακυλήσει το πρόβλημα εκεί. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι το προλεταριάτο έχει ιστορική αποστολή-ντετερμινιστικά κάπως- να κάνει την «επανάσταση» σημαίνει απλά ότι μπορεί να την κάνει. Τα επιχειρήματα του στύλ «τα μικρά αφεντικά άνθρωποι είναι και αυτοί» ή «δύο απλά παιδιά είναι που δουλεύουν και αυτά» και απλά έχουν και δύο- τρείς εργαζόμενους είναι απλά τραγελαφικά και καταλήγουν όσοι τα λένε σε λογικές ακροβασίες. Γιατί εκτός από την λογική/θεωρητική τους ασυνέπεια και αστοχία(όπως εξηγήθηκε παραπάνω) δεν βλέπουν την απτή πραγματικότητα.

Οι νέες τακτικές εκμετάλλευσης και υποτίμησης εγκαινιάζονται πρώτα στις μικρές επιχειρήσεις, κάτω από την λογική «δεν βγαίνω» ή «έλα μωρέ τι να κάνει ο άνθρωπος, είναι καλό παιδί». Οι μικρές επιχειρήσεις αυτά τα «καλά παιδιά» της διπλανής πόρτας που έκαναν ένα μαγαζί για να ζήσουν» είναι πρώτες και καλύτερες στα κονέ με την χρυσή αυγή που λύνει προβλήματα που τους επιβαρύνουν τώρα σε καιρό κρίσης, είναι πρώτες και καλύτερες στις τραμπούκικες και προσωπικές επιθέσεις και μετά το παίζουν αθώοι και μικροί, είναι πρώτοι και καλύτεροι στο να χρωστάνε μηνιάτικα μηνών και όλα αυτά τα αποφεύγουν με ένα απλό «είμαστε καλά παιδιά» και στο πλαίσιο των «φιλικών» σχέσεων που αναπτύσσουν με τους εργαζόμενους μέσα στον εργασιακό χώρο. Τώρα που οι μεσαίοι πιέζονται προς τα κάτω, δεν έχουν άλλη λύση-για να μην εξαφανιστούν- από το να πιέσουν το πάτωμα προς τα κάτω. Και γιαυτό δεν υπάρχει καλύτερη λύση από τον φασισμό, από τον σεξισμό, από τον ρατσισμό ως ιδεολογικά οχήματα και δυνάμεις κρούσης. Η χρυσή Αυγή έρχεται να δώσει λύση στον μέσο εργοδότη, που βλέπει τους μετανάστες να ζητάνε πολλά, ή τους εργαζόμενους που ζητούν τα αυτονόητα-και σίγουρα θα έχουν μια κάποια φιλεργατική ιδεολογική συγκρότηση-ως τα κομμούνια που πρέπει να τσακιστούν ή δεν σκύβουν το κεφάλι για το καλό όλων(!) της Ελλάδας κτλ αλλά κοιτούν την πάρτη τους κτλ. Οι μαγαζάτορες, και οι μικρομεσαίοι κάτοικοι διάφορων περιοχών της χώρας πρωτοστάτησαν στην συγκρότηση του φασισμού. Όποιος νομίζει ότι ο φασισμός σαν κοινωνικό ρεύμα συγκροτείται από τους μεγάλους κεφαλαιοκράτες είναι αφελής. Εκείνοι έχουν τις εταιρίες σεκιούριτη τους,  έχουν την ευκολότερη πρόσβαση στον πολιτικό και κρατικό μηχανισμό, στην αστυνομία λόγω της πιο κομβικής τους θέσης μέσα στην οικονομία. Όμως αυτός ο διάχυτος φασισμός που με τόσο κόπο και πάθος έχτισαν οι «μικρομεσαίοι» ανοίγει τον δρόμο για την ανοχή στην επίσημη καταστολή, δημιουργεί περαιτέρω αναταραχή και πάνω σε αυτήν αυτοεπιβεβαιώνει τις πρακτικές του και τις απόψεις του, εξοικειώνει με την ανάγκη αλλά και τα μέσα για υποτίμηση, ή ακόμα χειρότερα εξοικειώνει με το αναπόφευκτο της υποτίμησης. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την δημιουργία του πλήθους, της ομογενοποιημένης μάζας που δεν συνειδητοποιεί τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, που είναι έτοιμη να κυβερνηθεί. Όταν δεν μπορεί η δημοκρατία μπορεί ο φασισμός, και αφού μπουν τα πράγματα στη θέση τους η δημοκρατία και πάλι σαν θρίαμβος θα έρθει να κυβερνήσει το πλήθος, την ομογενοποιημένη, ανεκτική στην εκμετάλλευση, την ειρηνική μάζα. Ο φασισμός δεν είναι πολιτισμικό φαινόμενο, αλλά ταξικό.

Το 1963 στην ταινία «Της κακομοίρας» γνωστή και ως «Ο μπακαλόγατος» Ο Χατζηχρήστος ως «Ζήκος» είχε την χειρότερη σχέση με τον εργοδότη του τον «Παντελή». Ο Παντελής δεν ήταν Starbucks ή McDonalds. Ήταν ο μπακάλης της γειτονιάς. Κι όμως ο φτωχός και γραφικός Ζήκος ήξερε ποιά είναι η ταξική του θέση. Μέσα από πλήθος ξεκαρδιστικές ατάκες γίνεται εμφανές ότι αυτό που ενοχλούσε τον Ζήκο δεν ήταν η οικονομική διαφορά του με τον Παντελή(που η ταινία κάνει σαφές ότι δεν ήταν και τόσο μεγάλη, μπακάλης ήταν) αλλά η διαφορά που προέκυπτε λόγω του ότι ο ένας ήταν εργοδότης και ο άλλος εργαζόμενος, στο ότι ο ένας δεν είχε έλεγχο επί της ζωής του και ο άλλος είχε και επί των δύο, ήταν η εκμεταλλευτική οικονομική και κοινωνική σχέση που υπήρχε μεταξύ τους. Ο Παντελής ήταν ένας άνθρωπος της γειτονιάς, ένας της διπλανής πόρτας, και όμως ο Ζήκος τον έβλεπε σαν κεφάλαιο, γιατί για αυτόν αυτός ήταν το κεφάλαιο. Ο Ζήκος μιλάει και πράττει διαφορετικά από τον Παντελή. Δεν μιλούν την ίδια κοινωνιόλεκτο, δεν έχουν τις ίδιες αρχές την ίδια συμπεριφορά, ακόμα και σε αυτό το μικρομάγαζο της δεκαετίας του 60′ η εκμετάλλευση ήταν εμφανής(και στα μάτια των 2, ο ένας την ήθελε ο άλλος της απεχθανόταν). Ο Παντελής δεν ήταν κανένας μεγαλοκαπιταλιστής(το αντίθετο, ήταν το μικρότερο δυνατό κεφάλαιο που μπορεί να φανταστεί κάποιος), όμως η ανισότητα της σχέσης ήταν εμφανής.Να λοιπόν που ο φτωχός Μπακαλόγατος της εποχής εκείνης, ήταν πιο ταξικός και πιο εύστοχος στους συμβολισμούς και στις κοινωνικές αντιλήψεις που αναπαριστούσε από την σωρεία διανοούμενων αριστερών αλλά κυρίως αυτής της νέας εμετικής συνομοταξίας των «εναλλακτικών» διανοούμενων» των ανορθόδοξων, που μας έχουν ποτίσει με το πόσο συντεχνιακά λειτουργούν οι «αριστεριστές» και οι «αναρχικοί» και το πόσο αθώοι και το πόσο «μαζί» είμαστε με τους μικρομεσαίους. Στον Ζήκο οι δικαιολογίες άνθρωπος είναι, καλός είναι, γείτονες είμαστε, δεν πέρασαν ποτέ, και όμως περνάνε σε σημερινούς «διανοούμενος» και «αρθρογράφους» ανορθόδοξους και νάρκισσους που βαρέθηκαν να ακούν την ξύλινη γλώσσα των εργατών, και θέλουν κάτι νέο και ανορθόδοξο. Και εκεί ο φασισμός έρχεται ως ανορθόδοξος και αυτοί οι διανοούμενοι εμφανώς ή κρυφά θα στρατευθούν μαζί του….θα του κλείσουν το μάτι ή θα κάνουν πως δεν τον βλέπουν . Σε αυτούς τους καιρούς όλοι διαλέγουν θέση, όλοι διαλέγουν πλευρά, και όσοι λένε ότι μένουν ουδέτεροι και αντικειμενικοί είναι αυτοί που έχουν διαλέξει πρώτοι. Ο κόσμος δεν ήταν ποτέ αντικειμενικός. Ήταν κόσμος συγκρούσεων. Η αντικειμενικότητα ήταν απλά ο τρόπος να κλείνουμε τα μάτια και ο Ζήκος τελικά από νωρίς τα είχε ανοιχτά

Advertisements

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρχείο

Αρέσει σε %d bloggers: